Δέκα ποιήματα της Βιργινίας Μαρουλά

Δέκα ποιήματα της Βιργινίας Μαρουλά

Σήμερα υποδέχομαι μια νέα γυναίκα με πολύ προσωπικό κι ενδιαφέροντα τρόπο ποιητικής γραφής. Είναι η Βιργινία Μαρουλά.  Λυρισμός, συμβολισμός κι αποθέωση του εξομολογητικού λόγου, είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον ποιητικό της μικρόκοσμο. Η γραφή της είναι βιωματική, μέσα όμως σ'έναν καμβά ονείρου. Οι εικόνες της δημιουργούν μια μεθυστική φαντασμαγορία. Είναι φανερό πως η λογοτέχνιδα παίζει με την αυτοματική γραφή, όπου η λογική απλά κρατά τα ηνία, ενώ η πένα της κάνει βουτιά στα έγκατα της ψυχής  ν'ανασύρει τις αλήθειες της. Η ποιήτριά μας, έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές, ενώ σύντομα θα έχει έτοιμη και την τρίτη της. Η καλεσμένη μου έχει βραβευθεί σε διαγωνισμό ποίησης χαϊκού. Θα ζωγραφίσουμε το λογοτεχνικό της πορτρέτο, μέσα από δέκα ποιήματά της!

Η ΛΙΜΝΟΥΛΑ 

Είχα βρει μια θάλασσα που νόμιζα
πως μπορούσε να με χωρέσει,
όμως εκείνη, με χίλια τεχνάσματα
προσπαθούσε να με βγάλει από την μέση. 

Είχα βρει έναν ήλιο, που πίστευα πως
θα κατάφερνε να με ζεστάνει,
όμως αυτός προσπαθούσε να ράψει εκείνης
που αγαπάει το φουστάνι. 

Είχα βρει έναν έρωτα που ονειρευόμουν,
μέσα του να κρυφτώ, όμως 
με σήκωσε και με πέταξε κάπου
που δεν μπορούσα να σταθώ. 

Είχα βρει μια λιμνούλα για να
με επισκέπτεται πρώτη κάθε πρωί η αυγή.
Αλλά ήρθε ο αγέρας ζητώντας της
Να ρίξει πάνω μου βροχή. 

ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ 

Παράξενε κόσμε μπορείς να γίνεις λίγο πιο ευγενικός μια φορά μαζί μου, όλα όσα νιώθω γίνονται πάλι πουλιά που τριγυρνάνε χαμένα κάπου στο πουθενά και το λεωφορείο γεμάτο με κόσμο, άδεια βλέμματα, άδειες ψυχές και εγώ θέλω να γνωρίσω μια ζεστή αγκαλιά, φαίνεται πως τίποτα δεν είναι ίδιο πια.
Μικρή μου πόλη, των ονείρων μου νεκροταφείο μπορείς να έρθεις να κάτσεις μια φορά μαζί μου, να με ακούσεις, να σ’ ακούσω και εγώ. Βαδίζω και σε περπατώ, κάποιος βγάζει μια φωτογραφία, ένα μωρό κλαίει μέσα σε μια άδεια πλατεία, το μυαλό μου πάλι προσπαθεί να χαράξει μια νέα πορεία. 
Άγνωστε θεέ, αν υπάρχεις κι αν νομίζεις πως με ξέρεις γέλασε μια φορά για μένα και κάνε με  να γελάσω και εγώ για σένα. Ταξίδεψέ με όπου δεν μπορώ να φτάσω, πήγαινέ με εκεί που τα αστέρια δεν ναυαγούν και αυτά που πιστεύουμε και νύχτα στα σκουπίδια ψάχνουμε, μας πιάνουν από τα χέρια και σφιχτά στις κρύες τους παλάμες μας κρατούν, όλα τα βλέπω μακριά μου να πετούν.
Όμορφό μου καλοκαίρι προτού φύγεις και εσύ μπορείς να πεις κάτι στον ουρανό για μένα, τα πλοία στο μυαλό μου δεν είναι πια ένα ένα αραγμένα, πως θα γίνουν όλα όπως παλιά, φαντάζουν τόσο ξένα, τόσο μακρινά, μόνο όταν κλείνω τα μάτια αποκτούν καινούργια πνοή και διάσταση ξανά.

