Ποιήματα της ξενιτιάς και του νόστου-ΡΟΥΛΑ ΒΑΣΙΛΑ

Ποιήματα της ξενιτιάς και του νόστου-ΡΟΥΛΑ ΒΑΣΙΛΑ

Θα δούμε μια ενότητα ποιημάτων της Ρούλας Βασίλα. "Ποιήματα της ξενιτιάς και του νόστου"!

Ποιήματα της ξενιτιάς και του νόστου-ΡΟΥΛΑ ΒΑΣΙΛΑ

Σε τούτο εδώ το σπιτικό
Ποιος ήταν νοικοκύρης
Ποια μάνα ζύμωνε ψωμί
Τι έλεγε ο κύρης
Ποια κόρη ύφαινε αργαλειό
Κεντούσε μαξιλάρι
Να βάλει το κεφάλι του
Αυτός που θα την πάρει
Και ποια παιδιά σκορπούσανε
Γέλια με τα παιχνίδια
Με κλάματα σαν πέφτανε
Και μάτωναν τα χείλια
Σε τούτο εδώ το σπιτικό
Ποιο ήταν το παλικάρι
Που στήριζε τη στέγη του
Ο αγέρας μην την πάρει..

Έπεσε τώρα ο ουρανός
Μα φύτρωσαν δεντράκια
Να ζήσει η γέρικη ψυχή
Που 'χει πολλά μεράκια
Λουλούδια βγήκαν στη σκεπή,
να βρούνε λίγο Ήλιο,
να δουν στα μάτια Τον Θεό,
να του μιλήσουν Λίγο..

Ξένε αν τύχει και διαβείς
Τούτο το μονοπάτι
Κάτσε για λίγο στο σκαλί
Να νιώσω την αγάπη
Φύτεψε μια τριανταφυλλιά
Που να τη λένε Ζέτα
Έτσι λεγόταν η γιαγιά
Που έφτιαχνε κουφέτα
Περίμενε την κόρη της
Για να τη ντύσει νύφη
Να πλέξει πέπλο στα μαλλιά
Τίποτα μην της λείπει
Ζιπούνια έφτιαχνε πολλά
Τ'απίθωνε στην κούνια
Για να ζεσταίνουν τα μωρά
Μαζί με τα καλτσούνια

Αχ, ξένε μου αν διαβείς
Κάτσε να σου μιλήσω
Μην είδες τα ξενάκια μου
Λίγο να σε ρωτήσω..
Πότισε τα λουλούδια μου
Και κόψε το χορτάρι
Άνοιξε και την πόρτα μου
Ο Ήλιος να με πάρει

Πριν κλείσω τα ματάκια μου
Ξένε κάτσε μαζί μου
Πονάει η καρδούλα μου
Γέρασε κι η ψυχή μου
Τάξε μου - ξένε - πώς θα'ρθεις
Να με παρηγορήσεις
Πριν γύρω ν'αποκοιμηθώ
Μόνο μου μη μ'αφήσεις
Ψέματα πες μου- να χαρείς
Πώς είδες τα παιδιά μου
Εκεί μακριά στην ξενιτιά
Που πήρε την χαρά μου...

------------------------------

Στο σπίτι το παλιό..

Σε τούτο 'δω το σπίτι το παλιό
Το ξεχασμένο από Θεούς κι ανθρώπους
Έφτασα 'ψες αργά για να σε καρτερώ
Αφού σε έψαξα σ'ολους -της Γης-τους τόπους

Πέρασαν χρόνια που ήμασταν παιδιά
Και παίζαμε σε τούτη εδώ τη ρούγα
Μας κυνηγούσε στα ψέματα η γιαγιά
Και εσύ της φώναζες, γιαγιά είσαι πανούργα

Θυμάσαι,το σκύλο μας - τον Ρεξ
Και τη γατούλα μας - την Ευφροσύνη
Και τις φωνές
Τις τσιριχτές της μάνας μας
που φώναζε γεμάτη καλοσύνη

Εκεί στην άκρη, ήταν κι ο παππούς
Έστριβε θεριακλής ένα στριφτό τσιγάρο
Και τραγουδούσε ολημερίς
Τραγούδια - λέει - υπομονής
Πώς θα νικούσε - έλεγε - τον Χάρο

