Δέκα ποιήματα του Γιάννου Λαμπή

Δέκα ποιήματα του Γιάννου Λαμπή

Ο Γιάννος Λαμπής είναι ένας καταπληκτικός συγγραφέας και ποιητής από την Κύπρο.Εργάτης του λόγου με  θεατρικά έργα, χρονογραφήματα ,πέντε μυθιστορήματα και δυο ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του, αυτή τη στιγμή έχει υπό έκδοση  το νέο του  ποιητικό πόνημα. Με τίμησε να είμαι ένα από τα άτομα που  διάβασα τη δουλειά του πριν εκδοθεί κι αισθάνομαι πολύ τυχερή που βρέθηκα σ'αυτή τη θέση. Ο λόγος του αιμάτινος, συνταρακτικός, πότε συνομιλώντας με τον έρωτα, πότε με τις βαθιές υπαρξιακές  αγωνίες, μ'έκανε ως αναγνώστρια να νιώσω έντονη ταύτιση. Δέθηκα με τη λεπτή κλωστή που ενώνει τις αναζητήσεις του ποιητή μ'εκείνες του αόρατου αναγνώστη. Θα σας αφήσω να δείτε κι εσείς δέκα ποιήματα από την ανέκδοτή του ποιητική συλλογή " Εάλω η ψυχή μου"!

Οι ποιητές

Είμαστε κι εμείς, οι γραφικοί
οι ονειροπαρμένοι, οι τρελοί της γης,
δεν είμαστε πολλοί και δεν μας διαβάζει σχεδόν κανείς,
με φλογισμένα μάτια και καρδιά
πασχίζομε με στίχους που σφύζουν από πάθη κι εμμονές
να βρούμε νόημα στην δική σας λογική,
εμείς μιλάμε για την ανθρωπιά, τη φύση, τα χρώματα,
υμνούμε την αγάπη, την αγκαλιά και τον έρωτα
αλλά ποτέ δεν παύουμε να εντοπίζουμε την τρέλα
στις ανθρώπινες σχέσεις
στην αδικία της ανισότητας
στην λάσπη της πολιτικής
στο κρίμα του εκφυλισμού των αξιών
στο δράμα της αρρώστιας
στον παραλογισμό του πολέμου,
εμείς μιλάμε με γλώσσα απλή, καθημερινή
καθάρια, δίκαιη κι αληθινή,
εμείς ανθίζουμε μόνο σ’ άνυδρη γη
και μετά από κάθε μας στίχο τα χείλη μας στάζουν αίμα
γιατί κάθε μας λέξη, είναι όμοια με θανάτου βογγητό.

Σ’ έχω ανάγκη

Σουρούπωσε και το σκοτάδι ανεβαίνει αργά τους τοίχους,
κρύβω το κεφάλι κάτω απ’ τα στρώματα
κι όλα στην κάμαρά μου γίνονται μια παχιά σιωπή,
ρίχνω κλεφτές ματιές στον απέναντι καθρέφτη
που διαρκώς σ’ επαναλαμβάνει
και διαχέει την μορφή σου μέσα στα σπλάχνα μου,
έχω τόση μεγάλη ανάγκη να αναπνεύσω εσένα
να μπω βαθιά μέσα απ’ το πιο κρυφό σημείο σου
και να ξεχαστώ για πάντα μέσα στο δικό σου σώμα,
μόνο έτσι θα είμαι συνέχεια μαζί σου
θα θρέφομαι απ’ το αίμα σου και θα είμαι ένα με σένα,
σ’ ακούω ν’ αναπνέεις μέσα στους άγραφους στίχους μου
που δεν είναι τίποτε άλλο απ’ το ημερολόγιο της ζωής, που δεν έζησα,
γιατί δεν υπήρξα ποτέ μου, ούτε φως, ούτε σιωπή, ούτε εικόνα,
μονάχα μια άγραφη λέξη ήμουν, κι ένα άυλο σώμα
με φτερά καμωμένα από στάχτη και χώμα

