Τζον το αλογάκι -ΘΩΜΑΗ ΤΣΙΜΕΡΙΚΑ

 Τζον το αλογάκι -ΘΩΜΑΗ ΤΣΙΜΕΡΙΚΑ

Ένα ευαίσθητο ζωάκι  φοβάται τους ανθρώπους γύρω του. Φοβάται μην κλέψουν το νερό από το ποταμάκι και ξεραθούν όλα στη φύση! Αυτά θα δούμε στο παραμύθι της Θωμαής Τσιμερίκα "Τζον το αλογάκι"!

 Τζον το αλογάκι -ΘΩΜΑΗ ΤΣΙΜΕΡΙΚΑ

   Μια φορά και έναν καιρό σε ένα πανέμορφο λιβάδι ζούσε ένα αλογάκι , ο μικρός Τζον μαζί με την μητέρα του , την κυρία Καφετιά. Οι μέρες περνούσαν ευχάριστα για τον μικρό Τζον. Όταν νύχτωνε ακολουθούσαν το αφεντικό τους τον κυρ Αποστόλη. Τα πήγαινε στον σταύλο , τους πρόσφερε φαγητό και μαλακό άχυρο, να κοιμηθούν. Όταν ο ήλιος ανέβαινε στο θρόνο του , ο κυρ Αποστόλης τους έδινε το πρωινό και τα άφηνε ελεύθερα στο καταπράσινο λιβάδι. Εκεί κοντά είχε ένα ποταμάκι , έτσι όταν ο Τζον κουραζόταν από το παιχνίδι έτρεχε μαζί με την μαμά του , να πιουν νεράκι και να δροσιστούν.
   Μια μέρα είδε την μητέρα του στεναχωρημένη. « Μα τι συμβαίνει μητέρα ;» τη ρώτησε. Η κυρά Καφετιά του απάντησε « χθες που έλειπες στο ποτάμι , πέρασαν δίπλα μου κάτοικοι του διπλανού χωριού. Aν και μιλούσαν σιγά τους άκουσα. Θέλουν να πάρουν νερό από το ποτάμι να ποτίζουν τα χωράφια τους το ερχόμενο καλοκαίρι και επειδή έχει καιρό να βρέξει, φοβάμαι πως το ποτάμι θα στερέψει και δεν θα έχουμε νερό να πιούμε». Αυτά είπε η μαμά του και έσκυψε το κεφάλι λυπημένη. Ο Τζον όμως που ήταν έξυπνος της είπε « κάποια λύση θα υπάρχει μητέρα, χωρίς νερό κανένα ζώο,αλλά ούτε άνθρωπος θα είναι ευχαριστημένος».
   Ο Τζον δεν είχε όρεξη για παιχνίδια. Ήθελε να βρει λύση. Σκεφτόταν τα λόγια της μητέρας του. Ο κυρ- Αποστόλης που νόμιζε ότι ο Τζον ήταν άρρωστος και φερόταν παράξενα κάλεσε τον κτηνίατρο , τον κυρ- Μαθιό. Ο κτηνίατρος τον πλησίασε  Ο κυρ-Μαθιός που αγαπούσε πολύ τα ζώα κατάλαβε ότι ο Τζον δεν ήταν άρρωστος , αλλά κάτι άλλο τον απασχολούσε. Αγκάλιασε τον Τζον στοργικά. « Πες τα μου όλα» του είπε. Ο  Τζον  του  είπε  όλα  όσα  ήξερε  και  πρόσθεσε « φοβάμαι τόσο να μη στερέψει το ποτάμι , χωρίς νερό πώς θα ανθίζουν τα λουλούδια ; Πώς θα μεγαλώνει το χορτάρι ; Πώς θα ζήσουν οι φίλοι μου;Η μητέρα μου χρειάζεται νερό , το ίδιο και τα δέντρα γύρω μας . Πρέπει λύση να βρεθεί , γιατί το καλοκαίρι πλησιάζει» .
  Ο κτηνίατρος χαιρέτησε τον Τζον και κατευθύνθηκε στο κοντινό χωριό. Σε όλο το δρόμο σκεφτόταν τα λόγια του Τζον. «Πόσο δίκιο έχει ο μικρός μου φίλος , πρέπει να τον βοηθήσω και το πρόβλημα να λύσω» είπε από μέσα του. Έφτασε στο χωριό. Ζήτησε όλοι οι κάτοικοι να συγκεντρωθούν στην πλατεία. Όλοι αναρωτιούνταν τι έγινε ; Ο κτηνίατρος τότε είπε δυνατά « έμαθα ότι σχεδιάζετε να πάρετε νερό από το ποτάμι για να ποτίσετε τα χωράφια σας το καλοκαίρι. Σκεφτήκατε όμως , ότι έτσι το ποτάμι θα στερέψει ; Σκεφτήκατε τότε πως θα ζήσουν τα πουλιά , τα ψάρια , τα ζώα , ακόμα και οι περαστικοί που περνούν με τα κοπάδια τους ; Σκεφτήκατε ότι τα δέντρα θα ξεραθούν ; Δεν πρέπει να σκέφτεστε μόνο τον εαυτό σας αλλά και τους γύρω σας .
  Αυτά είπε ο κυρ Μαθιός και οι κάτοικοι του χωριού έσκυψαν τα κεφάλια τους , από ντροπή. «Πόσο δίκιο έχει , μόνο τον εαυτό μας σκεφτήκαμε» έλεγαν και ξανάλεγαν μεταξύ τους. Με όλα αυτά που άκουσαν από τον κτηνίατρο οι κάτοικοι του χωριού άλλαξαν γνώμη . Δεν θα άφηναν να ξεραθούν τα δέντρα , τα λουλούδια . Δεν θα άφηναν να χαθεί η ζωή κοντά στο ποταμάκι που χρόνια τους συντρόφευε στους περιπάτους τους. Και έζησαν όλοι τους καλά και μεις καλύτερα.

 

 

 

Έννεπε Μούσα, Ιστότοπος ποίησης και μουσικής