Η ντάλια στην ποίηση (Ποιήματα)

Η ντάλια στην ποίηση (Ποιήματα)

Μάιος, Ο κατεξοχήν μήνας των λουλουδιών. Καλό μήνα φίλοι μου με ένα αφιέρωμα στην ντελικάτη ντάλια!

Μέσ' στο σπιτάκι μου...-ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

Μέσ’ στο σπιτάκι μου ήταν μια φορά
της ξεγνοιασιάς το μύρο.
Και γω ήμουν το τραγούδι με φτερά
που ξεπετιόταν γύρω.

Μα λίγο λίγο πίκραινε ο σκοπός
στα παιδικά μου χείλη
και σάμπως ένας χρόνος αγριωπός
νάχε άξαφνα ανατείλει.

Λυγίστη του πατέρα μου η βουλή
στα θαλασσιά του μάτια
κ’ έκλεισαν σα να βάρυναν πολύ.
Μέσ’ στ’ άφωνα δωμάτια,

Περήφανη η μητέρα μου κι’ ορθή
στα πλουμιστά σαντάλια,
λες άφησε η ψυχή της να παρθεί
στοχαστική σαν ντάλια.

Και τα παιδιά της πίκρας το γραφτό
να ζουν και να σωπάνε
και φύλλα απώνα ανώφελο φυτό
σκορπίστηκαν και πάνε.

Πηγή:Οι Τρίλλιες που Σβήνουν

Το σονέτο-ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Σαν αστρ’ ο πάγος μες στο κοκκινέλι
τρεμολάμπει μοσκοβολάν, κοράλλια
σγουρά, στο δίσκο οι φράουλες. Μαϊστράλια
θυμητικά ξυπνώντας, άγουρη Έλλη;

της καρδιάς μου το χάρτινο καστέλι
σαλεύεις• κι’ ω θαμπωτική μου ντάλια,
Ρίκα, γελάς οπίσω απ’ τη βαντάλια•
και παίζει με τον ήλιο, ως χρυσό τέλι,

κοκέτ’ Ανθή, του πνέματός σου η χάρη !
Βλογημένη όλωνώ σας η σκληράδα!
Στης έμπνευσης τα ηλύσια καβαλάρη

με πάει, που του σονέτου η βρυσομάνα
τρέχει, με δεκατέσσερις αράδα
κάνουλες, μέλι, γάλα, ουράνιο μάνα.

Πηγή: Άπαντα τα ποιητικά

Ρήμα το Σκοτεινόν-ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Eίμαι άλλης γλώσσας, δυστυχώς, και Hλίου του Kρυπτού ώστε
οι όχι ενήμεροι των ουρανίων να μ’ αγνοούν. Δυσδιάκριτος
καθώς άγγελος επί τάφου σαλπίζω άσπρα υφάσματα
που χτυπιούνται στον αέρα και μετά πάλι αναδιπλώνονται
κάτι να δείξουν, ίσως, τα θηρία μου τα χωνεμένα ώσπου τελικά
να μείνει ένα θαλασσοπούλι τ’ ορφανό πάνω απ’ τα κύματα.

Όπως και έγινε. Όμως χρόνια τώρα μετέωρος κουράστηκα
κι έχω ανάγκη από γης που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη
μάνταλα πόρτες κρυφακούσματα κουδούνια τίποτε.
Α πιστευτά πράγματα μιλήστε μου! Kόρες που εμφανιστήκατε κατά καιρούς
μέσ’ απ’ το στήθος μου κι εσείς παλαιές αγροικίες
βρύσες που λησμονηθήκατε ανοιχτές μέσα στους αποκοιμισμένους
κήπους. Mιλήστε μου! Έχω ανάγκη από γης που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη.

