Ο πειρατής στην ποίηση (Ποιήματα)

Ο πειρατής στην ποίηση (Ποιήματα)

Πειρατής. Ο άγριος ληστής των θαλασσών που έκλεβε για ίδιον όφελος. Κουρσάρος. Ο πληρωμένος πειρατής που με τις ευλογίες κυβερνήσεων άρπαζε τη λεία του από καράβια εχθρών. Η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος κι όλες οι μορφές τέχνης τους έδωσαν θρυλικές διαστάσεις, τους μετέτρεπαν συχνά σε αγαπητούς ήρωες. Θα θυμηθούμε κάποια πανέμορφα ποιήματα για πειρατές και κουρσάρους!

Πειρατές-ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΔΑΤΟΥ

Πειρατές
Φυγάδες της νύχτας
πάνω από φράχτες νοητούς
διαφεύγουμε κρατώντας
τα παπούτσια στο χέρι
και κάποια πρόσωπα
μυστικά ακρόπρωρα
για μεγάλο ταξίδι
Οι αγάπες μας
πολύτιμοι λίθοι
λεηλατούνται άγρια
από πειρατές
μιας μονόφθαλμης
πραγματικότητας.

Πηγή: Ούτε δροσιά, Νεφέλη,2002

παλιές γραφές και θαύματα-ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

πειρατικό καράβι στ’ ανοιχτά
μες στην ομίχλη με σημαία τ’ όνειρο
κόκκινο και βαθύ γαλάζιο
σ’ ένα χρώμα μονοσύλλαβο
όπως το δάκρυ τ’ ουρανού
ή το φως
αυτό είσαι

κι εγώ
ρίγος αιχμάλωτο
στον ήχο της φωνής σου
βαθιά στα μάτια σου
κρυμμένη λάμψη
καυτή ανάσα
που ανεμίζει τα μαλλιά σου

έκθαμβος μελετώ
παλιές γραφές και θαύματα
αναζητώ τον μυστικό ορίζοντα
όπου ελλοχεύει η μοίρα

Πηγή: Το μυστικό αλφάβητο, Μανδραγόρας,2010

Fata Morgana-ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Στη Θεανώ Σουνά

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μνήμες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμά του άγια σκουριά που μας γερνά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στην Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.

*

Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιον αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από την Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν' εν' αγόρι μ' ένα μάτι.

Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.

Να 'χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
η το γέρο νάνο απ' την Καντόνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ' όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρά τον καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γειά χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.

Πηγή:Τραβέρσο,1975

Αρμίδα-ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Στον Κώστα Βάρναλη

Το πειρατικό του Captain Jimmy,
που μ' αυτό θα φύγετε και σεις,
είναι φορτωμένο με χασίς
κ' έχει τα φανάρια του στην πρύμη.

Μήνες τώρα που 'χουμε κινήσει
και με τη βοήθεια του καιρού
όσο που να πάμε στο Περού
το φορτίο θα το 'χουμε καπνίσει.

Πλέμε σε μία θάλασσα γιομάτη
με λογής παράξενα φυτά,
ένα γέρος ήλιος μας κοιτά
και μας κλείνει που και που το μάτι.

Μπουκαπόρτες άδειες σκοτεινές,
-που να ξοδεύτηκαν τόνοι χίλιοι;
μας προσμένουν πίπες αδειανές
και τελωνοφύλακες στο Τσίλι.

Ξεχασμένο τ' άστρο του Βορρά,
οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες.
Πάνω στις σκαλιέρες σε σειρά
δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες.

Η πλωριά Γοργόνα μία βραδιά
πήδησε στον πόντο μεθυσμένη,
δίπλα της γλιστρούσαν συνοδιά
του Κολόμβου οι πέντε κολασμένοι.

