Δέκα ποιήματα της Σκεύης Γιάγκου Αντωνίου

 Δέκα ποιήματα της Σκεύης Γιάγκου Αντωνίου

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" έχω προσκαλέσει την ποιήτρια Σκεύη Γιάγκου Αντωνίου. Η καλεσμένη μου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεμεσό. Σπούδασε αρχιτεκτονικό σχέδιο και διακόσμηση στην Ιταλία. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής. Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Λεμεσού «Βασίλη Μιχαηλίδη». Ποιήματα και πεζά της έχουν φιλοξενηθεί στον λογοτεχνικό τύπο κι έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες. Το 2023 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ρώμη η ποιητική της συλλογή "Στη γλώσσα μου βλάστησε κήπος". Η ποίηση της είναι υπαρξιακή, εσωτερική, προσωποκεντρική. Η γραφή της είναι τολμηρή,πολυδιάστατη,εκστατική,με ζωηρές εικόνες και γόνιμες αλληγορίες. Η πένα της συνομιλεί με το όνειρο,τις μνήμες,τον χρόνο,τις απώλειες και τα δώρα του. Θα δούμε εννιά ποιήματα από τη συλλογή της "Στη γλώσσα μου βλάστησε κήπος" κι ένα αδημοσίευτο ποίημα.Όλα υπέροχα!

ΑΜΝΙΑΚΟΣ ΣΑΚΟΣ

Μαζεύω λέξεις να γράψω ένα ποίημα.
Ξενύχτισα όλο το βράδυ
για να θυμηθώ και να γράψω
στον μετωπιαίο μου λοβό
όσες λέξεις έχω μάθει μέχρι τώρα
εκείνες που θέλω να μάθω
αλλά και να βάλω σε πρόγραμμα
τους τόπους συνάντησης με όλες τις άγνωστες.

Για χρόνια ζούσα
μ’ εκείνες που έφαγα απ’ τον ομφάλιο λώρο
μ’ εκείνες που η λαβίδα τοκετού
στριφογύρισε στο κεφάλι μου
και το πρώτο μου κλάμα έκοψε στη μέση
μ’ εκείνες που γεύτηκαν τη θηλή της μάνας μου
και περπάτησαν μέσα σε κύτταρα υγιή
μ’ εκείνες που διέγραψαν το προπατορικό
και μου έμαθαν το όνομά μου
μ’ εκείνες που άφησαν
τα δακτυλικά τους αποτυπώματα στο σώμα
και έραψαν μεταξένιες κλωστές στο δέρμα
το δέσανε με την ψυχή

ζούσα μ’ εκείνες που άναψαν τη φλογίτσα
στα πρώτα μου γενέθλια
μ’ αυτές που έπαιζαν με κούκλες
που φορούσαν οικολογικά παπούτσια
μ’ αυτές που αγαπούσαν τα γράμματα
κι έτρεχαν σε δρόμους με πινακίδες φωτεινές
μ’ αυτές που έψαχναν για δώρα
στα πυκνά γένια του Άι Βασίλη
μ’ αυτές που ζύμωναν ιδέες
για αγάλματα με διπλά χέρια
που χόρεψαν με νυφικά τρισύλλαβα μοτίβα
μ’ αυτές που φύτρωσαν σε μήτρες
και φώναζαν μαμά.

Σήμερα
αδιάβαστη στην αντανάκλαση του άχρονου
αποφασίζω να μπω με αντικλείδι
στη γυάλινη πόρτα των ποιητών.
Αιφνιδιάζω τις λέξεις που αναζητούν
άγραφα μυστικά.
Με κερνούν κρασί από κόκκινο μελάνι
να σημαδέψω τις αφηγήσεις του καιρού.
Διασχίζω τώρα τα δίφυλλα περάσματα
του θαυμαστού.
Μασώ λιβάνι κι ανοίγω πόρτες στον πληθυντικό
άφθαρτες και αόρατες
να μπαινοβγαίνουν συλλαβές αθανασίας.
Τις συλλέγω με την απόχη
που κυνηγούσα πεταλούδες.
Ψυχές πολύχρωμες, εύθρυπτες
μεταμορφώνονται σε λέξεις.

