Μονόλογος ενός αρνιού-ΘΩΜΑΗ ΤΣΙΜΕΡΙΚΑ

Μονόλογος ενός αρνιού-ΘΩΜΑΗ ΤΣΙΜΕΡΙΚΑ

Τι κάνει ένα αρνάκι  λίγες μέρες πριν το Πάσχα για να ξεφύγει από τη θλιβερή του μοίρα; Θα το δούμε στο παραμύθι της Θωμαής Τσιμερίκα "Μονόλογος ενός αρνιού"!

Μονόλογος ενός αρνιού-ΘΩΜΑΗ ΤΣΙΜΕΡΙΚΑ

  Μια φορά και έναν καιρό ένα αρνάκι ήταν σκεφτικό. Είχε να δει τον φίλο του τον Μποπ ακριβώς ένα χρόνο . « Μπε , μπε που να πήγε ο καλός μου φίλος ; μήπως χάθηκε ;» αναρωτιόταν και συνέχισε να μιλάει μόνο του. « Με τον Μποπ γεννηθήκαμε την ίδια μέρα. Μαζί στο λιβάδι . Μαζί στα παιχνίδια. Πού να πήγε ; χωρίς εμένα δεν πήγαινε πουθενά. Ήμασταν αχώριστοι. Θυμάμαι ήταν Μεγάλο Σάββατο πρωί μόλις είχαμε ξυπνήσει και πίναμε το γάλα μας όταν άνοιξε η ξύλινη πόρτα της στάνης , μπήκε ο κύρης μας και μας χάιδευε τα αυτάκια, μας». Ο Μποπ τότε μου ψιθύρισε «κάτι ύποπτο έχει στο μυαλό του για να ρθεί πρωί πρωί» .
« Ο κυρ- Ανέστης , έτσι τον φώναζαν πλησίασε τον Μποπ , τον πήρε στην μεγάλη του αγκαλιά , αχ πόσο ζήλεψα. Θα ήθελα να με πάρει και μένα μια μεγάλη αγκαλιά , αλλά βγήκε από τη στάνη χωρίς καν να με κοιτάξει . Σκέφτηκα ότι διάλεξε τον φίλο μου γιατί ήταν πιο όμορφος από μένα , πιο παχουλός , πιο ψηλός. Ένα δάκρυ κύλησε στα μάτια μου και στα μάτια της μητέρας του φίλου μου. « Μα γιατί κλαις ;» τη ρώτησα. « Γιατί φοβάμαι ότι δεν θα ξαναδώ το αρνάκι μου , έχω ξαναδεί να παίρνουν όμορφα αρνάκια αγκαλιά και να μην τα γυρίζουν ποτέ πίσω».
    « Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Ο Μποπ ήταν έξυπνος και είχε και ωραίο όνομα. Εμένα όλοι με φώναζαν Ασπρούλη. Είμαι σίγουρο ότι τον βρήκε όμορφο και τον έβγαλε βόλτα. Ίσως να τον πάει και στο παζάρι . Κάθε Σάββατο ο κυρ- Ανέστης ανέβαινε στο κάρο του και μαζί με το μαύρο άλογό του πήγαινε στο παζάρι για ψώνια . Πολλές φορές ακολουθούσε και η κυρά του. Η κυρία Μαριορή. Καλή γυναίκα ,μας αγαπούσε. Μας φρόντιζε. Μου το είχε πει και η μαμά μου « τι γυναίκα η Μαριορή. Δουλεύει σαν άντρας και μας αγαπάει». Και ο κυρ- Ανέστης βέβαια μας αγαπούσε αλλά κάθε φορά που έμπαινε στη στάνη και αγκάλιαζε αρνάκι δεν το ξαναέφερνε ποτέ. Σκέφτηκα μήπως τα πουλούσε για να βγάλει λεφτά γιατί είχα ακούσει μια μέρα τη γυναίκα του να τον αποκαλεί « τσιγκούνη» , όμως όπου και να πουλούσε τον φίλο μου πιστεύω ότι θα έβρισκε τρόπο να μας ειδοποιήσει πού βρίσκεται».
  « Με αυτές τις σκέψεις μου πέρασε ένας χρόνος και ο Μποπ δεν φαινόταν πουθενά. Κάθε που έβγαινα στο λιβάδι τον έψαχνα. Οι ελπίδες μου χάθηκαν. Έβλεπα και τη μητέρα του στεναχωρημένη και καταλάβαινα ότι κάτι άσχημο του είχε συμβεί , αλλά δεν ήθελα να το πιστέψω. Ένα πρωινό καθώς η κυρά Μαριορή άνοιξε την πόρτα της στάνης να βγούμε στο πράσινο χορτάρι άκουσα τον κυρ- Ανέστη να λέει « για το γιορτινό τραπέζι του Πάσχα σκέφτομαι τον Ασπρούλη , άλλο μικρό αρνάκι δεν έχουμε». Η γυναίκα του τον μάλωσε « ο Ασπρούλης είναι αδύνατος , δεν έχει πολλά κιλά , μην τον πάρεις αγκαλιά άσ’ τον να μεγαλώσει». Σκέφτηκα για λίγο και η καρδούλα μου χτυπούσε δυνατά .Σκεφτόταν να πάρει και μένα αγκαλιά ; Στην αρχή ένιωσα χαρά , αλλά όταν κατάλαβα ότι θα με έβαζαν σε τραπέζι ,αυτό με ανησύχησε. Τότε κατάλαβα ότι ο αγαπημένος μου φίλος δεν υπήρχε πια και δε θα γύριζε ποτέ. Η μαμά του το ήξερε γι 'αυτό όταν μιλούσα γι’ αυτόν δάκρυζε».