Έτσι κι εγώ, μαθημένος όντας να σμικρύνω τα ιώτα και να
μεγεθύνω τα όμικρον.
Ένα ρήμα τώρα μηχανεύομαι όπως ο διαρρήκτης το αντικλείδι του,
ένα ρήμα σε -άγω ή -άλλω ή -εύω.
Kάτι που να σε σκοτεινιάζει από τη μία πλευρά εωσότου
η άλλη σου φανεί. Ένα ρήμα μ’ ελάχιστα φωνήεντα όμως
πολλά σύμφωνα κατασκουριασμένα κάππα ή θήτα ή ταυ
αγορασμένα σε συμφερτικές τιμές από τις αποθήκες του Άδη
επειδή, από τέτοια μέρη ευκολότερα
υπεισέρχεσαι σαν του Δαρείου το φάντασμα ζωντανούς και
πεθαμένους να κατατρομάξεις.

Eδώ βαρεία μουσική ας ακούγεται. Kι ανάλαφρα τα όρη ας
μετατοπίζονται. Ώρα να δοκιμάσω το κλειδί. Λέω: Καταρκυθμεύω.
Eμφανίζεται μεταμφιεσμένη σε άνοιξη μια παράξενη αγριότητα
με παντού βράχια κοφτά κι αιχμηρά θάμνα.
Ύστερα πεδιάδες διάτρητες από Δίες κι Eρμήδες.
Tέλος μια θάλασσα μουγκή σαν την Aσία
όλο φύκια σχιστά και ματόκλαδα Kίρκης.

Ώστε λοιπόν, αυτό που λέγαμε "ουρανό"
δεν είναι "αγάπη" δεν "αιώνιο" δεν.
Δεν υπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους. Πλησιέστερα του
σκοτωμού καλλιεργούνται οι ντάλιες.
Kι ο βραδύς κυνηγός μ’ αιθερίου θηράματα
επιστρέφει κόσμου. Kι είναι πάντοτε -φευ- νωρίς.
Aχ δεν υποψιαστήκαμε ποτέ πόσο υπονομευμένη από θεότητα είναι η γη,
τι χρυσός ρόδου αέναου της χρειάζεται ν’ αντισταθμίζει
το κενό που αφήνουμε, όμηροι όλοι εμείς μιας άλλης διάρκειας
που η σκιά του νου μας αποκρύπτει. Aς είναι.

Φίλε συ που ακούς, ακούς της ευωδιάς των κίτρων
τις μακρινές καμπάνες; Ξέρεις τις γωνιές του κήπου όπου
εναποθέτει τα νεογνά του δειλινός ο αέρας; Oνειρεύτηκες
ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το τρέχεις
μη γνωρίζοντας πια Eρινύες; Όχι. Nα γιατί καταρκυθμεύω
που οι βαριές υποχωρούν αμπάρες τρίζοντας κι οι μεγάλες θύρες
ανοίγονται στο φως του Ήλιου του Kρυπτού μια στιγμούλα,
η φύση μας η τρίτη να φανερωθεί, έχει συνέχεια. Δε θα την πω.
Kανείς δεν παίρνει τα δωρεάν στον κακόν αγέρα
ή που χάνεσαι ή που επακολουθεί γαλήνη.

Aυτά στη γλώσσα τη δική μου. Kι άλλοι άλλα σ’ άλλες.
Aλλ’ η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται.

Πηγή: Τα ελεγεία της Οξώπετρας, Ίκαρος, Αθήνα 1991

Η λιτανεία των λουλουδιών-ΒΕΡΑ ΚΟΡΦΙΩΤΗ

Απάνω στην ανάλαφρη με τη μόλις διαφαινόμενη κλίση
πάμφωτη πλαγιά
σαν ένα κέντημα παιδούλας σε καμβά
με δίχως τα θαμπωμένα μάτια
να μπορείς να κλείσεις
τελείται μέσα σε μαγικά άθερμο κι άπυρο φως
η μυσταγωγική απόθεση των λουλουδιών

Κατεβαίνει αργά με ευλαβική κατάνυξη το δειλινό
με τα κάνιστρα των κρίνων
γεμάτα εύοσμο μύρο