Ο ΠΕΤΡΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Κύριοι πήγα και μίλησα σε αυτόν που αν και το όνομά του είναι απλό εμένα συνέχεια μου διαφεύγει από το μυαλό είναι αλήθεια σας διαβεβαιώ. Δεν μπορεί να νιώσει τίποτα, ποτέ οι σκέψεις και τα συναισθήματα δεν πάγωσαν στη σκάλα του τα βήματα. Καταφέρνει με κάποιον τρόπο να τα βλέπει και να τα ζει όλα από μία μεγάλη απόσταση. Είμαι πεπεισμένη πως μέσα σε μια οθόνη παλιά, εδώ και τόσο καιρό κατοικεί.
Του είπα πως σε λίγο θα χιονίσει, ένας πολύ δικός του άνθρωπος την ψυχή  του να την πάρει ο αέρας θα αφήσει. Περίμενα να δω έστω ένα δάκρυ από τα μάτια του τα γαλανά να κυλήσει, με μια οποιανδήποτε έκφραση το πρόσωπό του να γεμίσει.
Μα από ό,τι φαίνεται τίποτα δεν μπορεί να σταθεί ικανό να τον αγγίξει, έστω λίγο να τον συγκινήσει, έχει βρει έναν τρόπο να μην αφήνει ότι μπορεί να τον επηρεάσει θετικά ή αρνητικά, μέσα του να μπει και με τις έγνοιες του να τον τυλίξει. 
Ό,τι πάει  να γεννηθεί νιώθει έντονη την επιθυμία αμέσως με τα ίδια του τα χέρια να το πνίξει, το μόνο που του κάνει ακόμα και τώρα αίσθηση, είναι οι απόμακροι της πόλης ήχοι.
Και ας γκρεμίζονται δίπλα του τοίχοι, εκείνος ούτε που θα γυρίσει να κοιτάξει, στο μυαλό του λέει και επιμένει πως επικρατεί η απόλυτη τάξη.
Τι θα γίνει όμως από δω και πέρα που θα πρέπει μόνος του στους δρόμους να βγει και να περπατήσει, την πόρτα που ο ίδιος έκλεισε πίσω του, πώς θα βρει το κουράγιο πάλι να την ξανανοίξει;
Ήρθε η ώρα την τηλεόρασή του επιτέλους να την κλείσει, να καταλάβει πως από όλα αυτά που άκουσε ή είδε τίποτα δεν θα μπορέσει να τον βοηθήσει στα μονοπάτια που έχει τώρα να βαδίσει. Αλήθεια αν πεις σε κάποιον πως πεινάς θα σου δώσει κάτι για να φας;
Θα σου δώσει νερό να πιεις όταν διψάς;  Ή μόνο θα σου υπενθυμίσει πως με τούβλα και πέτρες ήταν φτιαγμένη η δική σου καρδιά; Ποιος θα σε γλιτώσει όταν οι μνήμες οι πρόσφατες και παλιές σου χαρές και λύπες, όλοι οι φόβοι σου και οι αγωνίες ελευθερωθούν από τα μνήματα; 
Τον ρώτησα μπορώ να κάνω οτιδήποτε για σας, πολύ μου κέντρισε το ενδιαφέρον η ιστορία σας και εκείνος για πρώτη φορά φάνηκε να γυρίζει και να με κοιτά. Περίμενα πως θα είχε να μου πει πολλά, μα μόνο κάτι λόγια βγήκαν από τα χείλη του που θα πρέπει για εκείνον να ήταν πολύ σημαντικά.
Μου είπες λοιπόν, με σιγανή φωνή, πως έχει παρατηρήσει πως την άνοιξη όλα αρχίζουν να αναπτύσσονται, να ανθίζουν. Μπορεί αυτό το δέντρο τώρα να μας φαίνεται γυμνό, επειδή λείπουν από τα κλαδιά του οι καρποί. Μα αν το πιστέψεις και μαζί του ασχοληθείς, θα μπορέσει να σε καταπλήξει, με ό,τι είχε είχες ονειρευτεί πάλι να γεμίσει. 
Θα βρει έναν τρόπο μην ανησυχείς και θα σε ανταμείψει, αν η αγκαλιά σου προς αυτό απλόχερα ανοίξει. 
Φόρεσε το καπέλο του, με το σάλιο του έκανε τα παπούτσια του να μοιάζουν καλογυαλισμένα και τράβηξε τον δρόμο που οδηγεί στην πλατεία. Θα μάθουμε τίποτα ξανά για αυτόν τον παράξενο άνθρωπο; Θα ξεχαστεί όπως η βαρκούλα που αφήνουμε στο κύμα να βολοδέρνει μοναχή.
Δεν ξέρω, αλλά σαν να μου άφησε μια γλυκόπικρη γεύση αυτή του η σιωπή.
Έχε γεια, την άνοιξη ελπίζω να σου ξεφυτρώσουν και εσένα από παντού χιλιάδες φύλλα, την τσέπη σου την έχεις παραφουσκώσει και έχουν ξεκινήσει στο κρύο έδαφος να πέφτουν τα μήλα. 

ΤΩΝ ΜΑΡΑΜΕΝΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ ΜΟΥ Ο ΚΗΠΟΣ

Σε είχα συναντήσει κοντά στον ποταμό,
έλουζες τα μαλλιά σου, ένα σύννεφο
προσπαθούσε να κλέψει την ματιά σου.
Από το σώμα σου πίναν κρασί
των πρωινών μου επιθυμιών
οι στεναγμοί.

Έλαμπες σαν πυγολαμπίδα,
αναθάρρεψε τότε
αυτή που κοιμόταν τόσο καιρό, η ελπίδα.

Σε φαντάστηκα μαζί μου, να  προχωράς με βήματα γοργά προς το νησί μου.
Να αγκυροβολούσα μες στην
αγκαλιά σου, να άκουγα να φωνάζουν

το όνομά μου τα παραμιλητά σου.
Ξαφνικά έστρεψες την ματιά σου,
πάνω σε μένα, τα έχασα και άρχισα
να τρέχω όσο πιο μακριά
μπορούσα από σένα. Τι θα σκέφτηκες για μένα,
με την θύμησή σου συγκατοικώ,
από εκείνη την μέρα.

Πέρασε λίγος καιρός, και πήγα
ξανά, στο μέρος που σε είδα την πρώτη φορά.
Μάζεψα όλο μου το θάρρος, πώς στεκόταν 
χωρίς εσένα και δεν γινόταν κομμάτια της
ψυχής μου ο φάρος.

Αλλά δεν ήσουν εκεί, ο ποταμός έκλαιγε
και αυτός βουβός, ένιωσα, σαν να ήμουν
στον κόσμο μοναχός.
Σε περίμενα ώρες, βδομάδες, μήνες,
μα είχες χαθεί, πίσω από τις λέξεις,
και τις κρυφές μου σκέψεις.

Ο ήλιος εκείνο το τελευταίο πρωί, που στεκόμουνα
εκεί, αποφάσισε απρόθυμα να βγει.
Έβλεπε με περιέργεια τις κινήσεις μου
και ένα νεογέννητο  πουλί.

Το ξέρω πώς ίσως δεν ξαναφανεί,
στην καρδιά  των απελπισμένων
θα έχει γίνει προσμονή.
Θα βουτάει στης μνήμης τα κύματα
και θα γνωρίζει όλα σου τα βήματα.

Σαν να την βλέπω να γελά,
να χτενίζεται και το πρόσωπό της
στον καθρέφτη να κοιτά.
Κάποιος άλλος θα στέκεται στο πλάι
της τώρα, και θα έρχεται αντιμέτωπος
με των ονείρων της τις μπόρες.