Κι έπειτα στις ξέρες του Ακορά
τσούρμο τ' άγριο κύμα να μας βγάλει
τέρατα βαμμένα πορφυρά
με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι

Πηγή: Πούσι,1947

«Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό»-ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Τις νύχτες ταξιδεύουμε
λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι
κρυμμένοι πίσω από ξύλινα βαρέλια
περιμένουμε τους πειρατές
ν’ απλώσουν τα κλεμμένα
στο κατάστρωμα.

Ψάχνουμε στα σκοτεινά για κείνα
τα χαμένα όνειρα, το γέλιο μας
και το ασημένιο δακτυλίδι,
τ’ αστέρια που έπεσαν
τις καλοκαιρινές βραδιές
και το μεταξωτό μαντίλι της κόρης.

Πριν το ξημέρωμα κατεβαίνουμε στ’ αμπάρι
αναζητούμε χάρτες με το νησί των θησαυρών
κι εκείνο το παλιό βιβλίο ποιημάτων.

Ύστερα κλέβουμε ρακί
μεθάμε κάποιες μάταιες ελπίδες
και κοιμόμαστε στο ίδιο όνειρο λαθρεπιβάτες.

Πηγή: Λαθρεπιβάτες, εκδόσεις Ένεκεν, 2017

Του κουρσάρου

-Λάλησε ο κούκος στα βουνά
κι ο Νικολής στα πέλαγα.
Μια σκόλη και μια Κυριακή
που τη μπρατσέρα αρμάτωσε,
τα παλικάρια σύναξε
και πάει κουρσάρος για κουρσιά,
να γδύσει τη φτωχολογιά.
Μια φτωχούλα είμαι κι εγώ
κι απέκει θέλησε ο Θεός
κι έγινα καπετάνισσα
και πρώτη Σασαριάνισσα.

-Μια σκόλη και μια Κυριακή
λούζουμου και χτενίζουμου
στο παραθύρι εκάθομου
με τον καθρέφτη στην ποδιά
με το θηλυκουλάκι μου
κι ετήραξα τα πέλαγα,
τήραξα κατά φοριακά
κάτου κατά τη θάλασσα
μην έρχεται η μπρατσέρα μας.

Ενότητα: Μανιάτικα θαλασσινά τραγούδια και μοιρολόγια
Πηγή: Θαλασσινή ποιητική ανθολογία,Εκδόσεις Δωδέκατη ώρα,Αθήνα,1968

Η ζαργάνα ή κουρσάρικο καράβι

Στο παραθύρι εκάθομουν
εγώ κ' η θυγατέρα μου
κ' ετήραξα στα πέλαγα,
κατά τη μούντα του Σταυριού,
μην έρχεται η Ζαργάνα μας,
Δημήτρη,κουτουδιάρακα
στη θάλασσα και στη στεριά,
Παναγιωτάκη μοναχέ,
που 'τρωες φτακρίσαρο ψωμί,
και συ φουντή αμερδίκωτε.

Ενότητα: Μανιάτικα θαλασσινά τραγούδια και μοιρολόγια,
Πηγή: Θαλασσινή ποιητική ανθολογία,Εκδόσεις Δωδέκατη ώρα,Αθήνα,1968