Άραγε, τώρα μπορώ να γράψω
ένα ποίημα;

ΑΝΑΤΡΟΠΗ

Καθημερινά κάτι σπρώχνει τα βήματά μας
στο τέλος του χώματος και στην αρχή του άλλου
που ανάμεσά μας αιωρείται.
Η μέρα γαζώνει τα ξεφτισμένα κορδόνια των εφήβων.
Γνώση υπερτασική στολίζει τις σκιές
με λαμπερές αποταμιεύσεις.
Τα βλέφαρα αποχαιρετούν τον τόπο
και ο τόπος έρημος.
Κομμάτια ματαίωσης στα ερείπια.

Η βαρύτητα εξουδετερώνεται
από αόρατα κύματα φωτός
και ο Νεύτωνας μαζεύει τα μήλα του
σε φτερωτά καλάθια.
Οι μηλιές στον κήπο μου φορτώθηκαν καρπό.
Κόκκινα, κίτρινα πράσινα μήλα.
Να δεις που θα πετάξουν όλα μακριά.
Περπατώ μονάχη χωρίς να φοβάμαι το σκοτεινό.
Ο χρόνος αποδέχεται το πεπρωμένο του
και ακινητοποιείται στο πεδίο του μηδενός.
Θα σταματήσει, επιτέλους, να μου κλέβει τα χρόνια;
Κεραυνός φωταγωγεί το πέρασμα.
Η αυλαία ανοίγει.

Και ιδού το ανέσπερο.

ΑΥΤΟΕΛΕΓΧΟΣ

Με λένε Υπομονή και ζω
στους γευστικούς κάλυκες της γλώσσας.
Σ’ αυτή τη μοίρα μένω με όλα τα κύτταρα
τα γλυκά, τα πικρά, τα όξινα
ακόμα και μ’ αυτά τα διογκωμένα πανάρχαια φορτία
που εισβάλλουν και κτίζουν τραύματα και εγκαύματα
βαραίνουν τον δρόμο.
Κρύβομαι χρόνια τώρα πίσω από ντροπαλά σύμφωνα
και κρατώ σφιχτά απ’ τον λαιμό τη σταφυλή
βγάζω, ξαναβγάζω τους εξεγερμένους μασητήρες
και τα βράδια προσεγγίζω τη σιγαλιά
στο βλέμμα του ουρανίσκου.

Η σιωπή είναι λόγος μακρύς
τοπίο γυάλινο, φλύαρο.
Γέμισα όλες τις ντουλάπες με σιωπή
και σπόρους από φωνήεντα.
Μεγάλα φωνήεντα αγωνιστές του θέρους ευφυείς
με αντίληψη προσανατολισμού.
Παρασύρουν στην ερημιά
τις βολίδες με τη σπασμένη περόνη
τις ταξινομούν με άνεση σε λαβυρίνθους λήθης.
Μεγάλωσα, δεν έχασα ούτε ένα δόντι.
Παρέμειναν πιο λευκά κι απ’ το χιόνι.
Μασώ ξανά και ξανά
μέχρι τριάντα δύο φορές την κάθε μπουκιά.
Τη διασπώ σε κομμάτια, είναι πιο εύπεπτα.
Καλλιέργησα καρτερία.
Στη γλώσσα μου βλάστησε κήπος
λουλούδια σπάνια
μεγάλωσαν ποτάμια, ξεχειλίζουν
ξυπνούν γαλήνη και αιώρηση.
Η ψυχή γλιστρά απαλά…

α π α λ ά, α π α λ ά…

ΗΧΟΣ ΑΦΩΝΟΣ

Ντύσου τη νύχτα και μείνε σιωπηλός.
Κλείσε τα μάτια και κλείσε τη σκέψη.
Περίμενε όσο χρειαστεί.
Η σιωπή τα βράδια μόνο ομιλεί.
Στα απόκρημνα του κενού κρύψε το φως
να διδαχθεί τον άλλο εναγκαλισμό
μουγκός να περπατήσει
προς την ήσυχη λειτουργία των σπλάχνων.
Στις μύτες των ποδιών στερέωσε τον χρόνο
μηδένισε το βάρος σου σε ζυγαριά ακριβείας
και πέταξε στην ενδοχώρα ανάλαφρα.