Ελπίζω πώς θα καταφέρει να σου πει
αυτά που δεν μπόρεσα εγώ, να σου χαρίσει
αυτόν που ποθούσες τον χορό,
αθόρυβα θα κολυμπώ,
στου μυαλού σου
τον πιο βαθύ γκρεμό. 

Τις νύχτες, και τις μέρες μου
τα καλοκαίρια και τους  χειμώνες μου,
σου δίνω,
για να ερχόσουν και να 
σεργιάνιζες έστω μια φορά
των μαραμένων λουλουδιών μου τον κήπο. 

ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ ΟΥΡΛΙΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΙΩΠΕΣ

Τα βράδια αν έκανες ησυχία, μπορούσες
να ακούσεις όλες τις σιωπές του κόσμου
να ουρλιάζουν μαζί.

Το σκοτάδι ένιωθες να πέφτει πάνω σου βαρύ,
σαν φόβος να υψώνεται και σαν απειλή.

έσφιγγες τότε τα δόντια σου
να μην δείξεις τον φόβο σου, πόσο χαράμισες
με ανούσια πράγματα τον χρόνο σου.

Πάλευες να κρατηθείς, μα όλα σε έσπρωχναν
να πέσεις κάτω, να γκρεμιστείς.

Μα δεν έρχεται ένας, γνώριμος, ή άγνωστος  στην αυτοσχέδια σχεδία
του να ανεβείς, έρμαιο γίνεσαι της κάθε μικρής
σου στιγμής.

Το σπίτι σαν να άλλαξε μορφή,
όπως και αυτός που μέσα σε αυτό
κατοικεί.

Τα έπιπλα, τα βάζα, τα βιβλία,
στέκουν και εκείνα γεμάτα απορία.
Παντού βασιλεύει η ερημιά,
στις φλέβες σαν αίμα την νιώθεις
να κυλά.

Ανοίγεις  την πόρτα έξω να βγεις,
ούτε και τώρα δεν φαίνεται κανείς,
μήπως ήσουν μόνος σου στον κόσμο
εξαρχής, έψαχνες ψίχουλα αγάπης
στα απομεινάρια της κάθε ψυχής
να βρεις; 

θα αρχίσω  από σήμερα
να χτενίζω τις πόλεις
τα στενά,
να ακολουθώ τα φώτα τα θαμπά,
θα αφήσω να με παρασέρνουν
την λιμνών τα νερά.
Δεν θα με περιλούσει με
τις σταγόνες από το
φως της καμιά  που ζει ακόμα ζεστασιά.

Το σώμα όταν θελήσει να
πάψει τα υπάρχει,
θα το θάψω εκεί
που να μπορεί να αντικρίζει
την ανατολή.
Δίπλα από μια κερασιά στου
λόφου την αριστερή  μεριά.

Και όταν ελευθερωθώ   θα αρχίσω φτερά να
βγάζω να πετώ. δεν θα ξανακοιτάξω
προς τα εδώ, θα με φωνάζουν του ανέμου
το παιδί, όταν έχω όρεξη θα γεμίζω με τα
πιο όμορφα άνθη την γη, για να μπορέσει
κάποτε η ανθρωπότητα  να ξαναγεννηθεί,
θα αρχίσουν όλα από την αρχή όταν
το πρώτο κλάμα ενός μωρού ακουστεί.
Και η μοναξιά  που αισθανόμασταν
χάσει την δύναμή της να μας πονά,
θα χτίσουμε τότε   στις άσκοπες περιπλανήσεις των ονειροπολήσεών μας  φωλιά. 

TO TAΞΙΔΙ ΑΥΤΟ

Μπήκε σε ένα πλοίο, που δεν ήξερε που θα την βγάλει,
θα έβγαινε σε όποιο αισθανόταν πως την περίμενε
λιμάνι.
Δεν θέλει σε κανέναν να μιλήσει,  αυτά που μέσα της
φωνάζουν να τα μαρτυρήσει.
Μόνο  αγναντεύει ώρες  μακριά, σαν να πετάει και εκείνη
μαζί με τα πουλιά.

