Ο κατιφές στην ποίηση (Ποιήματα)

Ο κατιφές στην ποίηση (Ποιήματα)

Κατιφές ή καλέντουλα. Ένα άνθος που συμβολίζει την καλοτυχία. Για να δούμε πώς το ζωγράφισαν οι ποιητές!

Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο-ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού: ένας κόσμος χαμένος.
Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ’ τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ’ τ’ αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο, διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).
Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ’ το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.
Η νύχτα μας βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ’ αμπριά.
εκεί μέσα μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ’ ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας το κλουβί στο παράθυρο,

τα μάτια των κοριτσιών, το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορα μας,
την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα, που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ’ το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ’ το θάνατο.
Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Το ότι πέθαναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα ‘ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά, σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

Πηγή: Άπαντα Νικηφόρου Βρεττάκου

Ξημέρωμα-ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

O πατέρας φορούσε συνήθως έναν κατιφέ στο πέτο, κι η μητέρα
μια ρόμπα με ζωγραφιστά αρχαία ειδύλλια
κι όταν παίζαμε στην αυλή πατούσαμε μόνο στις άσπρες πλάκες:
έτσι δε βγήκαμε ποτέ απ’ τ’ όνειρο
η μικρή Άρκτος ερωτοτροπούσε με τον Σεπτέμβριο
ω παιδικότητα: αιωνιότητα αμετάφραστη
κι ο Θεός που απ’ τις δακρυσμένες προσευχές των παιδιών που
φοβούνται τη νύχτα
φτιάχνει τις πρώτες γαλάζιες γραμμές της μέρας που στέλνουν
την ελπίδα στους ναυαγούς.

Πηγή:Ποίηση, Tόμος Tρίτος 1979-1987, Kέδρος, 1991

στο δάσος-ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ -ΡΟΥΚ

Μέσ’ απ’ τα φύλλα σ’ είδα
μέσ’ απ’ τα νερά σ’ είδα
στο φως των φύλλων
στα φύλλα των νερών
μέσ’ απ’ τα νερά-φεγγάρια
στις λίμνες στους καταρράχτες σ’ είδα
στις λίμνες που φτιάχνει το φως
στους καταρράχτες που κατρακυλάει το φως
το φως γύρ’ απ’ το σώμα σου.
Ερχόσουν προς το άνοιγμα των δέντρων
πατώντας πετώντας
πάνω στις σταλαγματιές
γυαλιστερές θωπείες
στο ανυπόταχτο μαύρο της νύχτας…
Α! η νύχτα αχνίζει πίσω απ’ τους ώμους σου
αχνίζει σε φτερούγες
και λάμπει μυστηριακό ένα τρίγωνο
στο στήθος σου: στόχος εκθαμβωτικός
της ωραιότητας.
Απ’ την πελούζα, τα πολυτρίχια
ως ψηλά στους στεφάνους
των υπέρτατων κλάδων
το άνω διάζωμα της τρέλας
μες στη φύση
τις φωνές των σβολιασμένων νεκρών
την πηγή της πηγής
το αβάσταχτο πουλί της θλίψης
ακούω με τη δική σου τη φωνή
π’ ανεβαίνει από τα βάθη
εκεί που η χολή και η ψυχή
ομόφωνα αρνιούνται να πεθάνουν.
Ό,τι δικό σου παραληρεί
στα σύδεντρα, στις χλοερές αυτοκρατορίες
των ονείρων,
στις περίλαμπρες σιωπές του κισσού
στης φτέρης τις βουβές συγκοπές
στις κρασάτες λιγοθυμιές των φθινοπωρινών φύλλων.
Το νόημά σου αναβλύζει:
ότι καμιά ζωή
δεν είναι πιο δυνατή απ’ τον πόθο
καμιά πράξη πιο τελειωτική
από την ποίηση.
Εκεί που μ’ άγγιξες
εκεί που άνθισα
εκεί που πήγα να πεθάνω
εκεί απ’ όπου σε καλώ
λατρεύοντας τη φύση σου την «άλλη»
εκεί που σταυρώθηκα
εκεί που μαρτύρησα
για τη νεραϊδένια σου τη χάρη
εκεί που ο έρωτας λαφρής
μα με βαρύτατες συνέπειες στα νερά…
Ατίθασε στη νομοτέλεια του πραγματικού
πες μου πως θα σε δω ξανά
στα ξέφωτα να βγαίνεις
με τα λιγνά σου πόδια
τυλιγμένα στις γλυσίνες
με σπέρμα πουλιών
στις ρίζες των μαλλιών σου
εσύ που φέρνεις τον ουρανό
που 'χασα ώρες κοιτώντας απ’ το παράθυρο
τα κοράκια ν’ αλλάζουν κατοικία
εσύ που λες τις λέξεις
σα να 'σαν άγριοι κατηφέδες στις πλαγιές
εσύ που λάμπεις χείλια-λόγος
εσύ, ο υπέρτατος οργανισμός
της ποίησης στο ρέμα.

