Έντεκα ποιήματα της Άντζελας Γεωργοτά

Έντεκα ποιήματα της Άντζελας Γεωργοτά

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" έχω προσκαλέσει την ποιήτρια από την Κέρκυρα, Άντζελα Γεωργοτά. Η καλεσμένη μου έχει σπουδάσει στη Φιλοσοφική Σχολή κι έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στη Δημιουργική Γραφή και στη Διαχείριση και Ανάδειξη Πολιτιστικής Πληροφορίας.Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Ασχολείται με τη σκηνοθεσία και την επιμέλεια μαθητικών παραστάσεων.Έχει βραβευτεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς, ενώ ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στον έντυπο και τον ηλεκτρονικό τύπο.Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές και το βιβλίο "Γώγου και Σέξτον,Η απόσταση που τις ενώνει". Η ποίησή της είναι κατά κανόνα φωτεινή, πλημμυρισμένη από θετικά συναισθήματα. Είναι μια γραφή προσωποκεντρική, που συνομιλεί με τον έρωτα, την αγάπη, τον ρομαντισμό,τη νοσταλγία,το όνειρο. Η γλώσσα της είναι σμιλεμένη, με  γλαφυρές εικόνες και πρωτότυπα σχήματα λόγου. Θα ταξιδέψουμε μαζί της μέσα από έντεκα  πολύ όμορφα ποιήματά της!

Θα’ μαι στα παρασκήνια

Τώρα είμαι μητέρα. Την ώρα που εσύ γυναίκα
γίνεσαι. Κάπου
πίσω από τη σκηνή θα με βρίσκεις.
Μη φοβηθείς. Η παράσταση σου ανήκει.
Το κοινό θα σε χειροκροτήσει.
Για λίγο όμως. Για τόσο λίγο.
Να σκέφτεσαι μόνο, όταν βγεις στη βροχή, ποιος
θα είναι εκεί να σου κρατάει την ομπρέλα.
Έτσι είναι η αγάπη, μάτια μου. Πίσω
από τα φώτα,
εκεί που η φωνή σου σβήνει,
κάποιος
σε ακούει να ουρλιάζεις.

(Το ανεπίδοτο της συντριβής, Κουκκίδα 2017)

Morris 1933

Ο πατέρας είχε ένα κόκκινο αμάξι.
Τις Κυριακές μάς στρίμωχνε σε αυτό,
σαν τις καραμέλες που κλείνουν τα παιδιά στις τσέπες.
Τώρα σκούριασαν οι πόρτες, το χρώμα του ξεθώριασε,
τα λάστιχα στέκονται ξεκοιλιασμένα στο χορτάρι.
Από τα τζάμια πέφτουν νεκρά πουλιά, τρυπώνουν
νυχτερίδες στα καθίσματά του.
Δεν ακούγονται ανθρώπινες ομιλίες, μόνο ένας ρυθμός
αλλιώτικος,

σαν βόμβος σκοτεινός
βγαίνει από τα σωθικά μας.

(Το ανεπίδοτο της συντριβής, Κουκκίδα 2017)

Το παραμύθι της επαφής

Την είπε μάγισσα ή ξωτικό εκείνος
κείνη βασιλιά της τον έχρισε.
Έζησαν μέσα στη θάλασσα
πλέοντας σε καρυδότσουφλα, σπασμένα αγγεία επάνω
αιώνες κολυμπούσαν σε κρύα νερά
πάγωνε, πάγωνε
να τον ζεστάνει εκείνη
χαρίζοντας το δέρμα της να τον σκεπάσει
τα οστά της τα έπινε το ακόρεστο νερό
τα χείλη βάφονταν πορφύρα
μα η αγάπη’ ναι πιο δυνατή απ’ το θάνατο
κι ο φόβος πνίγεται στα κύματα.
Ξέχασε μόνο την ανθρώπινη μορφή της
εκείνο το ζεστό ρυάκι που έκαιγε τα σωθικά της
ξέχασε εντελώς ποια είναι.

