Χριστουγεννιάτικος εφιάλτης-ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

Χριστουγεννιάτικος εφιάλτης-ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

Με φόντο το γιορτινό τραπέζι με τη βασιλόπιτα, θα δούμε σήμερα μια ευφάνταστη ιστορία , απ'αυτές που η ζωή τόσο απρόσμενα σκαρώνει! Ήρωές της,τα μέλη μιας παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας. Όλα αυτά στο διήγημα "Χριστουγεννιάτικος εφιάλτης" της Αρχοντούλας Διαβάτη! Καλή χρονιά!

Χριστουγεννιάτικος εφιάλτης- ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

  Αγαπητά μου παιδιά. Αν αγαπώ τα Χριστούγεννα, αν τα περιμένω, ερωτήσεις τέτοιες προέκυψαν αργότερα. Για πολλά χρόνια τα Χριστούγεννα απλώς έρχονταν, πάντα νωρίτερα απ ’ό,τι τα περίμενα με λαμπιόνια και γιρλάντες και φωτεινές επιγραφές, λίστες με ψώνια και σχέδια για ξεχωριστά εδέσματα και ξεχωριστά αισθήματα που ίσως θα έτρεχαν να μας συναντήσουν άμα τη εμφανίσει της γιορτινής ημέρας και με απολογισμούς. Τα παιδιά μου, η γιορτή του σχολείου τους, η στολή για το θεατρικό και τα κάλαντα και μετά ‒πότε κιόλα;‒ τα εξτρά αγχωμένα ανακεφαλαιωτικά διαγωνίσματά τους στο Φροντιστήριο, προγραμματισμένα μέσα στις γιορτές, οι Εισαγωγικές και τα πάρτι ‒ να πηγαίναμε εμείς να κοιμηθούμε στης γιαγιάς, να κάνουν τα παιδιά το πάρτι των ονείρων τους, πρωτοετείς και πρώτοι έρωτες και πρώτο τηλεφώνημα του κακόβουλου γείτονα στην Αστυνομία, να χαμήλωναν την ένταση της μουσικής, ενοχλούσαν τη γειτονιά. Μετά η χριστουγεννιάτικη άδεια για τα φανταράκια και μετά Εράσμους και μια διεθνής κοινότητα, οι φίλοι τους να φιλοξενούνται σπίτι, να έρχονται και να φεύγουν σαν την παλίρροια.
  Ποια χρονιά ήταν ‒θυμάστε;‒ που ήρθατε σπίτι επιτέλους, να κάνουμε μαζί Χριστούγεννα, όλοι μας, με τη γιαγιά και τον παππού, που θα έρχονταν όπως όταν ήσασταν μικροί και έφερναν για βασιλόπιτα τη θρακιώτικη κρεατόπιτα με το φλουρί την Πρωτοχρονιά, κι ύστερα περασμένα μεσάνυχτα που τους γυρίζαμε σπίτι τους οδηγώντας μέσα στη γιορτινή αστραφτερή νύχτα.
Από το πρωί ένας ήλιος με δόντια προσπαθούσε να ισορροπήσει την καλοσύνη της γιορτής και της μέρας με την κεκτημένη ταχύτητα ενός άγριου χιονιά, κι ας έλαμπαν ένα γύρω πρόσωπα και μοσχοβολήματα και προσδοκίες. Το βράδυ ήρθαν η γιαγιά, έτσι στον πληθυντικό, για να εκφράζουμε τη δυναμικότητα της παρουσίας της. Σας είχε τέτοια αγάπη, που όλο και μάλωνε με την κολλητή της, την κυρία Ντίκα, που απόκτησε νωρίς εγγόνια που παντρεύονταν κι όλο κι έφερναν στον κόσμο δικά τους παιδιά κάθε τόσο. Εκείνη, τι να κάνει, για να την παραβγεί είχε να λέει για τα μεταπτυχιακά σας, τις δουλειές και τα ταξίδια σας κι ένα σωρό ευχές για τη ζωή σας και τον ενδεχόμενο γάμο σας.
  Είχε κατέβει εκείνη τη μέρα φουριόζα από το ταξί, φορτωμένη τη βασιλόπιτα, μ’ ένα πονηρό ανεξήγητο χαμόγελο και μπήκε στην κουζίνα μας ψιλοτραγουδώντας και ψέλνοντας και αφού θύμιασε ένα γύρω σ’ όλο το σπίτι, τηρώντας κατά γράμμα όλα τα θρακιώτικα έθιμα από την «πατρίδα», τακτοποίησε σε πιατέλες τους λαχανοντολμάδες που αποβραδίς τους είχε «φασκιώσει», μέρα που ήταν, σε αρμιά, κι όλο κι έρχονταν κατά τη μεριά μου που έστρωνα τα τραπεζομάντιλα κι έβαζα μουσικές, όλο χαμόγελα κι ενθαρρυντικά χτυπήματα στην πλάτη. Ένας Θεός ξέρει πώς όλες εκείνες οι μουσικές και τα αγκαλιάσματα και τα καλωσορίσματα έγιναν άγχος, και κοκκίνισμα ως τα αυτιά και κρύος ιδρώτας, όταν μπήκατε σπίτι εσύ με την παρέα σου, τους δυο φίλους από την Ικαρία και τον Ιάπωνα φίλο από τις σπουδές σας, όλους φερμένους για το γιορτινό εφταήμερο.
