Σήμερα, στη στήλη "Στα βαθιά" έχω προσκαλέσει την ποιήτρια Μαρία Βαχλιώτη. Η καλεσμένη μου σπούδασε κλασική φιλολογία και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στη νεοελληνική φιλολογία. Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 2013 με την ποιητική της συλλογή "Άλλα λόγια", για την οποία τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση του περιοδικού Ο Αναγνώστης. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, ενώ σύντομα θα παρουσιάσει την τέταρτη. Η ποίησή της κινείται στα μονοπάτια της σύγχρονης υπαρξιακής έκφρασης. Η γραφή της είναι υποβλητική, τολμηρή, υπαινικτική. Ο λόγος της είναι μεστός, βαθύς , με χτυπητές εικόνες κι εύστοχες αλληγορίες. Κέντρο του ενδιαφέροντός της ο άνθρωπος και τα εσωτερικά του ερωτήματα. Θα δούμε δεκατέσσερα ξεχωριστά ποιήματα της Μαρίας Βαχλιώτη από το σύνολο του εκδομένου έργου της!
ΚΟΥΠΟΝΙΑ
Τόσο ανέφελα τα μάτια σου,
τόσο το στόμα σου ανυπόφορα στεγνό
για όποιον έχει πιει βροχές από φαρμάκι,
τόσο τα χέρια σου ολόφωτα,
καθώς μοιράζουν
διάτρητα αριθμημένα χαμόγελα
υπέρ συλλόγου αγωνιζομένων αισιοδοξούντων.
Το λοιπόν,
θα αγοράσουμε κι εμείς∙
να στηρίξουμε αυτή την ηλιοφάνεια,
να παρατείνουμε το θέρος,
να μη διαψεύσουμε
όσα πανηγυρικά
πάνω σου μαρτυρούν
ότι δεν ξέρεις από θλίψη.
Άλλα λόγια, Μελάνι, 2013
ΜΕΛΙΣΣΕΣ
Τις ένιωσα ξαφνικά
να έρχονται καταπάνω μου
μύρισα το μέλι
στα μακριά μαλλιά τους
άκουσα τις φούστες να θροΐζουν
ανάμεσα στα γέλια τους•
ένα θορυβώδες κιτρινόμαυρο
σμήνος νεότητας
είχε κιόλας πετάξει μακριά
δεν πρόλαβα
ούτε να δω τα πρόσωπά τους
μπήκα στην είσοδο
προσπέρασα καθρέφτες
δεν προλαβαίνω τώρα να κοιταχτώ
δεν πρόλαβα ποτέ
δεν θα προλάβουμε,
δεν θα προλάβουμε,
σ’ το λέω.
Εσπεράντο, Μελάνι, 2016
ΑΛΛΗ
Για χρόνια πλάγιαζε νωρίς
στο ίδιο παγκάκι
πέντε στενά κάτω απ’ το σπίτι της
στις παρυφές της πλατείας
άστεγη
με ολικά κρυοπαγήματα
με μερική απώλεια μνήμης
με μόνο οδηγό
εκείνο το σκυλί
που του ’κοψε το πόδι του το τρένο.
Πέντε στενά πιο πάνω
κοιμόταν στο κρεβάτι της
εκείνη που έφερε
το όνομα και τη μορφή της.
Εσπεράντο, Μελάνι, 2016
ΚΛΕΦΤΟΠΟΛΕΜΟΣ
Της είπε «παίρνω τα βουνά,
να μην ανησυχήσεις»
κι εκείνη μάδησε
όλες τις μαργαρίτες της αυλής
πότισε μέχρι να πνιγούν
τα μαύρα χώματα
φύτεψε σ’ όλες τις γωνιές
μη με λησμόνει
ώσπου εκείνος να γυρίσει
–μεσάνυχτα της Κυριακής–
και να της φέρει λάφυρο
μια πέτρα
(σχήμα καρδιάς – ολοκάθαρο,
άδικα είχε ανησυχήσει)
αργά
είδε στον ύπνο της
πως της τον πήραν τα βουνά
κι έζησε εκείνη
με μια πέτρινη καρδιά
ξημέρωμα
θυμήθηκε τη μάνα της
«το όνειρο της Κυριακής περίμενε,
θα βγει
μέχρι Δευτέρα μεσημέρι».