Ο πατέρας μου

Μετρώντας ειρηνικά χιλιάδες αναμνήσεις
κάθεται άντικρυ του ήλιου
στην γωνιά κάποιου μου ονείρου,
ματιά καμωμένη από ήχο και φως
παράσημα του χρόνου ανάγλυφα
οι γκρίζες φλέβες των χεριών του,
άσβεστη σιωπή του καίει το σώμα
που γέρνει τρίζοντας κι ακούγεται
σαν των κυμάτων τις κραυγές
που σφάζονται καθώς περνούν
σφυρίζοντας αμέριμνα καράβια,
γεράκι μαύρο μαντατοφόρο
σκούζει κάνοντας κύκλους
κάτω από τη κρούστα γκρίζου ουρανού,
κομμάτι του ήλιου, η καρδιά του
λάμπει στο πρόσωπό του
λίγο πριν το χαμόγελό του το στερνό

Σ τελικό

Αλήθεια πού πήγαν και χάθηκαν οι άνθρωποι
κι απέμεινε έρημη η πόλη;
έμεινε μόνο η βροχή, κι αυτή τόσο αγνοημένη
που δεν της απόμεινε τίποτα άλλο
παρά να κτυπά στα ερμητικά κλειστά παράθυρα
κι ύστερα να κυλά στα ρείθρα
αφήνοντας πίσω της , ένα συνεχόμενο σσσ, σαν σ τελικό,
σαν να θέλει κάτι να πει, αλλά δεν την ακούει κανείς μας,
παρασυρμένοι απ’ την ζάλη της ζωής
ξεχάσαμε πως είμαστε θνητοί
δεν περπατάμε πια χωρίς ομπρέλα στη βροχή
γι’ αυτό ποτέ μας δεν γευτήκαμε της ζωής το υγρό φιλί
δεν αγαπάμε πια και δεν ερωτευόμαστε
δεν σκαρφαλώνουμε σε μπαλκόνια
για να κλέψουμε μια αγκαλιά
και τώρα, τώρα πως θα πεθάνουμε
και πίσω μας τι θ’ αφήσουμε κάποιος για να διηγηθεί;
πάντα με την ίδια γλώσσα μας μιλούσε η βροχή, με σσσ, με σ τελικό
δεν καταλάβαμε όμως τι ήθελε να μας πει
γι’ αυτό και δεν της δώσαμε καμιά σημασία
τώρα όμως, τώρα που οι μέρες μας τέλεψαν
πάει, κύλησε και χάθηκε μαζί με τη ζωή μας κι η βροχή
πριν προλάβουμε να μάθουμε
τι προσπαθούσε να μας πει με το σσσ, με το σ της το τελικό…

Στο σταθμό

Είμαι τακτικός μεταμεσονύχτιος επισκέπτης στον έρημο σταθμό
και διαβάζω τα δρομολόγια
στη σκόνη των παπουτσιών μου,
συνομιλώ με τον αέρα
που γυρίζει τα φύλλα των σχισμένων εφημερίδων,
κοιτώ τα τρένα να έρχονται και να φεύγουν χωρίς εμένα
κι όλο ψάχνω ανάμεσα στους επιβάτες, μήπως και σε δω
κι όταν αποκάμω
και κλείσω τα μάτια λίγο για να κοιμηθώ,
εύχομαι να τα κλείνεις κι εσύ την ίδια ώρα
ελπίζοντας ότι θα ανταμώσουμε
στον σταθμό του ονείρου