Για ένα μικρό θαλασσινό-ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ

Κουρσάρε δωδεκάχρονε στις ανθισμένες θάλασσές μας.
Τούτος ο πρωινός σου ζήλος,
πόσα καβούρια να μάζωξε βραχοπατώντας,
βεργολύγιστος ο ίσκιος πόσα
του μεσαυγούστου φρούτα σκαρφαλωμένος να δάγκωσε τα δέντρα:
Όπου περνάς,
δίπλα στο θυμάρι τ'όστρακο της τρικυμίας,
πάνου στο σκίνο
στεγνώνει και ράβει ο ήλιος την πουκαμίσα σου.
Άιντε,γιαλό γιαλό,να πιάσουμε χορό,με γλάρους και δελφίνια.
Θάλασσα,πικροθάλασσα και πικροκυματούσα,
θάλασσα κυρ'αδερφή με τα κλαμένα μάτια έγνοια πικρή,
σαλπάρισε ο γιαλός σου,με τους ολάνθιστους μπαξέδες
με το κλαρίνο σου σεβντά πίσω από τις άσπρες μάντρες.
Ωχ,βάρκα θέλω ν' αρματώσω με σαράντα δυο κουπιά.
Σιγά,λεβέντη μου σιγά,μη και φανείς αψύς
κ'οι γέροι σου δακρύσουνε
κ'οι λεμονιές μη δέσουνε νωρίς τον άγουρο καρπό τους,
έτσι που πας σκαλί-σκαλί για ν'ανταμώσεις τ'άστρα.
Σύρε ν'ανοίξεις το παράθυρο στου Αιγαίου το πανηγύρι.
Τούτο το μεσοκαλόκαιρο σφαδάζει στους πράσινους τους ίσκιους
τούτο που θα'ρθει το μελτέμι θρύλους θα φέρει μπαρμπερίνικους,
μπρίκι δικάταρτο,σου κουβαλά θεριό το κύμα στο θυμό του.
Κουρσάρε δωδεκάχρονε στις ανθισμένες θάλασσές μας.
Πες μου,πούθε βαστάει η γενιά σου και σφάλλεις έτσι αλύπητα
πάνου στις ψαρόβαρκες
που λιάζονται στα ταρσανά δεμένες.

Πηγή: Η τόλμη των κυμάτων,1955

Η Τζένη των πειρατών-ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

Κύριοι μου καλοί, με πληρώνετε εδώ, και σας κάνω όλα τα γούστα
και μου ρίχνετε πεντάρες και σας λέω ευχαριστώ
στο φτηνό ξενοδοχείο στη φτηνή την προκυμαία
και δεν ξέρετε σε ποια μιλάτε (μα δεν ξέρετε σε ποια μιλάτε)
Μα ένα βράδυ βουητό στο λιμάνι
κι όλοι λεν τι είν’ αυτό το βουητό
και αλλάζω τα σεντόνια και γελάω κι όλοι λεν (αυτή γιατί γελάει)
Κι ένα μαύρο καράβι με πενήντα κανόνια στο λιμάνι έχει μπει
Κύριοι μου καλοί σας λυπάμαι καθώς παζαρεύω ποιον θα πάρω τη νυχτιά
γιατί σε κρεβάτι απόψε δε θα κοιμηθεί κανείς
μα σας λέω την ταρίφα και γελάω κρυφά
που δεν ξέρετε ποια είμαι εγώ (που δε μάθατε ποια είμ’ εγώ)
Και μέσα στη νύχτα ουρλιαχτό στο λιμάνι
κι όλοι λεν τι ’ναι αυτό το ουρλιαχτό
και ορμάω στο παράθυρο με γέλια κι όλοι λεν (τι πανηγυρίζει)
Και το μαύρο καράβι κατά πάνω στην πόλη τα κανόνια γυρνά
Κύριοι μου καλοί τώρα πια δε γελάτε τώρα η πόλη έχει γκρεμιστεί
κι όλα τα βρωμόσπιτά σας τα γκρέμισαν σε μια νύχτα
απομένει μονάχα το μπορντέλο τούτο δω (κι απορείτε γιατί τ’ άφησαν αυτό)
Μόνο το μπορντέλο στέκει όρθιο στην πόλη
και ρωτάτε ποιος να έμενε εδώ
και θα βγω στην πόρτα εγώ σαν ξημερώσει και θα πουν (γι’αυτήν ήτανε λοιπόν)
Και το μαύρο καράβι τη σημαία σηκώνει να με υποδεχτεί
Και κοντά μεσημέρι, εκατό μαύροι άντρες βγαίνουν από το καράβι και σας πιάνουν,
και θα δέσουν μ’ αλυσίδες όποιον
είχα πελάτη και δεμένους μ’ αλυσίδες θα σας φέρουνε μπροστά μου.
Και θα με ρωτούν ποιανού κεφάλι θέλω (και θα με
ρωτούν ποιανού κεφάλι θέλω).
Κι όταν θα χτυπάει μεσημέρι στο λιμάνι θα ρωτάτε ποιος θα κρεμαστεί…
Και θ’ ακούσετε ν’ αποφασίζω: όλοι.
Κι απάνω στα κεφάλια σας θα πω: έτσι!
Και το μαύρο καράβι τα πανιά του ανοίγει και με παίρνει μακριά.