Το πλαισιώνουν τρυφερά τ’ άδολα κυκλάμινα
κι οι μαργαρίτες με τη λεπτή τους ευωδιά
πιο πέρα σιωπηλά παράμειναν

Ακολουθεί η δέηση η ταπεινή
των μικρών «μη με λησμόνει»
καθώς προβάλλουν `δω κι εκεί
οι πανσέδες και κάπου κάπου μια ανεμώνη

Τη λιτανεία την άνθινη
ακολουθούν θαυμάσιες ντάλιες
και γλαδίολοι κι υάκινθοι
και πασχαλιές και φούξιες και μανόλιες
και ρόδα ρόδα ατέλειωτα
μ’ αρώματα – θυμίαμα
από γαρδένια από γαρύφαλλα
κι ανάμεσα τους σιωπηλή
στέκει και η βιολέτα

Πιο κει οι ροδιές κι οι μυγδαλιές
μ’ άσπρα και ροζ μπουκέτα

– Ένας μυριόχρωμος ωκεανός ανάταση –

Και τ’ αναρίθμητα λουλούδια στέκουν
με ανοιγμένη την καρδιά τους
και προσφέρουν
ευτυχισμένα
το είναι τους μέσ’ απ’ την ευωδιά τους
και χάνονται και σβήνουν
και γίνονται ένα
μέσα στη Θεία αναπνοή Του

Πηγή: Κι επανέρχομαι στην ποίηση, 1995

Το δοκίμιο του περασμένου-ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΑΪΝΑΣ

Σ’ αυτή τη φωτογραφία είμαι
δίπλα μου θλιμμένος δεκαοχτώ ετών,
κρατώ ένα ποτήρι με κάτι που δε θέλω να πιω,
στρέφω τον κορμό στο φακό
και χαμογελώ σαν κάποιος άλλος.

Στο βάθος μοιράζονται την άκρη του κάδρου δυο φίλοι,
πειράζουν ο ένας τον άλλο
γιατί τα άκρα τους εξέχουν απ’ το πουλόβερ.
Δε γνωρίζουμε πως ζωή θα πει
στο τέλος να γελάς με ό,τι είπες.
Πως ό,τι κρατήσει,
θα το κρατήσει η τύχη.
Και θα το ευτελίσει ο καιρός.

Εδώ στον μικρόσωμο καναπέ
είναι ο πρώτος μου έρωτας
σιωπηλός στο πλατύσκαλο του λαβύρινθου
που θα φτιάχναμε,
ένα κατώφλι με δόκανα και γιρλάντες.
Το φως πέφτει στο μάγουλο
και την ξαπλώνει ολόκληρη στο χαρτί.
Το άρωμά της πλησιάζει
μαντεύοντας πως υπάρχω.
Το γενικό μετατρέπεται σε μια χούφτα ντάλιες.

Μια σταλιά πριν χορέψουμε
διαλέγει για πάντα να ντραπεί.
Ξαναπέφτει το φλας.
Πίσω, εφάμιλλος, ο αγρός με το κόκκινο χιόνι,
το φεγγάρι που τούμπαρε και πάει να παραδοθεί.
Κάτω απ’ το δέντρο
η αλεπού με τα δικά της όχι,
δίπλα τα κλαδιά της κομμένης μιλιάς μου,
το χαντάκι μ’ ένα κάρο χαμένες ευκαιρίες,
στ’ αριστερά βυθισμένος στο νερό μιας σκιάς
ο μυρμηγκιασμένος απ’ την απόφαση που πήρε
ώμος μου.

Το χέρι της όμως
έξι χρόνια θ’ ακουμπούσε πάνω του.

