Κουβέντα με τη νύχτα - ΜΑΡΙΑ ΑΡΓΥΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Κουβέντα με τη νύχτα - ΜΑΡΙΑ  ΑΡΓΥΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Θα δούμε μια ιστορία της λογοτέχνιδας Μαρίας Αργυρακοπούλου, μιας γυναίκας που γράφει υπέροχα τόσο ποιητικό ,όσο και πεζό λόγο. Ένας άντρας αναμετριέται με την πένα του,τις λέξεις, τους κόσμους που πλάθει! Μια γυναίκα πολύ κοντά του, συνομιλεί με τις σιωπές του ! Το κουβάρι των συλλογισμών της περιστρέφονται σαν μικροί πλανήτες γύρω από τον ήλιο, διψώντας για ένα άγγιγμα από τις αχτίδες του... Ας πιάσουμε μια " Κουβέντα με τη νύχτα"! 

Κουβέντα με τη νύχτα - ΜΑΡΙΑ ΑΡΓΥΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Τις νύχτες κοιμόσουν με τα όνειρα διπλωμένα κάτω απ’ το προσκέφαλό σου, τόσο καλά , που φοβόμουν μην τα τσαλακώσω αν πιάναμε την κουβέντα.
-Τώρα που είπα κουβέντα, θυμήθηκα νέοι σαν ήμασταν κάτω από τον παχύ ίσκιο της βελανιδιάς καθόμασταν τα μεσημέρια, όταν όλοι ξεκουράζονταν, ώρες πολλές συζητούσαμε για το αδιανόητο της ζωής, για την απόδραση του λόγου, για ταξίδια, για ναυαγισμένα όνειρα που πιάνονται στα δίχτυα των επιλογών, για τις κρυφές σκέψεις των ονειροπόλων.
Και τούτη τη νύχτα, όπως τόσες άλλες, κάθομαι στο διπλανό κελί παρατηρώντας τον τρόπο στο να χτίζεις τις συλλαβές, λέξεις καθησυχαστικές γίνονται, προτάσεις που αδημονούν να τέρψουν την ιριδίζουσα ανατολή της δύσης γίνονται, λόγος εύρωστος που ενταφιάζεται πριν καν ξημερώσει.
Σε μια γωνιά του νου, ένα κουβάρι αναμνήσεων ξετύλιγες δένοντας κόμπους τις πιο γόνιμες, τις πιο εύθραυστες. Αναύλωτες τις περνούσες στην απέναντι όχθη της θύμησης φτιάχνοντας έναν πύργο αποσκευών – ταξίδι θα έφευγες σύντομα- τις κλείδωνες μην τύχει και αποδράσουν μαζί με τα συναισθήματά τους.
Πού και πού ξεπεταγόταν ένα κουφάρι πολλαπλών συγκρούσεων με τα κατά συρροή: άδικο, εκμετάλλευση, φθόνο, τη διαρκή νοοτροπία του «εγώ» που σφυρηλατούσε τις ανθρώπινες σχέσεις, να σου θυμίσουν τις λαμπαδηδρομίες εκείνες που ξεδιψούσαν στο πεζοδρόμιο άστεγων αντιλήψεων.
Περασμένα μεσάνυχτα κι Εσύ εκεί στο ευρύχωρο κελί της νοσηρότητας που σε συντρόφευε εδώ και καιρό, δίχως την παραμικρή κίνησης ανάσας, κρατώντας τους εφιάλτες αμπαρωμένους μην τυχόν και ξυπνήσουν πριν ξημερώσει.
Είχες καταδικάσει κάθε ελπίδα απόδρασης πιστεύοντας πως στέρεψαν οι κρουνοί της ζωής, έρεε πια έλεγες, λιγοστό το νερό στο ρυάκι και το χωράφι έπρεπε από εδώ και στο εξής να καλλιεργείται έχοντας αποδεχθεί την ξηρασία του φθινοπώρου, την παγωνιά του επερχόμενου χειμώνα.
Κύριο μέλημά σου ο κήπος των λέξεων, η καλλιέργεια του λόγου ως άνθος διαυγές με γύρη γόνιμη να διασπείρεται σ’ έναν ορίζοντα σκυθρωπό και προβληματισμένο.
Κοντεύει να ξημερώσει κι Εσύ συνεχίζεις το ραντεβού σου με το θρανίο των μαθητικών χρόνων. Τελευταία το χρησιμοποιούσες πολύ ταχτικά θέλοντας να επαναλάβεις το χρόνο, να γυρίσεις πίσω την τροχαλία του και να επιστρέψεις στη χαμένη αθωότητα.
Κι όσο Εσύ γράφεις οι δείχτες του ρολογιού μετρούν αντίστροφα το χρόνο. Λίγα λεπτά απόμειναν για να συντελεστεί η απέλαση της μέριμνας και να προκάνεις τον επίλογο πριν ξαποστάσει η νύχτα στην αιώρα της αιωνιότητας.
Το ρολόι της εκκλησιάς χτύπησε έξι τα χαράματα να σου θυμίσει θέλει πως,
Στο πλάι σου από πάντα βρισκόμουν
_ δεν το ένιωθες _
βαδίζαμε μαζί απ’ την ώρα της ανατολής
ως και την ώρα του απολογισμού.