Να κρατάς επαφή
να μη χανόμαστε.
Υπάρχει τόσο χάος γύρω μας, αγάπη μου,
που, φοβάμαι, σε ξεχνώ.
Μη με παρεξηγείς
στριμώχτηκαν πολλά στο στήθος μου,
ενώ η ζωή μικραίνει κάθε μέρα.
Εσύ όμως,
κράτα ακόμα λίγο

(αντέχεις; -με αντέχεις;)

(Το ανεπίδοτο της συντριβής, Κουκκίδα 2017) 

Η βιαιότητα της ύπαρξης

Υπάρχουν γυναίκες που γράφουν ποιήματα
με το μελάνι της καρδιάς
αφοσιώνονται σε στίχους
που μόνο τις προδίδουν∙ κάποιες μπορούν και σώζουν
τα όνειρα, με τα λευκά τους τρυφερά χέρια χτίζουν διαδρόμους μέσα τα κρύβουν ή
αφηγούνται ιστορίες για ταξίδια που δεν έκαναν ποτέ
όπως η Πηνελόπη, αιώνες καρφωμένες στο νησί, έτσι που
πολλές φορές η γλώσσα τους ακρωτηριασμένη μοιάζει -
από το δικό τους εσωτερικό τσεκούρι πιο βίαιο από κάθε όπλο
πιο δυνατό από την κάθε αγάπη.

Άλλοτε οι λέξεις τους σχίζουν τα τύμπανα και τότε τις φωνάζουν
μάγισσες ή αναρχικές
ο κόσμος μας δεν τις χωρά ακόμη
υπάρχουν όμως και εκείνες που μέσα στα ποιήματα
εγγράφονται∙ τη σάρκα τους δανείζουν
και τα οστά τους στον γαλανό σκορπίζονται αγέρα
έτσι τη δίψα ξεγελούν
για το δικό τους ποίημα που δεν συνέθεσαν ποτέ.

(Το ανεπίδοτο της συντριβής, Κουκκίδα 2017)

Του έρωτα σημαίνουσα συνήθεια

Αναγκάστηκα να πω ψέματα. Αρχικά, ήταν ένα αθώο μικρό στοιχείο που απέκρυψα. Δεν θα μπορούσε να συνιστά ούτε καν παράπτωμα. Τι σημασία έχει αν ξεχάσεις κάτι να πεις; Σε όλους συμβαίνει. Μετά όμως έγινε συνήθεια. Κάθε φορά έραβα στην τσέπη μου κι από ένα και όταν με στρίμωχνες πολύ σου το ξεφούρνιζα. Σου έλεγα πως δεν φοβάμαι το νερό, μαζί σου για να με πάρεις. Δεν σου ανέφερα ποτέ πως σε κάθε μου όνειρο έβλεπα πνιγμό. Άλλες φορές σε διαβεβαίωνα ότι δεν καταλαβαίνω πολύ τη σημασία λέξεων ή τις κατασκευές της πραγματικότητας. Έτσι, σε κοίταζα με θαυμασμό κάθε που μού εξηγούσες κάτι. Τελευταία ορκίστηκα πως δεν με νοιάζει να κρατάς στα χέρια σου ένα δαχτυλίδι. Δεν ήταν για μένα. Το ήξερα. Μα εγώ ποτέ δεν επιθυμούσα ένα. Ήθελα μόνο να μού κρατάς το χέρι. Και κάπως έτσι έχασα αυτό που είμαι, για να σε βλέπω λίγο να γελάς.