Πηγή:Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (1982:9-10) Ενάντιος Έρωτας, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα.

Εις αναζήτησιν-ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

Νύχτωσε
Κι από τους κατιφέδες το φως μεταναστεύει
Στου γαλαξία την οροσειρά

Νύχτωσε
Κι έξω απ’ τις πόρτες του νησιού
Τη φυσαρμόνικά του παίζει ένας παρωρίτης
Ενώ μια απόχη βιολετιά της μελωδίας τα σμήνη
Σε δίχτυα παγιδεύει

Νύχτωσε
Και σε δρομάκια αφώτιστα, μες σε φριχτά χαμώγια
Αρχάγγελοι μοναχικοί με μια φτερούγα στο πλευρό
Θλιμμένοι τριγυρίζουν και ψηλαφούν στα σκοτεινά
Να βρουν άλλους αγγέλους που τη φτερούγα τους
Κι αυτοί έχασαν και θρηνούνε

Τους ψάχνουνε ν’ αγαπηθούν, ν’ αγκαλιαστούν
Για να μπορέσουν να πετάξουν

Πηγή: Εν τη ρύμη του νόστου,1999

H μοτοσυκλέτα-ΑΝΤΩΝΗΣ Δ.ΣΚΙΑΘΑΣ

Στον Δ. Σ.

Αυτή τη φορά, τη βρήκα χωρίς καλάθι, το δέρμα της
σέλας σχεδόν λιωμένο,
τα ελατήρια ήδη είχαν αρχίσει να δείχνουν
τις δεκαετίες της εγκατάλειψης.
Το φανάρι, σπασμένο από τότε, φιλοξενούσε
τα φύλλα που έφερνε το αγιάζι,
στη θέση του μπροστινού λάστιχου
δυο τσιμεντόλιθοι στήριζαν
το σακάτικο κορμί της.
Το δαιμονισμένο μοτέρ σάπιζε, παρόλο το μουσαμά
που το είχε τυλίξει ό ενωμοτάρχης.
Ό Αλέξανδρος Καπόπουλος την ήθελε
ως απόδειξη της ύπαρξής του.
Κάθε Κυριακή τη σαπούνιζε, τη λάδωνε και πίσω
στο καλάθι κρέμαγε μια μικρή γαλανόλευκη
όπως στις επετείους.
Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας
είχε υπηρεσία μπροστά στο υπόγειο
του Τετάρτου Αστυνομικού Τμήματος.
Αυτός μάρσαρε ή την άφηνε να δουλεύει
στο ρελαντί, και οι συνάδελφοί του
ανέκριναν τους παραβάτες της συνοικίας,
στο υπόγειο.
Ό στόχος της οργάνωσης ποτέ δεν επετεύχθη.
’Όχι γιατί δεν βρέθηκε ένα μπιτόνι βενζίνη
και ένα κουτί σπίρτα,
αλλά γιατί η μεγαλύτερη αντιστασιακή πράξη
της γειτονιάς καρφώθηκε στον ενωμοτάρχη.
Αυτή τη φορά την άφησα χωρίς μοτέρ, το πήρα για
το μικρό προσωπικό μου μουσείο.
Ό Καπόπουλος από καιρό άφηνε το πεζοδρόμιο
χωρίς ασβέστη
και τους κατιφέδες στους γκαζοτενεκέδες
να ξεβλαστώνουν.
Το Αστυνομικό Τμήμα είχε μεταφερθεί
και το υπόγειο είχε γίνει κατοικία
Βαλκάνιων μεταναστών.
Την επόμενη φορά που θα τη συναντήσω,
προφασιζόμενος τις εκλογές,
ίσως να λείπει και αυτή.
Το ΗΡΩΟΝ
της συνοικίας κατεστραμμένο
και οι ήρωες
μετανάστες στις βόρειες συνοικίες της πόλης .