Σκέψου το άγγιγμά του σαν εγερτήριο γαλήνης.
Κούρνιασε.
Ζήτα του να σβήσει οριστικά
τη θύμηση του θανάτου.
Ύστερα, σαν παιδί που ξεπετάγεται
από τα χέρια της μάνας του
τρέξε στο παιχνίδι της μέρας.
Κι όταν ο θόρυβος σβήσει το βουητό του
γέφυρες θ’ ανεβοκατεβάσει η σιωπή
στη γλώσσα της αλήθειας
μα θα είναι πια λαλίστατη.
Θα έχει μάθει ν’ αφουγκράζεται
τη μουσική του κήπου
που κοιμάται και ξυπνά
με γνώριμη φωνή.

ΕΚΤΙΩ ΤΗΝ ΠΟΙΝΗ

Μικρή μάζευα βοτσαλάκια
τόσα όσα χωρούσαν οι μικρές μου παλάμες.
Ο πατέρας μ’ έμαθε να μετρώ με ακρίβεια
το σωστό μέγεθος.
Ισορροπούσα.
Κι ύστερα τις πετούσα, μπλουμ, στο πρώτο κύμα.
Τις αποχαιρετούσα χωρίς ίχνος ντροπής
και χαιρόμουν
που τις έδινα φτερά να πετάξουν.
Πάντα ήθελα να κοιτάξω το πρόσωπό μου
στον καθρέφτη της θάλασσας
μου ψιθύρισε κάποτε μια λευκή γυαλιστερή πετρούλα.

Όταν μεγάλωσα μεγάλωσαν κι οι πέτρες.
Στοίβαζα, στοίβαζα…
Έγιναν κολώνες στέρεες, συμπαγείς.
Τις έβαφα, έγραφα στίχους και τις στόλιζα.
Κοιμόντουσαν με τις πόρτες σφραγισμένες
είχαν αναπνοή βαριά, τα βράδια με ξυπνούσαν.
Οι χούφτες μου μάτωναν
από τις κοφτερές ματιές της κλειδαριάς.
Δυσκολευόμουν να κρύψω τις πληγές μου.
Τι θα ’λεγε ο κόσμος;
Με την άκρη των νυχιών μου
άρχισα να σμιλεύω τα θεμέλιά τους.
Σμίλευα αδιάκοπα.

Να είχε κι άλλα σκαλοπάτια ο καιρός.

ΕΜΠΙΣΤΕΥΣΟΥ ΜΕ

   Πώς μοιάζει να είσαι άνθρωπος;
   ρώτησε το πουλί...

   ANNA KAMIENSKA
«Αστεία», μτφ. Βασίλης Καραβίτης

– Πώς μοιάζει να είσαι άνθρωπος;, ρώτησε το πουλί.
– Έχουμε μάτια, στόμα, αυτιά όπως κι εσείς.
Μας λείπουν τα φτερά.

– Πραγματικά, δεν ξέρω αν θα μπορούσα να το αντέξω αυτό, είπε με ύφος σοβαρό και τσίου ανέβηκε πιο ψηλά στο κλαδί.
Μοιάζει να είσαι κατάδικος στο δικό σου δέρμα. Αρνούμαι την υποταγή.