Πηγή: Από την Ανέκδοτη συλλογή "Ο διαμελισμός του Αδάμ",stixoi.info

Ἐνατένιση-Ε.ΜΥΡΩΝ

Ἀκόμη καὶ ἡ σκιὰ τῆς πιὸ ἰσχνῆς ἀνάσας
σμιλεύει ὅλο τὸ ἔξω ὅταν ἀγγίζει τὴν ἴριδα.
Δὲ βάφεται μάταια ὁ κῆπος ὁλοπράσινος,
οὔτε πασπαλίζεται τυχαῖα μὲ τὴν ὡραία μας ὥχρα.
Τὰ μάτια αὐτὰ δὲ φτιάχτηκαν γιὰ περιορισμούς•
φτυάρια μὲ λαμπερὴ αἰχμὴ καὶ λαβὴ πυρωμένη,
βράχους διαπερνοῦν ἄν βρεθοῦν στὴν πορεία τους.
Καθαρὰ κι ἀκονισμένα -μακρυὰ ἀπὸ θαμπάδες καὶ στομώματα-
καὶ μὲ δυνατὴ τὴ φλόγα στὴ λαβή,
διαστέλλουν τὴν ὅραση ὅλη
μὲ συνθέσεις ὁνειρικὲς τοῦ κήπου -
ἄφταστου μαέστρου σὲ πλήρη ἀνθοφορία.
Ὁλοένα βουτώντας, κι ἀνασκαλεύοντας
τὰ πιὸ μύχια χώματα τῆς φύσης,
πυροδοτοῦν τὸ μεγαλεῖο της - τὸ πρὶν ἀόρατο.
Κι ἐκεῖ, στὸ γάργαρο χῶμα, ξεκουράζονται
δίπλα στὰ λευκοντυμένα νούφαρα
καὶ τὶς γαλαζοπράσινες ντάλιες
κάτω ἀπὸ τὴν ὁμπρέλα τοῦ γλαδιόλου,
ἐνῶ ἡ γλυκιὰ καμπάνα τῶν κρίνων κουνᾶ
τὸν μίσχο μὲ τὰ χρυσαφικὰ τῆς ὀρτανσίας
καί τα λάμποντ’ ἄνθη τῆς κερασιᾶς
γαντζώνονται στὶς ἀγαλματώδεις βουκαμβίλιες.
Μιὰ σταγόνα κρέμεται ἀπὸ κάθε πέταλο
κι ἀπὸ κεῖ τὸ φῶς πασχίζει νὰ στριμωχτεῑ
ὅλο μὲς στ'ἀνοιχτά μάτια!..
Στ'ἀπρόσφορο αὐτὸ ἔδαφος,
μαραζώνουν τὰ ζιζάνια καὶ οἱ τσουκνίδες
οἱ ἀγριάδες καὶ τὰ μαλλιὰ τοῦ διαβόλου•
κι οἱ αλεξίφωτες ὥρες δὲ μποροῦν πιά,
μὲ τὶς παρασιτικὲς τους ἔγνοιες,
στγμή, τὰ βλέφαρα νὰ κάμψουν.