Δεν το γνωρίζεις αλλά αυτή την στιγμή, γράφω
για σένα, θα ήθελα να συναντηθώ με των ονείρων
σου τα απωθημένα,
να σμίξω με τα δάκρυα που πότιζαν το πάτωμα
του σπιτιού σου νύχτα μέρα.

Κάτι σε βλέπω να κρατάς, στην θάλασσα
με μια βιαστική κίνηση να το πετάς.
Νομίζω πώς σε είδα λίγο να γελάς, κάτι
όμορφο θα σκέφτηκες που πολύ το αγαπάς.

Να προσπαθήσω να σε πλησιάσω ή από εδώ που βρίσκομαι,
μόνο να σε κοιτάζω.
Ένας που του έχουν ασπρίσει από καιρό πια τα μαλλιά, τι να έλεγε
που μπορεί να ενδιαφέρει την όμορφη ετούτη κοπελιά.

Τις ανόητες σκέψεις μου κρύβω βαθιά,
μες στις τσέπες μου.
Εδώ κατεβαίνω εγώ, το έργο μου
που είχα αρχίσει θα μείνει μισό.
Σε ευχαριστώ που έκανες το ταξίδι αυτό
να μην μοιάζει μικρό,
καλή τύχη να έχεις, σε χαιρετώ.
Ελπίζω να σε οδηγήσει ο δρόμος
εκεί που ζητάς, πάντα
αγέρωχη να στέκεις
και μπροστά να κοιτάς.

ΜΥΡΙΖΕΙ Ο ΔΥΟΣΜΟΣ 

Όλα έχουν φωνή, μα εσύ δεν την ακούς,
πόσα να συγκρατήσει πράγματα ο ταραγμένος
νους;

Αν κάνεις ησυχία, θα ακούσεις τον αγέρα, με την
βραχνή του φωνή να σου μιλά, αναρωτήθηκες
πώς μεταφράζονται με λέξεις όλα αυτά.

Και το λουλουδάκι που αργοπέθαινε στην γλάστρα,
πήγες εσύ και του έδωσες πάλι ζωή, θα επιθυμούσε
ευχαριστώ να σου πει, μα δεν μπορεί να ανοίξει μαζί
σου μια συζήτηση.

Και τα νερά τα καθαρά απ’ την πηγή που παίζουν
μεταξύ τους το πρωί, θα σου μιλούσαν για το πόσο
όμορφη είναι η ζωή, μα τα καλύπτει όλα η θορυβώδης
που υψώνεται από πάνω μας σιωπή.

Ένα αγοράκι φαίνεται πώς έχει προηγούμενα
με μια γατούλα, τις στάλες της βροχής κοιτάει
που έχει στα χέρια της μια γριούλα, νόμιζες
πώς σε φώναξε κάποιος με το όνομα Αυγούλα.

Όλα έχουν μάτια μα εσύ δεν τα βλέπεις,
μια προς το τώρα, μια προς το μετά,
έχεις αρχίσει να γέρνεις.

Αν εστιάσεις προσεχτικά,
το σκοτάδι καρφωμένο πάνω σου έχει την δική του τη ματιά.
Ξεχώρισέ την και εκεί που της αρμόζει με αποφασιστικές
κινήσεις τοποθέτησέ την.

Το αστέρι που νομίζεις πώς μόνο εσύ το κοιτάς,
φαντάζεται και εσύ ότι πετάς, συγχώρησε την παιδική
αφέλειά του και βρες μια αόρατη βούρτσα να χτενίσεις
τα μαλλιά του.

Το πιο λευκό σύννεφο από όλα, που
τις κινήσεις του στενά τις παρακολουθείς,
περπατά μαζί σου και αυτό, με την ελπίδα
να το δεις, κράτησέ του παρέα όσο περισσότερο μπορείς. 

Ένα πουλάκι  που έχασε όλα του τα φτερά, πέφτει
στο χώμα από ψηλά, μια γυναίκα πάνω στο ρούχο
του άνδρα της κέντησε μια καρδιά.

Κάποιος ήρθε και στάθηκε μπροστά σου,
ήταν αυτός, με τα πιο τολμηρά χρώματα  βάφτηκε ξανά
ο κόσμος, πιο όμορφα θαρρώ μυρίζει σήμερα και
ο δυόσμος.