– Το λες αυτό γιατί δεν ξέρεις το μυστικό μου. Δεν νιώθω υποταγμένος.
Το δέρμα μου έχει ελαστικότητα και είναι γεμάτο πόρους.
Αποκρυπτογράφησα τον κωδικό εξόδου από τον υποδόριο ιστό.
Προσπαθώ να κρατήσω όρθιες στο μυαλό τις συντεταγμένες.
Συνεχίζω να ζω κανονικά. Φροντίζω τα παιδιά μου, τον άντρα μου, πηγαίνω στη δουλειά μου. Το να είσαι άνθρωπος έχει δυσκολίες, δάνεια, επιχειρήσεις.
Απαιτούνται δεξιότητες να ξεχωρίζεις τα αρνιά από τα ερίφια.
Άνθρωποι με πρόσωπα αγγελικά έχουν αίμα που βρυχάται.
Γλώσσες πύρινες. Η δύναμη μετρά την αντοχή της κρατώντας τα λόγια πίσω από τα δόντια. Η βαρύτητα δυσανασχετεί, όταν με ρίχνει στην αναπνευστική οδό.
Νομίζω πως κάθε φορά μετά την επιστροφή μου ζυγίζω λιγότερο.
Οι σόλες των παπουτσιών μου φθείρονται σπάνια πια.
Μου φαίνονται όλα αστεία και μικρά.
Πρέπει όμως να συνεχίσω μέχρι τη μέρα που ο κωδικός θα διαγράψει το αποτύπωμά του.

– Σ’ ευχαριστώ για το ψωμί στο πεζούλι. Ο Θεός, ξέρεις, μεριμνά για εμάς. Για εσάς;
Θα σε περιμένω στην έξοδο. Κράτησε τους πόρους ανοιχτούς. Ίσως μάθουν οι άνθρωποι να πετάνε. Θα σου εξομολογηθώ και κάτι:
δεν θα ήθελα να ήμουν άνθρωπος, είπε το πουλί και πέταξε μακριά.

ΕΠΟΧΙΑΚΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ

Φ θ ι ν ό π ω ρ ο:

Είμαι το τρελό αγόρι του χρόνου
το πιο ριψοκίνδυνο.
Στις παρυφές των γκρεμών
ξε-φυλλίζω παλιά περιοδικά
με φωτογραφίες ξεθωριασμένες.
Αποχαιρετώ τα χελιδόνια
κρύβω στις φωλιές τους παραμύθια.
Με τη μουσική κατοπτεύω
μελαγχολικά καλντερίμια
σπασμένους φεγγίτες, δέντρα γυμνά.
Η ορχήστρα των παιδιών
υποτάσσει τις χαμηλές νότες
ξαγρυπνά στις σκοπιές της μοίρας.

Η γη παρακολουθεί και μ’ εμπιστεύεται.

ΘΥΜΙΖΕ ΓΚΑΛΕΡΙ

I

Τίτλος της έκθεσης: «Η φθορά προς εξαφάνιση».
Ο πλανήτης βυθισμένος
στην ασυμμετρία υπαίθριας γκαλερί.
Φωνάζουν οι λαγοί και το ελάφι:
Ανεπρόκοπα μυαλά.
Δεν έχουν τεχνική επιβίωσης.
Αταίριαστοι με τις υπόλοιπες δημιουργίες.
Ο γκαλερίστας ξεκάθαρος κάνει τις σωστές επιλογές.
Η αιωρούμενη αίθουσα θα ξαναβρεί το κύρος της.

Προφητικά μοιρογνωμόνια
βασισμένα σε ισοσκελή τριγωνική θεωρία
μοιράζουν με ακρίβεια
τους σπόρους της βλάστησης.

Ο Ευκλείδης αναθεωρεί.
Όλες οι γωνίες της γης θα είναι πλέον
ίσες στην κατανομή γενναίων αποφάσεων.

Τα δάση ολοκλήρωσαν το τέλος τους.
Και, να, η αρχή της αρχής τους.
Ένας φτερωτός διαβήτης
μετατρέπει τη χαλασμένη τροχιά
σε πίνακα αναγεννησιακού εκθέματος.
Ο Μποτιτσέλι, ο Λεονάρντο, ο Βαν Γκογκ
ψάχνουν τα πινέλα τους.
«Άφαντο του Βασιλιά το ένδυμα».

