Οι ζητιάνοι-ΕΜΙΛ ΒΕΡΑΡΕΝ

Οι ζητιάνοι-ΕΜΙΛ ΒΕΡΑΡΕΝ

5 Σεπτεμβρίου. Διεθνής Ημέρα Φιλανθρωπίας. Θα δούμε το πολύ συγκινητικό ποίημα του Βέλγου-Φλαμανδού ποιητή Εμίλ Βεράρεν "Οι ζητιάνοι"!

Οι ζητιάνοι-ΕΜΙΛ ΒΕΡΑΡΕΝ

Όταν οι παγεροί ζώνουν χειμώνες
Δάση,χωριά,χωράφια και λιβάδια,
Σαν όχτρητας,κολόνες,και μιζέριας
Στ'απέραντα του κάμπου,

Με των τρελών την όψη,να οι ζητιάνοι.

Βαριεστημένοι,την αυγή,απ'τη νύχτα
Χώνουνται μες στων δρόμων τα χαντάκια,
Με το ψωμί τους στη βροχή βρεγμένο,
Και τα καπέλα

Θολόμαυρα,και τις βαριές τους πλάτες
Σα θόλους,και τα πλάνα βήματά τους
Σιγαλινά,την καταλύτρα πλήξη
Σα να ρυθμίζουν.

Τους σταματάει,το γιόμα,στα χαντάκια
Στα φύλλα ξαπλωμένους για τον ύπνο,
Και είν'απ'τα παρακάλια οι κουρασμένοι,
Κι απ'τ'απλωμένο χέρι,

Τόσο,που φανερώνονται σαν κλέφτες
Στο κατώφλι,σπιτιών των κάμπων έρμων,
Καθώς ανοίγει η πόρτα,και σκορπιέται
Γοργά μια λάμψη.

Με των τρελών την όψη,να οι ζητιάνοι.

Πάνε και πάνε,μες τα στερφοτόπια,
Κι είναι κατρεφτισμένη η φαρμακίλα
Τους, στου προσώπου τους μέσα τα μάτια,
Τα λυπημένα.

Με τα ρούχα τους και με τα κουρέλια,
Και το κουραστικό περπάτημά τους,
Το καλοκαίρι,μες απ'τα χωράφια
Για τα πουλιά είναι σκιάχτρα.

Και τώρα που ο Δεκέμβρης λυσσασμένος
Ορμητικά πάνω στα ρείκια πέφτει,
Και παγώνει,στα βάθια των φερέτρων,
Τους πεθαμένους,

Αραδιασμένοι,ασάλευτοι,φαντάζουν
Ορθοστημένοι,ωσάν σταυροί οι ζητιάνοι,
Πεισματάρηδες σκυθρωποί,στους δρόμους
Της εκκλησίας.

Με των τρελών την όψη,να οι ζητιάνοι.

Κάτω απ'της ράχης τους το μέγα βάρος
Με τα καπέλα τους τα μαυρισμένα,
Στα σταυροδρόμια κατοικούν,που δέρνουν
Βροχές και ανέμοι.

Τα βήματα είναι της μονοτονίας
-Που έρχεται αυτός,και πάλι δρόμο παίρνει
Και ανάλλαχτος,ποτέ του αποσταμένος-
Προς τα πλατιά των κάμπων.

Είναι οι κουτσοί,οι κουλοί και οι τυφλωμένοι,
Και τα ραβδιά τους είναι τραχιές γλώσσες
σημάντρων της μιζέριας,που χτυπάνε
το θάνατο στο χώμα.

Είναι οι παντοτινά σημαδιασμένοι,
Κι από τα ελέη,κι απ'όλες τις συγχώριες,
Και είν'οι εξαντλημένοι και οι φθαρμένοι
Και στα κορμιά,και στις ψυχές,βαθιά ως
Τα κόκκαλά τους.

Κι έτσι,όταν πέφτουν στις στερνές τους ώρες
Ξεροί απ' τη δίψα,χαύνοι από την πείνα,
Και φωλιάζουν,σα λύκοι,σε μια τρύπα
Κατά το βράδυ.

Η απελπισιά και η πίκρα και η οδύνη
Πιο γέρικη απ'της θάλασσας τα χρόνια,
Καθρεφτίζεται μέσα στα μεγάλα
Και ολάνοιχτά τους μάτια.

Και κείνοι που 'ρχονται ύστερ' απ'της μέρας
Το μόχτο,τα κορμιά τους για να θάψουν,
Στην όψη τους, δειλιάζουν ν'αγναντέψουν
Τη φοβέρα,κάτ'απ'τα βλέφαρά τους
Που λάμπει ακόμη!

Μετάφραση: Αντρέας Καραντώνης
Πηγή: Νέα παγκόσμια ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Διόσκουροι

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;