Κάνε να καταφέρουμε να ακούσουμε και να δούμε
καθαρά, την βαλίτσα του απ’ το χέρι του κάτω την
άφησε με αδιαφορία να γλιστρά.

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΧΩΡΙΣ ΑΓΑΠΗ

Ατελείωτη η σημερινή ημέρα, πού να βρεθεί κανείς,
να του πεις μια καλημέρα, σε πνίγει και  αυτός
ο κόμπος στο λαιμό, η ματιά σου πάντα πρόδιδε  ένα
παράπονο κρυφό.

Κάπου και η γυναίκα που είχες δώσει την καρδιά σου
θα γυρνά, το πρόσωπό της το θυμάσαι να γελά.

Κάτι στιχάκια που είχαν γραφτεί σε μια προηγούμενη
εποχή, από το συρτάρι σου πηδάνε, και αρχίζουν να μιλάνε.

Άνθρωπος χωρίς αγάπη, πρόσωπο δίχως δάκρυ,
σκοτάδι δίχως φως,  χωρίς αστέρια ξέμεινε και ο ουρανός.

Οι ώρες οι απογευματινές, ανταγωνίζονται πια θα σε πονέσει
περισσότερο από το χτες,  ξεσκονίζεις κάτι παλιά βιβλία,
πάντα σε ενδιέφερε να μπαίνεις και εσύ μέσα σε μια ιστορία.

Είσαι γεμάτος ενοχές σε μαγαρίσανε οι μικρές εκείνες,
για να περνάς τις ώρες σου, χαρές.

Κάπου εστιάζεις την προσοχή, σε κάποια λόγια,
που ήταν στην μπροστινή σελίδα πρώτα- πρώτα.

Πίνακας χωρίς χρώματα, κορμί δίχως αρώματα,
έμπνευση δίχως απελπισμένους ιδρώτες, βροχή
χωρίς λάσπη στις μπότες.

Και τώρα το βράδυ, ικετεύεις να  σε ακούσει και να γίνει χάδι, μοιάζει
σαν να μην υπάρχεις πια εδώ, έχουν αρχίσει να αλλάζουν  τα
χαρακτηριστικά σου τώρα που βυθίζεται όλο και πιο πολύ
μες το νερό. 

Ανοίγεις το ραδιόφωνο και να αυτό που ήθελες
να ακούσεις το τραγούδι, πέφτει από το χέρι σου
και δυνατά σκάει κάτω, το μαγιάτικο λουλούδι.

Όνειρα δίχως εφιάλτες, ζωή χωρίς παραβάτες,
καινούργια μέρα δίχως να φαίνεται πουθενά  η ελπίδα,
ουράνιο τόξο που δεν το έχει φέρει η καταιγίδα.

ΕΛΠΙΔΑ

Ο ουρανός και η γη παίζουνε παιχνίδια,
μα εμείς δεν τους καταλαβαίνουμε
εσύ εκεί και εγώ εδώ προσπαθούμε
την απόσταση να καλύψουμε, να έρθουμε
πιο κοντά.
Πού είναι η σκάλα που σου έδωσα να κατεβείς, ή να ανεβώ;
Έκανα τόσο κόπο να ψάξω να τη βρω.
Έλα βγες, το πρόσωπό σου πάλι για να δω,
Ελπίδα, φίλη, ακριβή, μου φαίνεται πως άργησες
πολύ, νόμιζα πως σε είδα να έρχεσαι, όμως τελικά
δεν ήσουν εσύ.
Γνωρίζεις πόσο δύσκολος είναι ο δρόμος που
επέλεξα να ακολουθώ,
σαν καραβάκι που φτιάχτηκε ένα πρωί
από ένα τυχαίο χαρτί
στη λήθη και εγώ θέλω να χαθώ,
για αυτό βουτάω όσο το δυνατόν πιο πολύ μπορώ
μέσα σε ένα γνώριμο και αφιλόξενο βυθό.
Φώτισέ με λοιπόν ξανά, χωρίς εσένα αδυνατώ
να δω τα πράγματα καθαρά,
διώξε τη συννεφιά που πάνω μου έχει απλωθεί,
καθάρισέ μου την πληγή.
Μη με αφήνεις άλλο να λιώνω μπρος σε ένα
κομματιασμένο γιατί,
στη μιζέρια μου και στην απελπισία μου
δεν βλέπεις πως έχω τόσο αφεθεί;
Εμφανίσου και με το ένα σου το χέρι
σήκωσέ με ψηλά, να μου φαίνονται
όλα εδώ κάτω, τόσο ασήμαντα, τόσο απλά,
νανούρισέ με σαν παιδί
που δεν έχει ακόμα προλάβει να γεννηθεί, στο στήθος σου και αυτό το βράδυ,
βάλτο γλυκά να κοιμηθεί.