Εσπεράντο, Μελάνι, 2016
ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ
Κι αν τα κατάφερες
να γίνεις ό,τι έγινες
ρούχο ζεστό
στην πλάτη του Δεκέμβρη
σε περιμένουν πάντα
πυρακτωμένα καλοκαίρια
να σε γδύσουνε
βότσαλα αιχμηρά
για να σε χαρακώσουν
δυο χέρια ετοιμοπόλεμα
σε ρίχνουν στο τσιμέντο
ήλιος κι αέρας συνεργοί
αποξηραίνουν το κορμί σου
τυραννικός ο Αύγουστος
παραμονεύει στις γωνιές
μαζί με τα στοιχειά της φύσης σου
για να σου κόψει απ’ την αρχή
και τα οχτώ σου πόδια.
Εμφύλιος, Μελάνι, 2019
IMPERIUM
Άπληστοι εξερευνητές
ιεραπόστολοι
και έμποροι των όπλων
σ’ έσκαβαν
απροκάλυπτα
σου πίνανε το αίμα
τους κοίταζες
μ’ ακίνητα τα βλέφαρα
ούτε αντίσταση
ούτε διαμαρτυρία
προορισμένη εκ γενετής
για αποικία -
μα δες πόσο μεγάλωσες
πρώτη φορά
τόσο όμορφο το στόμα σου
έτσι κλειστό
τριγύρω απ’ την περόνη
(μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι).
Εμφύλιος, Μελάνι, 2019
ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟ
Για να σου πω τη μαύρη αλήθεια
πρέπει να θες και να τη δεις
να συμφωνήσουμε τουλάχιστον
στον ορισμό του σκότους
να πέσουμε μαζί
μεσ’ στον κρατήρα
που ανοίχτηκε στο μέτωπο
καθώς σταλάζουνε
τα χρόνια
από τη στέγη -
φωνή βοώντος
άρχισες πάλι
έργα αποστράγγισης
ξεκίνησες να καρφιτσώνεις ήλιους
στα μπαλκόνια
και ποιος θα κατεβεί
να κολυμπήσει πρόσφυγας
στις κόγχες μου
και ποιος θα πάρει τη μισή μου ξενιτειά
από τα έγκατα της γης
σ’ ένα κιβώτιο κλεισμένη.
Εμφύλιος, Μελάνι, 2019
ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ
Δεν ήθελε επ’ ουδενί
να είναι τρένο
με τόσα βαγόνια στην πλάτη της
τόσο προσωπικό στην εποπτεία της
τόσες δεκάδες επιβαίνοντες
πού να σηκώσει τέτοιο βάρος
η μαμά.
Ήθελε μία άνωση ας πούμε
από κάτω
μια κάποια υποστήριξη
κάτι ελαφρύ
γαλήνιο
να πλέει χωρίς κόπο.
Τιτανικός ήθελε να ’ναι
η μαμά
να δοξαστεί επ’ άπειρον
παίρνοντας κάνα δυο χιλιάδες
στον βυθό της.
Εμφύλιος, Μελάνι, 2019
ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ
Διώξε με
μπήκε Άνοιξη
ήρθε η ώρα ν’ ανεβώ
έδωσα ήδη εντολή
να ετοιμαστούν τα δέοντα
της επανόδου
κρεβάτι καταπράσινο
χρυσό φλουρί στο στόμα μου
φρέσκα γαρύφαλλα στεφάνι
στα μαλλιά μου
εξόδια τραγούδια να γραφτούν
ρίμες να σε θυμίζουν
(κάτι σε χάδι ή σε σκοτάδι ή σε σημάδι)
να ’χω να μηρυκάζω νέκυιες
να ξεγελώ την πείνα μου
ως τον επόμενο χειμώνα
να αντέχω αυτό
που οι άλλοι μακαρίζουνε
βουνά ποτάμια θάλασσες πουλιά
αυτοί δεν είδαν κάτω κόσμο
και δεν ξέρουν.
Εμφύλιος, Μελάνι, 2019
MIDWAY
Όσο αργά για έρωτα
τόσο νωρίς για θάνατο -
μα δεν μπορεί
θα ’χει και κάτι το σωστό
αυτή η ώρα
όταν παραμερίζεις με πυγμή
στο δίπλα μαξιλάρι
τα θραύσματα του εκμαγείου
που τόσα χρόνια
νόμιζες για δέρμα σου -
ωραία στιγμή
στιγμή αποκαλύψεως
μα τόσο άκαιρη συνάντηση
το δέρμα σου το αληθινό
άχρηστο
έκθεμα μουσειακό
ούτε ν’ αγαπηθεί μπορεί
ούτε και να πεθάνει.