Σταθείτε, φωνάζουν τα πουλιά
δεν είναι αυτό που σκέπασε
τα καμένα κορμιά;

II

Στο ανακαινισμένο σύμπαν
οι άνθρωποι αδάκρυτα εκθέματα.
Ο θάνατος θα επιλέξει μιαν ορθή γωνία
για να κρεμάσει το χώμα που τον σκέπαζε.
Όλα θα είναι ορατά από τις ισοσκελείς πλευρές
της αιωρούμενης πόλης.
Οι κορυφές επίπεδες
και τα σκαλοπάτια θα ξεφορτώσουν το βάρος τους.
Ο αγώνας της εξιλέωσης θα τερματισθεί.

Το κέντρο της πλατείας αγάπη ατελεύτητη.
Χέρια μητρικά θα μοιράζουν πανωφόρια.
Οι μέλισσες κι οι πεταλούδες
θ’ αγγίζουν τον χάρτη μετανάστευσης
μόνο για την ανάμνηση.
Ζώα και πουλιά συμφιλιωμένα
στο άτονο βαρυτικό πεδίο.
Τα ερπετά θα δοξολογούν
χωρίς να σέρνουν τις αμαρτίες τους.
Eλάφια και τίγρεις θα συνομιλούν
δίχως νύχια και μάχες.
Όσοι δεν πίστεψαν ποτέ
θα αναφωνούν στα σκοτεινά:

«Άφαντο του Βασιλιά το ένδυμα».

III

Το ποίημα ψάχνει τρόπο να πρωτοτυπήσει
να γίνει πιο παιχνιδιάρικο, πιο χαρτογραφημένο.
Θέλει ν’ αφήσει στον ποιητή χώρο ν’ αναπαυθεί.
Εξάλλου, οι λέξεις υπάρχουν από καιρό
και έχουν διαλέξει τη θέση
και τη σωστή σειρά της έκθεσής τους.
Με διαβήτη στερεώνει το κέντρο.
Ποιο είναι όμως το κέντρο του κέντρου;
Κι ενώ η θεωρία επιβεβαιώνεται
με σύμπλευση δυναμική
αληθινού και φαντασίας
το μοιρογνωμόνιο απομονώνει
σε σωστές συντεταγμένες
όλες τις περιπλανήσεις του νου.
Τις θεμελιώνει σε υπαίθρια γκαλερί γραμμάτων.
Αγκαλιάζονται μέσα σε μεγάλα βιβλία.
Μετροφυλλούν με παράπονο.
«Άφαντο του βασιλιά το ένδυμα».

Μα, δεν το αντιλήφθηκαν πως
ήδη το φοράνε;

ΚΥΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ…

    Αν έχω περηφάνια κι αν έχω να
    φουμίζω μες τον κόσμο εις εσού
    κ’ εις του σπαθκιού σου του
    γρουσού την δύναμη ορπίζω

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

[Με τον τρόπο του Νίκου Ορφανίδη]

…το νησί των Αγίων που ξενυχτούν
στην κορυφή των καμπαναριών.
Το μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα
το ακρινό προσκέφαλο της προσευχής μες στο γαλάζιο.

Το χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στις συγχορδίες του Μίκη.
Δεν ματώνει το Φθινόπωρο
είναι η παλάμη του Θεού
που επιπλέει στην προέκταση του παραδείσου.

Κύπρος είναι οι ήρωες που σκότωσαν
τη θηλιά του θανάτου
κι ανέβηκαν μονοπάτια.
Είναι ο Ευαγόρας.
Κρυφοκοιτάζει τις γλάστρες στο περβάζι.
Κλάμα πικρό να ξεραθούν τα αγριόχορτα.

Κύπρος είναι η Κερύνεια, η Αμμόχωστος, η Μόρφου
το κρυφό δάκρυ στο απόσταγμα των ανθών.