Πηγή:Χαίρε Αιώνα,Νέο Επίπεδο,Εκδόσεις Χειροκίνητο,2002

Το πρόθυμον πνεύμα -ΒΑΝΝΑ Γ.ΠΑΣΟΥΛΗ

γρύπνησα χρόνους πολλούς
πλάϊ στά σήμαντρα ρχαιοπρεπν ναΐσκων.
Δίπλα στίς γλάστρες μέ τούς κατηφέδες
φησα τό φλυτζάνι το καφέ
καί μές στό χμα τους τή στάχτη
π’τό τσιγάρο μου
πλήν ν καιρ
καί εταξί μεγάλ
τακτοποίησα τό χρο πως ρμοζε
σπου ποκοιμήθηκα ρθρου βαθέος.

Ξύπνησα τρομαγμένη ψάχνοντας στίς ποσκευές
τόν ναπτήρα μου τουλάχιστον
γιά τή λαμπάδα.

Πηγή: «Μέρες το νόστου», ριδανός, 2008

Ανάσα-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

Σαν τον αέρα
Που φυσσά ανάμεσα
Από τις καλαμιές,
Η ανάσα σου.
Με την αγωνία εκείνη
Της τελευταίας αναπνοής.
Το επέκεινα σε περιμένει.
Έβγαλες εδώ και καιρό
Το φρουρό στη στέγη.
Οι φρυκτωρίες
Έτοιμες ν’ ανάψουν
Κι η νεκρική πυρά
Με τα φασκόμηλα
Και τους κατιφέδες
Παλέψαμε το θηρίο
Μέσα μας.
Τώρα ο δαΐμων
Αφηνιάζει
Που χάνει τη στέγη του.
Ο ξενιστής ξαναγυρίζει
Στην Εστία.
Ο Οδυσσέας
Κουράστηκε να τρυγάει
Το γάλα
Από ξένες αγκαλιές.
Και το ερπετό
Της σπονδυλικής στήλης
Πισωπατεί
Ορθοπλωριάζει
Διχογνωμεί
Περιδρομιάζει
Πηλαλεί
Τηλώνεται
Ορθοστατεί
Πεδικλώνεται
.
Ποτέ δεν φαντάστηκα
Ότι ο θάνατος
Θα ήταν τόσο μεγάλη
Ανακούφιση.
Κάποιος να ενημερώσει
Τον εσμό τών βροτών
Που δειλιάζει
Γυρεύοντας στην Ύλη
Τη λύτρωση,
Ζητιανεύοντας για μια ακόμα
Ανάσα,
Δανεική
Από τα ξωτικά τού ελέους

Μόνο που η χάρη
Θέλει αντίχαρη.
Κι η αγωνία τών όντων
Μέσα στο συγκρητισμό
Τών χρωμάτων,
Στην πλακόστρωση
Τών κρηπιδωμάτων
Αποφαίνεται
Δακρυσταγής.

Αγρόκτημα Κ. Κ., 30/9/2013

Πηγή: Στυλίτης,Αθήνα,2014

Παλιά συνεργεία-ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Στα παλιά τα συνεργεία μαύρα τα πατώματα,
μαύρες οι καρδιές ανθρώπων, μαύρα τα τοιχώματα.

Μόνʼ ασπρίζουνε στον πάγκο τα φλιτζάνια του καφέ
δεν μυρίζει μαντζουράνα, δεν μυρίζει κατιφέ.