(Το ανεπίδοτο της συντριβής, Κουκκίδα 2017)

Η αν-ισορροπία του καθρέφτη

Μην ανησυχείς.
Καλά είναι τα παιδιά
μεγάλωσαν φοράνε πια πουκάμισο και επίσημη γραβάτα.
Όταν ξυπνάνε το πρωί δεν τα φιλώ,
το γάλα τους δεν το ζεσταίνω,
μονάχα βάζω πάνω στο τραπέζι ένα κλειδί
το δρόμο για το γυρισμό να μην ξεχάσουν.
Ξέρω, φοβάσαι αν ντύθηκαν καλά,
αν τίναξαν τους φόβους από τα παλτά τους,
αν έχουν δύναμη το μέλλον στα χέρια να σηκώσουν.
Φοβάσαι το ίδιο, όπως όταν για πρώτη φορά στα πόδια τους σταθήκαν.
Τι αγωνία, Θεέ μου,
στο ένα χέρι τη φωτογραφική μηχανή κρατούσες
και το άλλο σε ετοιμότητα, αν χρειαστεί, να τα ισορροπήσεις.
Πάψε όμως να ανησυχείς∙
μεγάλωσαν
τις νύχτες δεν τους διαβάζω άλλα παραμύθια
ούτε τρυπώνουν στο κρεβάτι μου σε κάθε καταιγίδα.
Φοράνε αδιάβροχα και βγαίνουν στη βροχή ατρόμητα,
τσαλαβουτάνε στα νερά και μήνυμα μού στέλνουν
να ησυχάσω.

Καταλαβαίνω-
ίσως φοβάσαι πιο πολύ
πως η ώρα ήρθε και εμείς

το πρόσωπό μας να δούμε στον καθρέφτη.

(Το ανεπίδοτο της συντριβής, Κουκκίδα 2017)

γιατί ποτέ δεν ήμουν αρκετή

Τον πατέρα μου τον τυραννούσε μια έγνοια.
Κοιμήθηκε μ' αυτήν.
Κι εμείς κάναμε ησυχία,
μη και στον ύπνο ταραχτεί.
Αιώνιος νόστος,
νυν και εγώ γυρίζω τις ραφές ανάποδα.
Πού ξηλώθηκα ,δεν βρίσκω.
Φυσά μέσα μου εκείνη του
η ανάγκη ,
να αφήσει πίσω του Μνήμη Αρσενική.

Ενίοτε οι παραδόσεις
ρημάζουν
-το παρόν-.

(Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη, Γαβριηλίδης 2016)

Δεύτερη πτώση

Η πρώτη έμοιαζε με σύγκρουση
σε κράσπεδο.
Χίλια κομμάτια
εκσφενδονίστηκαν παντού.

Αυτή είναι λιγότερο οδυνηρή.
Σκύβεις στην άσφαλτο.
Βρίσκεις πού είσαι.
Διορθώνεις τις ουλές με το νυστέρι.
Ράβεις. Αφαιρείς.

Τα τραύματα είναι η ομορφιά.

(Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη, Γαβριηλίδης 2016)

άτιτλο

και θα μεγαλώνουμε
και θα γκρινιάζεις και θα φοβάμαι
και θα κρύβομαι πάλι
και θα φεύγεις
και θα βλέπουμε τις ρυτίδες να έρχονται
και θα σου κρατώ τα δάχτυλα σφιχτά
και θα σε κοιτάζω με την ίδια προσμονή
και θα περιμένω να μου φέρεις παγωτό βανίλια
και θα σε αγκαλιάζω την ώρα που βαθαίνει ο νους μου
και θα μετανιώνω για όσα δεν σου είπα
και θα θυμώνω με όσα σού φώναξα
και θα είσαι η σκέψη μου
και θα είμαι η φυγή σου
και θα σε αποπλανώ
και θα με παρασύρεις
και θα σε ξυπνώ να πας στη δουλειά
και θα μου θυμίζεις να ποτίσω τον βασιλικό
και θα μου μαγειρεύεις το αγαπημένο μου φαγητό
και θα σου ζωγραφίζω τους τοίχους
και θα θες να πάμε διακοπές για πάντα
και θα θέλω να ζούμε χωρίς ανάσα
και θα κοιμόμαστε κάτω από τ’ αστέρια
και θα με λες ρομαντική
και θα σε λέω αγάπη μου
και θα τρυπώνω μέσα στα μάτια σου
και θα είσαι το καταφύγιό μου
και θα είμαι οι νύχτες σου
και θα είμαστε μαζί
και θα αντέχουμε
-και ναι, κάπως έτσι θα μεγαλώνουμε την αγάπη

(Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη, Γαβριηλίδης 2016)

ενδέκατη εντολή

Σήμερα
κατάλαβα ποια είμαι.
Σαν να μου πέταγαν στο πρόσωπο λάσπη
και κρατώντας ισορροπία
ανυπέρβλητη να πρέπει να σταθώ.
Τον διάβασα το ρόλο μου από μικρή,
ροζ κορδελίτσες,
χάνδρες,
αξεσουάρ
κι ένα μικρό γραμμόφωνο να γρατσουνά στο στήθος
τις Δέκα Εντολές.

Σήμερα ένιωσα το τι σημαίνει
Υπάρχω
ή
εν – Υπάρχω
ή – μάλλον- ακροβατώ
ανάμεσα στο
υπαρκτό και
το ανύπαρκτο.

Σήμερα μου θύμισες τι σημαίνει
Γυναίκα
την ώρα που με άδειαζες ,
-στο νεροχύτη -

(Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη, Γαβριηλίδης 2016)

Λίλιθ

Εγώ είμαι η Λίλιθ , ακριβέ μου.
Ανυπότακτη. Από χώμα.
Δεν είχα να διαλέξω.
Έχει ο σκλάβος την επιλογή;
Φύσηξε μέσα μου το κάλεσμα της φύσης,
γυναίκα που πονά και γίνεται άμμος,
μα οργή Θεού με πέταξε στη Μαύρη Θάλασσα.

Είμαι η Λίλιθ,
εξορισμένη από τον κήπο της Εδέμ,
γιατί σ' αγάπησα,
σε ώρα που δεν έπρεπε.
Μετά ήρθε η Εύα.
Με ακολούθησε -φριχτό κομμάτι από το σώμα σου-
πάντα λειψή, χωρίς ταυτότητα,
αίμα σου μονάχα να ρέει μέσα της.

Εγώ είμαι η Λίλιθ,
δεν με θυμάται πια κανείς,
πώς στάθηκα ίση σου,
ταυτόχρονα μας γέννησε το φως,
δεν σε φοβόμουν, ούτε θέλησα να σε πλανέψω.

Είμαι η Λίλιθ,
ελεύθερη.

( Γι’ αυτό με φόρτωσαν με τόση ενοχή )

(Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη, Γαβριηλίδης 2016)

Βιογραφικό σημείωμα

Γεννήθηκα στην Κέρκυρα το 1977. Σπούδασα στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, στο τμήμα της Ελληνικής Φιλολογίας. Εργάζομαι στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ως φιλόλογος από το 2003. Ποιήματά μου έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Αυγή, στα λογοτεχνικά περιοδικά Θευθ, Μανδραγόρας, Δίοδος, Παρέμβαση, Οδός Πανός και σε ηλεκτρονικές ιστοσελίδες, ενώ έχω βραβευτεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς. Το 2017 ολοκλήρωσα τη φοίτησή μου στο μεταπτυχιακό «Δημιουργικής Γραφής» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Φοίτησα επίσης κατά το ακαδημαϊκό έτος 2019-20  στο μεταπτυχιακό του τμήματος Αρχειονομίας, Βιβλιοθηκονομίας & Μουσειολογίας με τίτλο «Διαχείριση και Ανάδειξη Πολιτιστικής Πληροφορίας» και βρίσκομαι στην εκπόνηση της διπλωματικής μου εργασίας. Παράλληλα από το 2008 σκηνοθετώ και επιμελούμαι μαθητικές παραστάσεις. Η πρώτη μου ποιητική συλλογή «Στην πιθανότητα  στηρίζεται η αγάπη» εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2016 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Η δεύτερη ποιητική μου συλλογή με τίτλο «Το ανεπίδοτο της συντριβής» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα (Οκτώβριος 2017). Παράλληλα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πανός το πόνημά μου «Γώγου και Σέξτον, Η απόσταση που τις ενώνει».