Είναι τα αγρινά που τρέχουν στα βουνά
κι ελευθερώνουν τα σκλαβωμένα μας μάτια.

Είναι η Λευκωσία με το κρυφό μουρμουρητό.
Ξύπνιο κρατά τον Πενταδάχτυλο
να ποτίζει τον δρόμο του γυρισμού.

Είναι η Λάρνακα με το ψηλό ανάστημα.
Οι φοινικιές μετρούν το μπόι της ανδρείας.

Κύπρος είναι η Λεμεσός.
Με τις ορθάνοιχτες πόρτες στις καντάδες
και στο γλυκό κρασί.
Είναι ο τόπος μου
η μυρωδιά που σκάει στα πνευμόνια
τη χαρά του λεβάντη.

Κύπρος είναι η γιαγιά με το πολύχρωμο μαντήλι
την ποδιά και τα μακριά χέρια.
Περιπλανιέται η νοικοκυροσύνη στις κατσαρόλες
με τα γλυκά του κουταλιού
καρυδάκι, κιτρόμηλο, βαζανάκι.
Μέσα σε χάλκινη κατσαρόλα
το χαλούμι μοσχοβολά παράδοση
κι ο τραχανάς ρουφά τα κρύα βράδια του χειμώνα.

Κύπρος είναι τα στενά δρομάκια των χωριών.
Ανηφορίζουν τα βουνά παρέα με τα τρυγόνια.
Πίνουν νερό από ποτάμια που ξεχειλίζουν έρωτα
και τα σκοτεινά χρόνια διαγράφουν.
Τσαμπιά από σταφύλια κρύβουν τα μυστικά τους
σε πυθάρια με μήτρα σφραγισμένη.

Είναι τα σπίτια και οι άνθρωποι
που φυλάγουν στα μπαούλα τα προικιά
το δίκαννο του παππού και τη χλαίνη του ’40.
Κανείς δεν τολμά ν’ αμφισβητήσει τη σταγόνα το αίμα
ανυπότακτο ψιθυρίζει το σύνθημα.
Η νίκη μετρά στιγμές
και τα βήματα πλησιάζουν την πράσινη γραμμή.

Κύπρος είναι τ’ αηδόνια στις Πλάτρες του Σεφέρη.
Ακοίμητοι φρουροί απαντούν με παρασύνθημα:
«τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις»
και πετάνε ψηλά.

Είναι τα Λευκαρίτικα κεντήματα
οι Μοδίτικοι σιεμέδες.
Κάθε βελονιά μια προσευχή
η νύφη να έχει τύχη καλή.
Είναι το ρέσι και ο ταβάς στους γάμους.
Το πλούμισμα και οι ευχές.

Κύπρος είναι όλοι αυτοί
που ξενιτεύτηκαν μετά το ’74.
Τους γκρέμισαν τα σπίτια.
Από τότε οι βαλίτσες έτοιμες για την επιστροφή.
Είναι το δέντρο με τις φωτογραφίες των αγνοουμένων.
Και ο πόνος που σκαλίζει το χώμα χρόνια τώρα.
Είναι ο Λυπέρτης
και το «καρτερούμεν μέρα νύχταν…»

Κύπρος είναι τα αναπτυγμένα κτίρια
έφαγαν τη γη και μεγάλωσαν.
Είναι τα παράθυρα με τα διπλά γυαλιά
και τα μοντέρνα χρώματα.
Οι κάμερες στις εισόδους που καταγράφουν
τους επισκέπτες.
Κάποτε όλοι ήξεραν πού ήταν κρυμμένο το κλειδί.

Είναι τα δέντρα που έφτασαν πετώντας.
Χαμένα στους δρόμους
ψάχνουν να βρουν την ανατολή
και την ταυτότητά τους.
Μας κοιτούν αφ’ υψηλού.
Τα άλλα προσπαθούν να βρουν τις ρίζες τους.
«Φύτεψε συτζιά για τα παιδκιά σου
ελιά για τ’ αγγόνια σου
καρυδκιά τζαι τερατσιάν
για τα δισέγγονά σου», έλεγε ο πατέρας.