Στα παλιά τα συνεργεία πήζει μηχανέλαιο
και ξεπλένουν εργαλεία μόνο με πετρέλαιο.

Γύρω βίδες, κατσαβίδια, πεταμένα ρουλεμάν
κι οι μαστόροι ιδρωμένοι όλο κάτι πολεμάν.

Στα παλιά τα συνεργεία έχʼ αφίσες με γυμνές
έχει όμορφα κορίτσια που δε θλίβονται ποτές.

Βλέπουν λάγνα τους τεχνίτες να κρατάνε τα κλειδιά
κι από τη μαυρίλα κόβουν μια μεγάλη ψαλιδιά.

Πηγή: Παλαιοπωλείο ασμάτων,Τραγούδια για πράματακι αισθήματα παλιά,Φαρφουλάς,2013

το ρεμάλι-ΜΑΙΡΗ ΠΕΣΤΡΟΒΑ

Να σ’ άγγιζα λιγάκι
στόμα πικρό
στα μακρινά ταξίδια σου
και να χαθώ
τσιγάρο ατέλειωτο
πυκνός καπνός
η μέρα φάνταζε
σαν χωρισμός

[ Σαν ρεμάλι τριγυρνώ
μοναχό και ξένο
την δική σου ξενιτιά
περιμένω ]

Έγινες κυκλάμινο
φίνος κατιφές
χύθηκαν στα δάκρυα
νότες απαλές
πάρε το τραγούδι μου
κάνε το φωτιά
τα αγρίμια τριγυρνούν
στην ξερολιθιά.

[ Σαν ρεμάλι τριγυρνώ
μοναχό και ξένο
την δική σου ξενιτιά
περιμένω ]

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση -Fractalart

Μισεμός-ΝΙΚΗ ΜΟΥΝΤΡΑΚΗ

Ένας σωρός από χαλάσματα και θλίψη.
Ξέπνοο είναι το πέτρινο σπίτι
που φάνταζε στα παιδικά μάτια σου
με κάστρο βενετσιάνικο.
Ο περίβολος, μια εσωτερική αυλή
ο φούρνος, το πηγάδι
κι ο υπερυψωμένος κήπος
που σμίγανε χρώματα και μυρωδιές
από τα γιασεμιά, τις ροδαριές
τους καντιφέδες.

Και μια κυρά, δυο μέτρα αφέντρα
υφαίνει, ζυμώνει και θερίζει.

Τώρα, σαν μίσεψε η κυρά,
μια *δεσπολιά απέμεινε
μονάχη στο περβόλι
και 'χει για συντροφιά
φραγκοσυκιές που αντέχουνε
στην κάψα και στη λήθη.

*δεσπολιά: η μουσμουλιά

Πηγή: Ανέκδοτο,Προσωπικό προφίλ Facebook

Άτιτλο-ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

Ν’ αρέσουνε οι κριτικοί
μ’ αρέσουν κι οι Βολιώτες
αρέσει κι ο τσαμπουκαλής που στραμπουλάει κότες
λυκόπουλα γαλοπούλα ναρκίσσους κατιφέδες
που σειέται κλαίει ακκίζεται
ως ζεν πρεμιέ πίνοντας σκατς με ολίγη από κεφτέδες
Αθήνα και περίχωρα γίνανε άνω κάτω
φεύγουν οι μεν στις εξοχές του Δίου
οι άλλοι κλείνουνε βραδιές στον Ιανό Σταδίου
να απαγγείλουν ποιήματα να ακούσουν νότες πιάνου
Εσύ τ’ αφήνεις εγώ τα πιάνω

Πηγή:ποιήματα μικρόσωμα, άσωτα & φαντασμένα στα όρια του πολίτικαλ κορέκτ,Μανδραγόρας,2014

τον πάτο του ντελβέ-ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ

Στης πεθεράς μου την αυλή ανθούν οι κατιφέδες
Μαζεύονταν οι φίλες της να πιούνε τους καφέδες
Να θάψουν όσες λείπανε οι τωρινά παρούσες
Και την επαύριο έθαβαν αυτές που ήταν απούσες