Σ'αυτό το σπίτι έφτασα εψές
Μεταναστάκι γύρισα να σ'έβρω
Ήρθα αργά
Ήρθα νωρίς, είναι παιχνίδι της ζωής
Μεγάλωσα και ήρθα να σε πάρω

Πέρασαν χρόνια που ήμασταν παιδιά
Σ'αυτό το Ικαριώτικο - το σπίτι
Πήγα μακριά
Έφυγα αλλά, χτυπάει η καρδιά
στην Ικαριά, όπου ετούτη φανερά
Πάντα θα Ανήκει.
--------------------------------
Η Γη μου..
-Έχει ποτάμια - μακριά
Γιοφύρια τοξωτά
Περήφανους ανθρώπους
Πανέμορφα χωριά
Γαλήνιους - έχει - τόπους
Μα πιο πολύ θα δεις
Βλέμματα που "πονάνε"
Μ' όσους τους λησμονάνε

Η Γη μου..
Έχει βουνά ψηλά
Έλατα που θεριεύουν
Νερά που τραγουδούν
Σαν θέλουν να μαγεύουν
Το νου και την καρδιά
Κι όσους τα αγναντεύουν
Μα πιο πολύ θα δεις
Πρόσωπα με ρυτίδες
Να λένε ιστορίες
- λάμπουν - σαν ηλιαχτίδες

Η Γη μου..
Έχει ταξιδευτές
Σπίτια - έχει - κλεισμένα
Μα απ'τα παραθύρια
Τα χιλιοαμπαρωμένα
Αν θέλεις - εσύ - θα δεις
Ό,τι ονειρευτείς!!
Το τζάκι αναμμένο
Το σκύλο ξαπλωμένο
Τσούρμο είν'τα παιδιά
γύρω απ'τη γιαγιά
Κάστανα στην φουφού
Και η σκέψη σου ...αλλού!!

Μα πιο πολύ θα δεις
Το νόημα της ζωής!!
-----------------------------
Τα γιοφύρια

Έχτισα τούτο το γεφύρι
Για να ενώσω τις δυο όχθες του Ποταμού
Την Αυγή με το Σούρουπο
Τον Ήλιο με το Φεγγάρι
Τον βράχο με τον άλλον βράχο
Και τον Άνθρωπο με τον Άνθρωπο.
- τον Εχθρό με τον Φίλο-
Εσένα με Μένα!!

Βαριές οι πέτρες..
Τις κουβαλούσα στις πλάτες μου
Αδύναμες - οι πλάτες - μα το 'λεγε
Η Ψυχή μου!
Τις απίθωνα απαλά, στοργικά
Να μην τις ραγίσω - να μην τις σπάσω
Να μην τις πονώ

Άρχισα να χτίζω μια - μια
με τις λάσπες του κόσμου
που μου 'φταναν
ίσα με τα γόνατα
Ήξερα, πώς τούτος ο βούρκος
Στα χέρια μου θα γίνει δρόμος
Θα γίνει γιοφύρι - θα γίνει ένωση
Το 'ξερα γιατί έχτιζα με Αγάπη
Είπα: "Θα γίνει πέρασμα
Για να ενώσω
Τη Γη με τον Ουρανό
Εσένα με Μένα!!"

Μέρες και νύχτες πάλευα
Να στήσω τούτο το γιοφύρι
Πεινούσα - Διψούσα..
Μόλις έστεκα στα αδύνατα σαν
καλάμια -- ποδάρια μου
Ίσα,που σήκωνα με τις μικρές μου
παλάμες πέτρες και βούρκο - μαζί
Μα ήξερα..
( Για σένα - για μένα )

Πως η Αγάπη σώνει για να χτίσεις
Γιοφύρια
Η Αγάπη σώνει για να χτίσεις καρδιές
Γιομάτες καλοσύνη - γιομάτες
Καρδιοχτύπι - γιομάτες όνειρα
Και πίστη για Ζωή.
Ίσα,που ανέπνεα.. μόλις που ζούσα
Μα ήξερα..
Πως τούτο το γιοφύρι
Θα'ναι Γερό και θα βαστάει
Τα όνειρα των ανθρώπων
Θα 'ναι Σταθερό να μην πέφτουν
Στο ποτάμι
Θα 'ναι Τρανό,να ενώσει τον Έρωτα
με τον Άνθρωπο
Το Όνειρο με την Ελπίδα
Τη Γη με τον Θεό..
Ίσα,που στεκόμουν στα αδύνατα
- σαν καλάμια - ποδάρια μου
Μα ήξερα
Πώς μια μέρα θα ενώσω
Τη Γη με τον Ουρανό!
Εσένα με Μένα!!