Πηγή: stixoi/info

Σκυλάνθρωποι-ΓΕΩΡΓΙΟΣ-ΚΑΡΟΛΟΣ ΤΣΙΛΕΔΑΚΗΣ

Συρμάτινο το πλέγμα
μου σκίαζε τον ήλιο
τ’ αγκίστρια του βεντούζες
ξεπέτσωναν την σάρκα
αίμα και πόνος νάνοι
στην δίψα μου να φύγω
από κελί τσιμέντο
σε όνειρα κι ελπίδες
Και τώρα που 'μαι ελεύθερος
ξέρω που να πάω
το μνήμα της μνηστής μου
με δάκρυα να ποτίσω
και μία ντάλια που 'κλεψα
στο μάρμαρο ν’ αφήσω
μ’ έναν λυγμό που άργησα
να πω το σ’ αγαπάω
Με μαύρο φεγγάρι σύμμαχο
δεν θα με δει κανένας
σαν φίδι σέρνομαι κρυφά
ένα με το χώμα
με τα χαλίκια κόκκινα
απ’ των πληγών το αίμα
χρώμα της ντάλιας φλογερό
που κράταγα στο στόμα
Ξάφνου η νύχτα μέρα
αμάξια σταματάνε
άνθρωποι με μαύρα
αρχίζουν να γελάνε
με τσάπες και με φτυάρια
τα μάρμαρα σηκώνουν
τους τάφους μαγαρίζουν
τα κόκαλα ξεθάβουν
Τις μάσκες τους πετάνε
ζώα ντυμένα άνθρωποι
μισάνθρωποι απάνθρωποι
υπάνθρωποι σκυλάνθρωποι
βέβηλοι σιχαμένοι
στα απομεινάρια φτύνουνε
ξεκοκαλίζουν λείψανα
και Θεία βλαστημάνε
Στα πόδια το βάζω τρέχοντας
γυρνώντας προς τα πίσω
άντρα του νόμου συναντώ
βοήθεια του φωνάζω
χαμογελάει λύνοντας
τον κόμπο της γραβάτας
μα η προβιά του μαρτυρά
σκυλάνθρωπος πως είναι
Τρέχω πανικόβλητος
κοιτώντας προς τα κάτω
τα κόκκινα χαλίκια
την έξοδο μου δείχνουν
της φυλακής που ήμουνα
στον φράχτη σκαρφαλώνω
Ήχος υπόκωφος
σκίζει τον αέρα
σουβλιά στο στέρνο
μια σφαίρα για μένα
δραπέτης ελεύθερος
μαζί και δυστυχής
σάρκα μου απ’ τα δόντια τους
σαν μακελευτείς

Πηγή: " Όρνια-Λάμιες", CompuMedia, 2014

Τα γλυκά απογεύματα-ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ

Αυτό τον καιρό, τ'απογεύματα είναι γλυκά
σαν το χαμόγελο μιας θείας που μας υποδέχεται στον κήπο της
μια φορά το χρόνο,
κι έχει κεφάλι πυργοειδές απ’ τα τούλινα καπέλα,
τραγουδάει στη γλώσσα που της δίδαξαν οι άγγελοι,
μπερδεύει τα ονόματά μας με τα ονόματα των λουλουδιών
κι εγώ γίνομαι η ντάλια κι εσύ το χρυσάνθεμο.
Όταν θα φύγει εκείνη, κυνηγώντας ό,τι ονειρεύονταν από παιδάκι
την καρδιά, ενδεχομένως, ενός καλοκαιριού που στοίχειωσε τα νιάτα της
εσύ θα ξαναγίνεις εσύ, εγώ θα ξαναπάρω το όνομά μου,
η ντάλια θα ομορφύνει τον κήπο
και τα χρυσάνθεμα θ’ ανθίζουν το φθινόπωρο.

Πηγή: Ποιήματα,Ενδυμίων,2018

Ο ποιητής ρωτάει τον έρωτά του για τη 'μαγεμένη πολιτεία' της Κου - ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

Σ’ άρεσε η πολιτεία, σταλαματιά-σταλαματιά
που σμίλεψε το νερό καταμεσίς στα πεύκα;
Είδες όνειρα και πρόσωπα και δρόμους
και τείχη οδύνης που ο άνεμος μαστιγώνει;

Είδες τη γαλανή χαράδρα από φεγγάρι θρύψαλο
που ο Χούκαρ βρέχει με κρύσταλα και κελαηδίσματα;
Τα δάχτυλά σου φίλησαν τις μουσμουλιές
που στεφανώνουν μ’ έρωτα πέτρα απόμερη;

Εμένα με θυμήθηκες σαν ανηφόριζες
τη σιγαλιά που τυραννάει το φίδι
αιχμάλωτο στους γρύλλους και στ’ απόσκια;

Δεν είδες μέσα απ’ τον αγέρα το διάφανο
μια ντάλια από καημούς κι από χαρές
που σου 'στειλε η φλογερή καρδιά μου;

Πηγή: stixoi/info

 

Έρευνα-Επιμέλεια αφιερώματος : Αγγελική Καραπάνου 

 

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;