  «Έπρεπε να βρω λύση, διαφορετικά θα είχα την ίδια τύχη. Είπα όλα όσα άκουσα στη μαμά μου , τότε αυτή μου έδωσε ένα φιλάκι και μου είπε: « Στο πίσω μέρος της στάνης έχει μια μικρή τρύπα , εσύ χωράς να βγεις. Πήγαινε κρύψου , να σωθείς και όταν περάσει το Πάσχα μπορείς να ξαναγυρίσεις». Δίστασα για λίγο ,πού να άφηνα τη μαμά μου ; Αυτή σαν να κατάλαβε τις σκέψεις μου , είπε « μην ανησυχείς για μας, εγώ και η μαμά του Μποπ είμαστε μεγάλες , δεν μας διαλέγει για το τραπέζι». Όταν νύχτωσε βγήκα έξω , χωρίς να με δει κανείς. Φοβήθηκα τόσο !Πρώτη φορά κυκλοφορούσα νύχτα και μόνο. Περπάτησα αρκετά ώσπου έφτασα σε μια φάρμα. Καθώς σταμάτησα να περιεργαστώ τον χώρο συνάντησα ένα ποντικάκι και του εξιστόρησα την περιπέτειά μου. Με καλοδέχτηκε και με σύστησε στα άλογα , στις κότες και στα άλλα ζώα. « Μείνε απόψε εδώ και αύριο θα δούμε τι θα γίνει» μου είπε.
  Λίγο πριν ξημερώσει, το ποντικάκι πήρε το δισάκι του στον ώμο και κατευθύνθηκε στη στάνη όπου ζούσα. Μπήκε από την πίσω πλευρά όπως του είχα πει. Του έδωσα και ένα μήνυμα για τη μανούλα μου και κάθισα σε μια γωνιά περιμένοντας νέα του. Το ποντικάκι καθώς μου είπε μετά έφτασε εύκολα στη στάνη. Έδωσε το μήνυμα στη γλυκιά μου μανούλα και το φιλοξένησαν οι δικοί μου με χαρά. Όταν άνοιξε την στάνη ο κυρ- Ανέστης έψαξε να με βρει σε κάθε γωνιά. « Γυναίκα το έσκασε ο Ασπρούλης ,δεν τον βρίσκω πουθενά, σαν να κατάλαβε τις προθέσεις μου» της είπε στεναχωρημένος. « Καλά έκανε, άσ' το είναι μικρό και αδύνατο , άστο να ζήσει κοντά στη μανούλα του» . Ο κυρ- Ανέστης φαίνεται να μετάνιωσε για τα σχέδιά του γιατί στεναχωρέθηκε που χάθηκα ξαφνικά. « Γυναίκα φοβάμαι να μην το φάει ο λύκος που ζει στο δάσος» έλεγε και ξανάλεγε.
  Αφού πέρασε το Πάσχα γύρισε το ποντικάκι με πήρε και με τη βοήθειά του ξαναγύρισα στη στάνη. Έτρεξα στην αγκαλιά της μαμάς μου. Η κυρά Μαριορή όταν ήρθε για το άρμεγμα το πρωί φώναξε χαρούμενη « Ανέστη γύρισε ο Ασπρούλης μας». Ο κυρ -Ανέστης έτρεξε με χάιδεψε , με πήρε αγκαλιά. Επιτέλους είπα μέσα μου με έκανε και μένα μια αγκαλιά και για πρώτη φορά πήρε αρνάκι αγκαλιά και το άφησε ελεύθερο. Κάθε πρωί μου έφερνε γάλα στο μπιμπερό. Έτσι μεγάλωσα γρήγορα. Κάθε που ερχόταν η γιορτή του Πάσχα έφευγα αποβραδίς φοβούμενος να μην αλλάξει γνώμη. Πήγαινα επίσκεψη στο ποντικάκι που τόσο με βοήθησε . Γύριζα πίσω μετά τις γιορτές και ο κυρ- Ανέστης που γιόρταζε το Πάσχα έδειχνε τόσο χαρούμενος όταν με έβλεπε λέγοντας « Χρόνια πολλά , Χριστός Ανέστη σε όλο τον κόσμο».
   « Αληθώς Ανέστη» του απαντούσε η γυναίκα , μετά τσούγγριζαν με τη κυρά Μαριορή και τα παιδιά του κόκκινα αυγά . Όλο το χρόνο η κυρά μου μέσα στο καλάθι της είχε λευκά και καφετιά αυγά και εκείνες τις μέρες γίνονταν κόκκινα. Τι συνήθειες είναι και αυτές των ανθρώπων ; σκεφτόμουνα. Και έζησαν αυτοί καλά και εγώ με τη μαμά μου καλύτερα.