Άτιτλο

Η μάνα μου κοιμότανε αργά τις νύχτες
και ξύπναγε νωρίς μαζί με τα λουλούδια,
με κοιτούσε που βύζαινα αχόρταγα απ΄ τα στήθη της
τις μυρωδιές και της αυγής τα χρώματα
και με δάκρια στα μάτια μού λεγε,
παιδί μου, δεν διαβαίνεται έτσι η ζωή
γέμισαν οι μεθόριοι με άρπαγες ληστές
να κλειδώσεις πρέπει τα αισθήματα και τα όνειρά σου
και νά ’χεις πάντα έξω απ’ το θηκάρι το σπαθί σου,
εγώ γελούσα και της άφηνα ένα φιλί στο μάγουλο
νόμιζα ο αφελής πως θα τους ξεγελούσα μ’ αρώματα και γιασεμιά,
και νάμαι τώρα, να εγκαταλείπω τρομαγμένος
τα παιδικά μου ορύγματα, να μαδώ τα λουλούδια
να προσπερνώ αδιάφορος τους παιδικούς μου φίλους
να κρατώ στο χέρι το μαχαίρι
και με πανουργία να εξουδετερώνω τον ίδιο μου τον εαυτόν.

Λένε

Λένε πως αν θέλεις να μάθεις
πρέπει να μελετάς τους τάφους,
ακόμα λένε πως τη νύχτα ξυπνούν οι θύμησες
και πως η ημέρα είναι η θηλή της λησμονιάς,
ποιανού Θεού μισθωμένος τα λέει όλα αυτά, δεν ξέρω
δεν ξέρω καν να διαβάζω μα ούτε και να γράφω,
σταλάζω μόνο κάτι κόκκινες σταγόνες
πάνω σε λευκό χαρτί
κι όταν βάλω και μια σταγόνα θλίψης
αρχίζουν τότε να σαλεύουν και να ηχούν
κι ο ήχος τους μοιάζει με σπασμούς μαρτυρικού θανάτου,
τότε είναι που νιώθω να φτάνω στο τέλος κάποιου ονείρου
που ζω μέσα του, μέρα και νύχτα,
τρέχω συνέχεια σ’ ένα λιβάδι, ίσως όμως
και στον κήπο κάποιου νοσοκομείου, δεν ξέρω στ’ αλήθεια
γιατί οι τόποι μαρτυρίου, μου είναι πλέον όλοι ίδιοι,
στο λαχάνιασμα όμως του τελευταίου ανηφοριού
ψηλαφίζω τις επιγραφές,
δεν τις προλαβαίνω όμως ποτέ μου
γιατί οι λέξεις αρρωσταίνουν
κι απ’ τις κρύες πλάκες αιμορραγούν και σβήνουν.

Κλεψύδρα

Οι μέρες τελειώνουν, ασταμάτητη κλεψύδρα ο χρόνος
και τώρα που η σκουριά του χρόνου
κι η απέραντη μοναξιά, όμοιες
με ανίατη αρρώστια
διαβρώνουν τις μέρες και τα όνειρά μου,
λυπάμαι που την ζωή τόσο πολύ φοβήθηκα
και συνειδητά της έμεινα πιστός,
ίσως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο αμάρτημά μου
ξέχασα πως η σάρκα θρέφει σκουλήκια
και κάθε επανάσταση την έβλεπα από μακριά,
με λόγια παραφοράς κι οργής
δεν ποδοπάτησα τα πρέπει,
δεν τόλμησα να κοιτάξω τα σκοτάδια μου
δεν τόλμησα να αποβάλω τ’ ανεπιθύμητα έμβρυα
και τώρα; τώρα φοβάμαι, φοβάμαι και ντρέπομαι
που τα παιδιά μου θα ξενυχτούν κοντά μου
στα επείγοντα περιστατικά,
θα τα ταλαιπωρώ με τις φοβίες μου
θα σπάω τα νεύρα τους με τις γεροντικές μου ιδιοτροπίες
και θα τους φορτώνω με τα ανεκπλήρωτα οράματά μου
ζητώντας τους να μου υποσχεθούν
πως δεν θα ξεχάσουν να έρχονται με τη σειρά αλλά κι όλοι μαζί
για το απογευματινό άναμμα του καντηλιού