Πηγή: www.greeklyrics.gr

Το τραγούδι του πειρατή-ΧΟΣΕ ΕΣΠΡΟΝΣΕΔΑ ΔΕΛΓΑΔΟ

Πάνω απ' τα κύματα λες και πετά,
βοριάς στην πλώρη και σ'όλη τη ράντα
ένα καράβι που στην κάθε του μπάντα
δέκα μπούκες κανόνια κοιτούν στ' ανοιχτά.

Μπουκανιέρων σκαρί
με τ'όνομα "Ο Τρόμος"
που κάνει να τρέμουν
χιλιάδες εχτροί.

Ψηλά απ'τα νερά τ'αδέλφι φεγγάρι
στα ξάρτια του ανάμεσα ανέμοι σφυρούν,
τα πλατιά κύματα της θάλασσας στρώνουν
ασημιές και γαλάζιες πλάκες παντού.

Σβαρνώντας τη γέφυρα ο καπετάνιος
τραγουδάει με μπρίο,καμαρωτός:
Δεξιά του η Ασία,μπρος του η Ευρώπη
το Βυζάντιο νάτο με τ'αμέτρητο βιος.

"Πέτα κατάβι μου,πέτα μη τρέμεις,
δεν υπάρχουν για σένα επικίντυνοι εχτροί,
αψηφάς το σιφούνι,αψηφάς τη μπουνάτσα
απ'τη ρότα σου ποιος να σε βγάλει μπορεί.

Μπρατσέρα μου
φορές είκοσι γέμισες κούρους
σε πείσμα του Εγγλέζου
με κυνηγητό.
Τη χέρα μου
συ μου την άπλωσες κιόλας
σε τόπους,σε χώρες,
δουλειές εκατό.

Το καράβι μου είναι ο θησαυρός μου
και Θεός μου είναι η Λευτεριά
στιβαρό χέρι κι άνεμος νόμος μου είναι
τη θάλασσα έχω πατρίδα μου πια.

Ας τρέχουνε πόλεμο να ξαπολύσουν
βασιλιάδες τρελοί
για ν'αρπάξουν λίγα χωράφια.
Όσα βλέπω εγώ είν'όλα δικά μου,
μόνο ο Θεός είναι δω που προστάζει
και με,και τη θάλασσα,όταν μανιάζει.

Την κάθε ακτή
την κάθε σημαία
οικόσημα,πύργους
να τρέμουν τα κάνει
ένα μου βλέμμα.
Δεν είναι κανένας
που να'χει το θάρρος
να τα βάλει μαζί μου.
Μήτε ο χάρος!

Το καράβι μου είναι ο θησαυρός μου
και Θεός μου είναι η Λευτεριά
στιβαρό χέρι κι άνεμος νόμος μου είναι
τη θάλασσα έχω πατρίδα μου πια.

Αρκεί μια κραυγή μου " Όρτσα μπρατσέρα
το νου σας,ολέ,
βίρα,συντρόφοι,με δύναμη όλοι!'
και τρέχει και φεύγει για να κρυφτεί.
Των κυμάτων στα πέλαγα είμ' ο αφέντης
τρέμουν μπροστά μου της γης οι τρανοί!

Όσα φέρουν ένα ρεζάλτο
είν'του τσούρμου
κ'οι συντρόφοι τα μοιράζουν
-έξω εγώ-
μα μια όμορφη κοπέλα
δε μοιράζεται
τι πέφτει
μοναχά στον αρχηγό!