Εμφύλιος, Μελάνι, 2019
ΚΡΙΤΑΜΟ
Άνοιγε το καπάκι
μούσκευαν τα μαλλιά της
αλμυρό νερό
αέρας απ’ τα πέλαγα
τη σήκωνε ψηλά
έβλεπε ως μέσα
στις σχισμές των βράχων
να βυθίζονται τα χέρια του
έκοβε φύλλα και της έστελνε
δεν τα δοκίμασε ποτέ
ζούσε με μια υπόνοια
στο πίσω μέρος της γλώσσας
που ερχόταν αντιμέτωπη
κάθε φορά
με την επίγευση
του τέλους –
ξύδι
από νησιώτικο κρασί
συνοδευμένο
με χολή
έκλεινε πάλι το καπάκι
το βίδωνε σφιχτά
κρατούσε
μια ελπίδα
αναλλοίωτη
πως τα αμπέλια εκείνη τη χρονιά
δε θα καρποφορούσαν.
Εμφύλιος, Μελάνι, 2019
ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ
Ίχνη επέλασης στο πάτωμα
τα πόδια σου
γυμνά στρατεύματα
σε αχαρτογράφητα εδάφη
τα ρούχα σου
δυνάμεις κατοχής
παραταγμένα στις καρέκλες
από αέρος εισβολείς
σε άτακτους σχηματισμούς
τα χέρια σου
εδρεύουνε στο μπάνιο
σταγόνες
ακανόνιστου διαμετρήματος
τρυπάνε τον νιπτήρα
έτσι ξεπλένονται τα κρίματα
μ’ ένα διήμερο ανακωχής
λίγα χιλιόμετρα φτηνής ανοικοδόμησης
και μετονομασία της επικράτειας.
Έτσι αποχωρείς
ιδρύοντας μια νέα χώρα
ρημαγμένη.
Εμφύλιος, Μελάνι, 2019
ΠΑΡΑΤΑΣΗ
Κρυβόταν συστηματικά
πίσω απ’ το χέρι του
του έλεγα
εθελοτυφλείς
μου έλεγε
θα δεις
βάλε αντηλιά τα δάχτυλα
κι έχεις αμέσως πέντε φοίνικες -
μια όαση δικιά σου
εγώ σχεδίαζα
μια ζεστή πρωία
να του το γυρίσω
κατάμουτρα
να δει ολάνθιστα
πέντε
κι ακόμα πέντε
ζωτικά του ψεύδη
μα οι φλέβες του -
οι φλέβες του
ανάγλυφες
παλλόμενες
στο κάτω μέρος του καρπού
αυτά τα πράγματα – καταλαβαίνετε
πρέπει να κόβονται απ’ τη ρίζα.
CUT
Να μου τονίσετε
κυρίως τη γραμμή
στα κάτω βλέφαρα -
μαύρο οπωσδήποτε
σε τι ωφέλησε
κι αυτή η παλίμψηστη διαφάνεια
δάκρυ στο δάκρυ
σωστά φαντάζεστε
ήταν ωραία τα μάτια μου
ανοιχτά
κάποτε
ένας ταξιτζής
στην ηλικία του πατέρα μου
«έχουν μια τζεφιρελική ομορφιά»
είπε κοιτώντας τον καθρέφτη
κι ήταν ο αδιανόητος
τριπλός συνδυασμός
(το ταξιτζής-στην ηλικία του πατέρα μου-
και να μιλάει για Τζεφιρέλι)
που μ’ έκανε να το πιστέψω
κι έχω από τότε να το λέω
ήταν ωραία τα μάτια μου
μα τόσο διάφανα
δάκρυ και δάκρυ
γι’ αυτό κι η πένθιμη γραμμή
στα κάτω βλέφαρα -
με εννοείτε
θα επιθυμούσα μια σαφήνεια
στο μακιγιάζ
μια προοπτική ανάδειξης
των τίτλων τέλους
μαύρο στο μαύρο
κι ούτε ένα δάκρυ.
Εμφύλιος, Μελάνι, 2019
Βιογραφικό σημείωμα
H Mαρία Βαχλιώτη γεννήθηκε το 1973 στην Αθήνα. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και συνέχισε τις μεταπτυχιακές της σπουδές (νεοελληνική φιλολογία) στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και στo Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Η πρώτη της συλλογή (Άλλα λόγια, Μελάνι 2013) τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση του περιοδικού Ο Αναγνώστης. Έχει εκδώσει ακόμα δύο ποιητικές συλλογές: Εσπεράντο, Μελάνι, 2016 και Εμφύλιος, Μελάνι 2019. Τον Νοέμβριο του 2023 θα εκδοθεί η τέταρτη συλλογή της από τις εκδόσεις Μελάνι.