 ΤΙ ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ

Τι σε περιμένει στην τελευταία στροφή του δρόμου;
Ένας ακόμα μακρόσυρτος χειμώνας, που θα σβήσει κάθε ίχνος καλοκαιριού μέσα σου.
Ένα ακόμα χαμόγελο που θα αρνηθούν να σου χαρίσουν.
Μια ακόμα πέτρα που δεν διστάσουν να την χρησιμοποιήσουν, για να σε λυγίσουν.

‘Ένα πλάσμα, που το μόνο που θα θελήσει να σου δωρίσει, θα είναι μια ιστορία.
Μαυροφορεμένοι ποταμοί, κάμποι και ασύμμετροι ουρανοί,  θα σε  οδηγήσουν σε τρικυμία.

Ένα ποτάμι που θα έχει παγώσει, τα πιο ακριβά του αποκτήματά του να ξαπλώσεις πάνω , θα σου στρώσει
Μια αστραπή που θα της έχουν κλέψει την φωνή, θα κάνει μες την μέση της νύχτας, την δική σου να ακουστεί.
Τότε θα φωνάξεις έλα αγάπη, ελπίδα, διώξτε την απάθεια, από τους δρόμους που μας περιβάλλουν  την παγωνιά.
Και ξάφνου θα πλημμυρίσουν  οι ταλαίπωρες καρδιές των ανθρώπων με χαρά.

 

Βιογραφικό 

Η Βιργινία Μαρουλά γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε διαιτολογία αλλά δεν την άσκησε ποτέ. Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές. Η μία είχε τον τίτλο “Σκέψεις και Συναισθήματα” και η άλλη “Συνεπιβάτες στο όνειρο”. Άλλη μια αγάπη της είναι το θέατρο. Έχει παίξει σε διάφορες παραστάσεις και έχει παρακολουθήσει σεμινάρια υποκριτικής, επίσης συμμετείχε και σε δυο ταινίες μικρού μήκους. Τελευταία την έχει κερδίσει το ραδιόφωνο. Στον φιλανθρωπικό σταθμό la famiglia web radio βρήκε το βήμα που ήθελε ώστε να παρουσιάζει με την εκπομπή “Μικρές Περιπλανήσεις” την μουσική καθώς και τους ανθρώπους που εκτιμά και θαυμάζει. Πρώτη της αγάπη όμως παραμένει η συγγραφή, αυτό που ήθελε και ονειρευόταν από παιδί, να εξιστορεί τις ιστορίες της, να μοιράζεται όλα αυτά που σκέφτεται και αισθάνεται. Η Βιργινία Μαρουλά έχει κερδίσει τιμητική διάκριση σε μορφή ποίησης χαϊκού. Σε λίγο καιρό θα κυκλοφορήσει και η νέα της ποιητική συλλογή με τίτλο Ανέγγιχτες Σκέψεις. Κάτι που της έχει δώσει πολλή χαρά, εκεί κρύβει για μια ακόμα φορά την αλήθεια της. Μας μιλάει για τα όνειρα, τις επιθυμίες της. Τους κόσμους που της αρέσει να κρύβεται. Πάντα με την ευαισθησία που επιλέγει να ντύνει τα λόγια και τις σκέψεις της.