Στο περιβόλι μου φύτεψα όλα τα είδη.

ΠΑΛΙΑ

Παλιά ήταν άνθρωπος. Άνθρωπος ελεύθερος.
Οι εποχές τον διαπερνούσαν αθόρυβα, του υπενθύμιζαν πως η ζωή έχει αφετηρία την ομορφιά. Και ζούσε όμορφα, απλά. Είχε το σπίτι του, τη δροσιά του, ένα πιάτο ζεστό φαγητό. Γιόρταζε Χριστούγεννα και Πάσχα. Αφουγκραζόταν τη λύπη των μυρμηγκιών όταν ο πατέρας δεν γυρνούσε στη φωλιά. Επισκεπτόταν αμέσως τα ορφανά. Τα παρηγορούσε.
Παλιά ήταν άνθρωπος.
Μεγάλωνε τα παιδιά του σε ιδιόκτητο ωκεανό ευτυχίας, τα δέντρα του στον παράδεισο. Δεν έλαμψε ποτέ πολύ. Δυο κόκκινοι ήλιοι όλοι και όλοι στριφογύριζαν στα μάγουλα του. Ανέτελλαν πρωί και βράδυ, τον παρακινούσαν να αναζητήσει την πατρίδα τού πάντοτε. Δεν κρατούσαν έχθρα για κανένα.
Έτρωγε την αγάπη με την φλούδα και έπινε νερό από το ποτάμι. Τα δάχτυλά του αμετακίνητα από τις καρτεσιανές συντεταγμένες δεν ψηλάφησαν ποτέ σκανδάλη, ούτε και βρωμερό μπαρούτι.

Ανελέητοι μορφασμοί σε τοίχους περιμετρικούς γαντζώνουν την θωριά τους. Κι ήρθαν οι Δυνατοί απρόσκλητοι, βράδυ σε ώρα ξεκούρδιστη. Η κατεδάφιση σε ρυθμό σαδιστικό πληγώνει τα θεμέλια. Οι καρέκλες αντιστέκονται. Σπάνε το πόδι η μια της άλλης αρνούμενες να σηκώσουν το βάρος του φονιά.
Σώματα ακρωτηριασμένα με άδειες αγκαλιές βουλιάζουν σε τρομαγμένα νερά. Ανήλικα ψάχνουν τις γλώσσες των γονιών τους.

Η μάνα θρηνεί…κανένα όνειρο δεν συναρμολογείται στο έδαφος. Το φίδι κόβει το κεφάλι και την ουρά του … πέφτει στην αγκαλιά της και αυτή γέρνει στο κύμα.
Ο θάνατος έχει χρώμα …για τους ανθρώπους …

Βιογραφικό 

Η Σκεύη Γιάγκου Αντωνίου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεμεσό. Σπούδασε αρχιτεκτονικό σχέδιο και διακόσμηση στην Ακαδημία Εφαρμοσμένων Τεχνών Μιλάνου. Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Λεμεσού «Βασίλη Μιχαηλίδη». Παρακολούθησε τα Εργαστήρια Δημιουργικής Γραφής της ποιήτριας και δοκιμιογράφου Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου και συμμετείχε με ποίηση και πεζό στον τόμο Συν(γ)ραφές, εκδόσεις «Τεχνοδρόμιον» 2018. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι μέλος της Παγκύπριας Ένωσης Κεραμιστών με πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Έργα της εκτέθηκαν και υπάρχουν τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Κύπρο. Έχει τρία παιδιά, ζει και εργάζεται στη Λεμεσό.

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή ή απόδοση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού τόπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ με οποιονδήποτε τρόπο, ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο, χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια της διαχειρίστριας.

Βρείτε το βιβλίο:
https://www.ianos.gr/
https://www.protoporia.gr