Μα ο απώτερος σκοπός ήτανε το φλιτζάνι,
Που έκρυβε το ίζημα από καλό χαρμάνι
Η πεθερά μου έπαιρνε ύφος καρδιναλίου
Προφυλαγμένη απ’ τη συκιά στη ζέστη του ηλίου

Είχε όμως και την έννοια της, η πόρτα να μην τρίξει
Κι εμφανιστεί ο σύζυγος που σίγουρα θα φρίξει
Φλιτζάνια ανάποδα σωρό επάνω στο τραπέζι
Κι η πεθερά μου σοβαρή, τη Βασιλειάδου παίζει

-Τι βλέπω εδώ Θοδώρα μου; Ολόχρυσες δυο βέρες
Που δε θ’ αργήσουνε θαρρώ, θα ’ρθουν σε λίγες μέρες
Μήπως αρραβωνιάζετε τη Φρόσω τη μεγάλη;
Άντε! η ώρα η καλή, παίρνει σειρά κι η άλλη.

Τα λόγια τα ’νιωθε σφυριές στ’ αφτιά της η Θοδώρα
Γιατ΄ ήτανε για την μικρή οι βέρες και τα δώρα
Η μεγάλη είχε τη σειρά, ο διάολος να πάρει,
Μα τα σημάδια πήγαιναν για της μικρής τη χάρη

Η πεθερά μου έπαιρνε μπόνους απ’ τη μαντεία
Που στην πραγματικότητα ήτανε μαγγανεία
Άρπαζε υπονοούμενα της κάθε μιας κυρίας
Και τα περνούσε στον ντελβέ «υψίστης σημασίας»

Καμιά φορά συνέπιπτε η μαντεία με τον πόθο
Κι η πεθερά μου έπαιρνε το εύσημο το πρώτο
Η φήμη, έρπουσα ηδονή, αθόρυβα σε βρίσκει
Στο παραμύθι, στην πειθώ, αρκεί να έχεις τύχη

Ο πεθερός μου ήτανε της αγοράς σινάφι
Αυτά τα κουραφέξαλα τα έλεγε συνάχι
Κάποιος γνωστός στην αγορά (κι αυτός …συναχωμένος)
Απ’ την απάτη βρέθηκε μπρικοεξαρτημένος

-Ψάχνω στον πάτο του ντελβέ, το πρόβλημα να λύσω
Κι ας λες εσύ Αντώνη μου. Άντε να μη μιλήσω…
Γιατί θα πάψεις να γελάς και επιτέλους φτάνει,
Αφού η κυρά σου τα γροικά όλα μες στο φλιτζάνι

Τα λόγια του ήτανε σπαθιά, δεν ήτανε αστεία
Κι ο πεθερός μου τρύπωσε στην ιεροτελεστία
Φλιτζάνια, μπρίκια και καφές βρεθήκανε στο δρόμο
Κι η πεθερά μου έπαψε να ξεγελά τον κόσμο.

Πηγή: https://www.chalandri.gr

Μια νέγρα- ΟΥΛΙΑΜ ΚΑΡΛΟΣ ΟΥΙΛΙΑΜΣ

κουβαλά ένα μπουκέτο κατιφέδες τυλιγμένους
με μια παλιά εφημερίδα: τους κρατά όρθιους,
με τα άνθη να εξέχουν, τα χοντρά της πόδια
την κάνουν να περπατά σαν πάπια
καθώς κοιτάζει τη βιτρίνα του μαγαζιού
που προσπερνά στο διάβα της.
Δεν είναι παρά ένας πρεσβευτής
από έναν άλλο κόσμο
έναν κόσμο ωραίων κατιφέδων
δυο αποχρώσεων
που χωρίς να το ξέρει διαλαλεί
πως άλλο δεν κάνει απ’ το να
περπατά στους δρόμους κρατώντας
όρθια τα λουλούδια
σαν πυρσό
τόσο νωρίς το πρωί.

Πηγή: “Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς – Ποιήματα” σε εισαγωγή – επιλογή -μετάφραση Γιάννη Λειβαδά,εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2007.

 

Έρευνα-Επιμέλεια αφιερώματος: Αγγελική Καραπάνου

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;