Το καράβι μου είναι ο θησαυρός μου
και Θεός μου είναι η Λευτεριά
στιβαρό χέρι κι άνεμος νόμος μου είναι
τη θάλασσα έψω πατρίδα μου πια.

Σε θάνατο κι αν με δικάσουν
δε μου καίγεται καρφί,
εγώ στο ριζικό πιστεύω
κι ό,τι γράφει στο χαρτί!

Όποιος κόντρα μου πηγαίνει
ας προσέξει
μη τον δούμε κρεμασμένο
στο πλωρίσιο το κατάρτι
με σκοινί ξίγκι αλειμμένο.

Κι αν με πιάσουν;
Η ζωή μου πια για μένα
πήρε τέλος
σαν απ' το λαιμό
αποτίναξα του σκλάβου
σα γενναίος το ζυγό.

Το καράβι μου είναι ο θησαυρός μου
και Θεός μου είναι η Λευτεριά
στιβαρό χέρι κι άνεμος νόμος μου είναι
τη θάλασσα έχω πατρίδα μου πια.

Κ' είναι μένα η μουσική μου
του βοριά τα ουρλιαχτά
η αλυσίδα που με κρότο
στο κατάστρωμα χτυπά,
το πλαφ πλαφ της θάλασσάς μου
μες στο σκοτεινό νερό
και των κανονιών μου ακόμα
το βαρύ το μουγκρητό.

Αν η μάνητα τ'ανέμου
οι βροντές,οι κεραυνοί
κάνουν το σκαρί να τρίζει,
εγώ ήσυχος κοιμάμαι
δεν ακούω σαματά,
κ'η φουρτούνα του πελάγου
σαν μια κούνια με κρατά.

Το καράβι μου είναι ο θησαυρός μου
και Θεός μου είναι η Λευτεριά
στιβαρό χέρι κι άνεμος νόμος μου είναι
τη θάλασσα έχω πατρίδα μου πια.

Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη-Παπά
Πηγή: Νέα Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά, Διόσκουροι

«Blind Pew» -ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ

Μακριά απ’ τη θάλασσα, της μάχης τη μανία
ό,τι η αγάπη έχασε το ξεπληρώνει
ο τυφλός πειρατής πεινά, κρυώνει
και διασχίζει χωματόδρομους στη Βρετανία.

Του γάβγισαν σκυλιά πίσ’ από μάντρες,
κοιμήθηκε ανήσυχο ύπνο, σε σκαλάκια,
σε λάσπες μαύρες, βρομερά χαντάκια,
που πήραν στο κορόιδο γυναίκες κι άντρες.

Όμως σε κάτι χρυσαφένια ακρογιάλια
ξέρει πως ένας θησαυρός τον περιμένει
κι έτσι η ψυχή του ησυχάζει αλαφρωμένη.

Όπως κι εσένα, σ’ άλλα λαμπερά ακρογιάλια
σε περιμένει ένας θησαυρός αρχαίος:
ο μέγας θάνατος, ακαθόριστος μα αναγκαίος.

μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης
Πηγή: Χόρχε Λουίς Μπόρχες- Ποιήματα, εκδόσεις Πατάκης

Ο Κουρσάρος-ΛΟΡΔΟΣ ΜΠΑΪΡΟΝ (Άσμα Πρώτο)