Πληγές

Σκούπισα επιμελώς τα κομμάτια μου
μάζεψα τα σκοτάδια μου
τά ’κανα προσάναμμα κι άναψα τον ήλιο,
μ’ ένα φως χτικιάρικο που όλο έφθινε
διάλυσε τα όνειρά μου
κι έδιωξε τα ραγισμένα αγάλματα
που με κυνηγούσαν τα βράδια στα πάρκα
και με βαρούσαν με τα σπασμένα μέλη τους,
όμως, οι πληγές του χρόνου βάθυναν
και τα σωθικά μου κέντησε ακόμα μια φορά
το βελόνι με τα ξεραμένα φύκια και το σκοτάδι
κι όμως, εγώ άλλο δεν ήθελα από το να σ’ αγαπήσω
με πόθο μεγάλο σαν τη θάλασσα
και πάθος τόσο βαρύ που να
με σκοτώνει και να με ανασταίνει
κάθε χαραυγή
και νάμαι τώρα να κοιμάμαι νωρίς
για να μπορείς να έρχεσαι
και να με συναντάς στα όνειρά μου

Το δείπνο

Έξω, αέρας και βροχή,
τα φώτα στην κάμαρα σβηστά
κι οι ίσκιοι τους στο τοίχο, θλιβερές φιγούρες,
με μακρόσυρτες κινήσεις και βήματα βαριά
αργά, μηχανικά ανακατεύουν τη χύτρα
κι ύστερα ευλαβικά μοιράζουν το φαγητό στα δύο,
κοιτούν στο ράφι, ένα ραγισμένο ποτήρι
με μια μαργαρίτα να σκύβει το κεφάλι
και το φαγητό στο απέναντι πιάτο κρυώνει,
ανοίγουν την πόρτα, ρίχνουν μια ματιά στο βάθος του δρόμου,
και το σκυλί τους γλείφει το χέρι,
σφραγίζουν τα παντζούρια
η βρύση στάζει στον ίδιο πάντα ρυθμό
κάθονται στην άκρη του ανώφελα διπλού κρεβατιού
και χαϊδεύουν το διπλανό μαξιλάρι,
όλοι αυτοί π’ απέμειναν μονάχοι
αλυσίδα έχουν στα πόδια βαριά
και μοιάζουν με κατάδικους φονιάδες
που τόλμησαν να ονειρευτούν
και φύτευσαν λουλούδια το χειμώνα.

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Γιάννος Λαμπής γεννήθηκε στη Λεμεσό. Χρονογραφήματα και ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς στον ημερήσιο τύπο και περιοδικά. Έχει γράψει θεατρικά έργα εκ των οποίων μερικά έχουν ανεβεί στη σκηνή από διάφορους Θεατρικούς Ομίλους. Είναι γραμματέας του πολιτιστικού ομίλου ‘ Πνευματικοί Ορίζοντες», μέλος των « Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού’ και ‘ Πολιτιστική Κίνηση Λάρνακας’. Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο, 'ΙΟΚΑΣΤΗ" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις 'Αναζητήσεις' το 2009 και το 'Ψάξε μέσα στη σιωπή μου', το δεύτερο του βιβλίο, εκδόσεις 'Αναζητήσεις', το 2010. Το 2013 κυκλοφορεί από τις 'Αναζητήσεις' το τρίτο μυθιστόρημά του, "Καταραμένο Πάθος" και το μυθιστόρημα 'Ψάξε μέσα στη σιωπή μου' μεταφράζεται στην Αγγλική γλώσσα και κυκλοφορεί στη παγκόσμια αγορά με το τίτλο 'Search within my silence'. To 2015 έκδωσε το τέταρτο μυθιστόρημά του, 'Το σημάδι του ταύρου΄, με τις εκδόσεις 'ΟΣΤΡΙΑ'. Το μυθιστόρημα, ‘Ράνια στη δίνη της μοίρας’, κυκλοφόρησε το 2020 από τις εκδόσεις ‘Τελεία’. Το ‘ Αποχρώσεις μοναξιάς’ είναι η πρώτη του ποιητική έκδοση, 2016 και το 2017 κυκλοφόρησε η δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο ‘Οδός Ανέμων’.