  Και καθίσαμε στο στρωμένο τραπέζι και τσουγκρίσαμε «εις υγείαν», ξανά και ξανά γεμίζοντας τα ποτήρια κρασί, γλυκοκουβεντιάζοντας και γελώντας ξέφρενα με αστεία και συζητήσεις και πειράγματα με τους ξένους ‒ποιος είν’ ο ξένος εξ άλλου, ο ίδιος ο Χριστός είναι, έτσι είχε να λέει η γιαγιά‒ ώσπου αποφάγαμε. Κι εκείνη, ώρα τώρα πάνω κάτω στην κουζίνα, ανάμεσα στα πιάτα που πήγαιναν κι έρχονταν και πάλι διαβουλεύσεις με τον παππού ‒ τι λέγανε, τι φοβούνταν, τι τους τρόμαζε, ένας Θεός ξέρει. Μισολιπόθυμη εκείνη όταν φέραμε ‒τατατα‒ στη σάλα τη βασιλόπιτα, να την χαράξει, να την ονοματίσει ο paterfamilias να δούμε σε ποιον θα τύχαινε το φλουρί.
  Χρυσό , αληθινό φλουρί είχαν βάλει στη βασιλόπιτα, έτσι για το καλό, για να το τύχουν τα εγγόνια τους, πάντοτε μεροληπτώντας για χάρη σας. Και τις παρτίδες στα τυχερά παιχνίδια τις «μαγείρευε» ο παππούς, σικέ αγώνες όταν ήσασταν παιδιά, για να κερδίζετε, πάντα να κερδίζουν τα εγγόνια τους.
  Τώρα όμως τα πράγματα ήταν αλλιώς, κινδύνευε να πέσει το φλουρί σε ξένα χέρια, στους φίλους των παιδιών που είχαν έρθει, ξένοι, φιλοξενούμενοι, στη γιορτή, τιμή και χαρά για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι μας. Να επέμβουν ίσως έπρεπε, να χειραγωγήσουν την τύχη, να μην την αφήσουν έτσι τυφλή να αλωνίζει πηγαίνοντας σε λάθος παιδιά. Έτσι η γιαγιά σας, τόσο στενοχωρήθηκε μια τέτοια μέρα, όλο να μηχανεύεται τι να κάνει, κάτι έπρεπε να γίνει, εφιάλτης. Όσοι από μας το ήξεραν κρυφογελούσαμε και τους αφήναμε την πρωτοβουλία, όπως έστρωσαν να κοιμηθούν.
   Αυτά είχαν προηγηθεί εκείνες τις γιορτινές ώρες, και η γιαγιά σας ξεπροβοδίζοντας με τα μάτια τα κομμάτια της πίτας από την πιατέλα ως το κάθε πιάτο, «ένα στον Αγιοβασίλη», ή στον Χριστό να πούμε; Ένα κομμάτι για τη δουλειά, ένα κομμάτι στον παππού, ένα στη γιαγιά ‒ πωπώ, δεν αισθάνομαι καλά, ήθελε να φωνάξει, κοκκινίζοντας δυσανάλογα με το κρασάκι που είχε τιμήσει, αλλά στριφογύριζε και προσευχόταν στον θεό της τύχης, του τζόγου, ή από τον Χριστό τον ίδιο, τον νεογέννητο ζητώντας απροκάλυπτα συμμαχία. Ο καημός την σιγότρωγε. «Ένα κομμάτι στον αρχηγό του σπιτιού, στον πατέρα, ένα στη μητέρα ‒ σ’ εμένα, στα παιδιά ένα ένα, και μετά στους ξένους, στους φιλοξενούμενους, στον Θοδωρή, στον Μιχάλη και στον Ακίρα.
 Τότε ο εφιάλτης τέλειωσε για όλους μας ‒ μόνον εσείς οι νέοι ιδέαν δεν είχατε για τους φόβους και τις ελπίδες που στοίχειωσαν εκείνο το τραπέζι, και γιατί τέτοιο παραλήρημα χαράς, όταν η καλή τύχη ή το πνεύμα των Χριστουγέννων έδωσε σ’ εμένα το φλουρί εκείνη τη χρονιά. Ε, καλά, ούτε χρυσό να ήταν, είπε κάποιος από σας!

ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ, ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ, ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, ΕΚΔ.ΝΗΣΙΔΕΣ 2018