"Στων ωκενανών τους κάμπους, με τα κύματα π'αφρίζουν
Τρέχει αδούλωτη η ψυχή μας,σαν τ'αγέρια που σφυρίζουν.
Όπου φτάνει να ξαπλώσει τ'αγεράκι τα φτερά του,
Όπου φτάνουν αφρισμένα τ'άγρια κύματα,ως κει κάτου
Κ'η πατρίδα των κουρσάρων. Όσοι μπρος τους απαντάνε
Την παντιέρα μας,σα σκήπτρο ταπεινά την προσκυνάνε.
Με την ίδια χαρά τρέχομ' απ'τη μάχη στην ειρήνη,
Κι από την ανεμοζάλη στην ακύμαντη γαλήνη.
Ποιος μπορεί να παραστήσει... Όχι συ,της ανομίας
Σκλάβε άνανδρε,που τρέμεις τη βοή της τρικυμίας!
Μήτε συ, τύραννε μαύρε! Που ηδονή δε σου απομένει
Αδοκίμαστη και τέλος μήτ' ο ύπνος δε σ'ευφραίνει.
Μόνο κείνος που δεν έχει μες τα πέλαγα σκιρτήσει,
Που δεν έχει με τη λύσσα των ανέμων πολεμήσει,
Δεν μπορεί να παραστήσει την ορμητική ευτυχία
Που τον πλημμυράει σαν τρέχει συντροφιά με τα στοιχεία.
Π' ανυπομονεί ζητώντας να χιμήσει στον αγώνα,
Κι όσα τρέμουνε τα πλήθη,τον ευφραίνουν, αυτά μόνα.
Κει που φεύγ' η χλωμή δείλια,τον φλογίζουν μάχης πόθοι,
Κι όπου αισχρά λιγοψυχάνε τόσοι άλλοι, εκείνος νιώθει.

Μετάφραση: Λεωνίδας Ραζέλος
Πηγή: Ο κουρσάρος,Εκδοτικός οίκος Γανιάρη,Αθήναι

Γράμμα από το Μεξικό- ΤΡΙΣΤΑΝ ΚΟΡΜΠΙΕΡ

Μου εμπιστευτήκατε τον μικρό. – Πέθανε.
Και πολλοί σύντροφοι μαζί του, καημένο, ακριβό πλάσμα.
Το πλήρωμα… δεν υπάρχει πια. Θα ξαναγυρίσουν ίσως
μερικοί από εμάς. – Είναι η μοίρα. –

Τίποτα δεν είναι ωραίο σαν κι αυτό – Ναύτης – για έναν άντρα˙
όλος ο κόσμος θα το ΄θελε στη στεριά – Σίγουρα ναι.
Χωρίς τους μπελάδες. Μόνο αυτό: Δέστε πόσο
είναι σκληρή ακόμα και η μαθητεία.

Κλαίω γράφοντας αυτά, εγώ ο Γερο-Κουρσάρος.
Θα 'δινα και το πετσί μου χωρίς καθόλου παρακάλια
για να σας τον στείλω πίσω… Εγώ δε φταίω:
η συμφορά αυτή δεν έχει αιτία.

Ο πυρετός είναι εδώ όπως ο Μάρτης τη Σαρακοστή.
Στο νεκροταφείο πας να πάρεις το συσσίτιό σου.
Ο ζουάβος το ονόμασε αυτό – είναι, βλέπετε, Παριζιάνος –
Κήπο εγκλιματισμού.

Παρηγορηθείτε. Οι άνθρωποι ψοφάνε σαν μύγες.
… Βρήκα στο σάκκο του ενθύμια καρδιάς:
Το πορτραίτο μιας κοπέλας, και δυο πασουμάκια,
και: σημείωση – Δώρο για την αδερφή μου. –

Αφήνει μήνυμα στη μαμά: ότι έκανε την προσευχή του.
Στον πατέρα: ότι θα προτιμούσε να πεθάνει στη μάχη.
Δυο άγγελοι ήταν εκεί στην τελευταία του ώρα:
Ένας ναύτης. Ένας γέρος στρατιώτης.

Μετάφραση: Αθηνά Βουγιούκα
Πηγή: Δημήτρης Νικορέτζος - Νίκος Καββαδίας, Ο τελευταίος αμαρτωλός,Εκδόσεις Εντός,2001


Έρευνα-Επιμέλεια αφιερώματος: Αγγελική Καραπάνου

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;