Το 'λεγε η Ψυχή μου!
--------------------------------

Η Ιθάκη που δεν αντάμωσα..

Χρόνια πάλευα
Να φτάσω στην Ιθάκη
Την είχα πλάσει στο μυαλό μου
Όμορφη κι αληθινή
Γελαστή κι Ευλογημένη
Πέρασα θάλασσες
Με σάπια σκαριά
Και κύματα αγριεμένα
Περνούσαν δίπλα μου
Μεγάλα καράβια
Μα δεν ανέβηκα ποτέ
Μπάλωνα τα πανιά μου
Και συνέχιζα
Ήθελα τούτος ο αγώνας
Να 'ναι δίκαιος
Ήθελα, τούτη η καρδιά
Ν'αντέξει..
Χρόνια πάλευα
Να φτάσω στην Ιθάκη
Έχανα τα μονοπάτια μου
Κι έπεφτα
Μάτωνα τα γόνατά μου
Ο σκύλος μου 'γλειφε τις
Πληγές
Φόραγα τα σκισμένα μου
Παπούτσια και περπατούσα
Μα δεν σε έφτασα ποτέ
Μέχρι που η θάλασσα
Η κυρά μου- η θάλασσα
Μ'έριξε στο χώμα σου
Ικαριά μου
Οι μυρωδιές σου με πλάνεψαν
Οι ομορφιές σου με
Μάγεψαν
Και τότε κατάλαβα
Πως η Ιθάκη μου
Δεν είναι μια
Ιθάκη, είναι όπου η καρδιά
Χτυπάει και Αγαπάει
Κι όπου η ψυχή γελάει
Χορεύει και τραγουδάει
Δυνατά!!!

Χρόνια πάλευα
Για να βρω την Ιθάκη μου
Μέχρι που έλιωσαν τα φτερά μου
Και φώλιασα στην αγκαλιά σου Ικαριά !!
---------------------------------------

Ταξίδι στην Τένεδο

Πεθύμησα 'κείνο το ταξίδι στην Τένεδο
Τις βόλτες στα πέτρινα καλντερίμια
Με τις γαζίες και τους βασιλικούς
Τις ξαπλωμένες γάτες και τα παιδιά
γύρω - τριγύρω,να παίζουν και να γελάνε
Ήταν ωραία,στην Τένεδο
Μύριζε ο αγέρας Ελλάδα
Θρόιζε ανάμεσα στα σοκάκια
Ανα-Ζητώντας Λευτεριά
Πεθύμησα 'κεινο το ταξίδι στην
Τένεδο
Τις μοίρες που μας οδήγησαν εκεί
Και τις Νεράιδες που χόρευαν
Μαζί μας..
Τις ξαπλωμένες γάτες και τις γιαγιάδες γύρω -τριγύρω
Να πλέκουν όνειρα για να ζήσουν ξανά
Μα ποτέ να μην τα τελειώνουν
Έψηναν τούρκικο καφέ στα κάρβουνα
Που μύριζαν Ελλάδα
Ήταν ωραία,στην Τένεδο
Μύριζε ο αγέρας λιβάνι
Θρόιζε ανάμεσα στα σοκάκια
Μήπως και διώξει το κακό
Μήπως μεθύσει τους ταξιδιώτες
Με Έρωτα και Σεβασμό
Ήταν ωραία,στην Τένεδο
Θυμάμαι τα ξύλινα καΐκια
Να ξαποσταίνουν στο μόλο
Και τους ψαράδες με τα μπαλωμένα
δίχτυα να κυνηγούν τις γοργόνες τους
Γύρω -Τριγύρω τα παιδιά
Να παίζουν και να τραγουδάνε
Οι γάτες να περιμένουν τον μεζέ
Κι οι γιαγιάδες να γελάνε
Ήταν ωραία,στην Τένεδο
Μύριζε μια πληγωμένη Ελλάδα..

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή ή απόδοση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού τόπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ με οποιονδήποτε τρόπο, ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο, χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια της διαχειρίστριας.

Βρείτε το βιβλίο:
https://www.ianos.gr/
https://www.protoporia.gr

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;