Δεκατρία ποιήματα του Στρατή Παρέλη

Δεκατρία ποιήματα του Στρατή Παρέλη

Καλεσμένος μου στη στήλη "Στα βαθιά" είναι σήμερα ο ποιητής Στρατής Παρέλης. Γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει καταγωγή από τη Λέσβο, από την πλευρά του πατέρα του κι από τη Μικρά Ασία, από τη μεριά της μητέρας του. Πολυγραφότατος δημιουργός έχει εκδώσει μέχρι τώρα είκοσι έξι έντυπες ποιητικές συλλογές και πολλές σε ebooks. Ποιήματά του έχουν φιλοξενηθεί σε έγκριτα ηλεκτρονικά περιοδικά, καθώς και στο προσωπικό του ιστολόγιο. Η ποίησή του είναι λυρική, υπαρξιακή, ενίοτε εξομολογητική. Ο λόγος του είναι πλούσιος, περίτεχνος, με ανάγλυφες εικόνες κι εμπνευσμένα σχήματα. Αγαπά τη γλώσσα, θηρεύει σπάνιες ψηφίδες της και αναδεικνύεται σε ικανό λεξιπλάστη. Η πένα του υμνεί τον έρωτα, στοχάζεται πάνω στις σχέσεις, ζωγραφίζει τις ομορφιές της φύσης, ανιχνεύει τα βαθιά συναισθήματα. Άλλοτε φιλοσοφεί στα διαχρονικά ερωτήματα αυτού του κόσμου, πολλές φορές εμβαθύνει σε κοινωνικά θέματα. Θα ταξιδέψουμε με δεκατρία ΘΑΥΜΑΣΙΑ ποιήματά του!

φωνή...

διαυγές μεσημέρι ηλιόδοξο
ακουμπώ την ψυχή σου σε νιώθω σαν μια σβιλάδα που μ' αναταράσσει
τέλεια απλώνεται η πνοή του ανέμου
κερδίζει τα υπέρτατα καταφύγια
το προάστιο κλείνεται στον εαυτό του
εποχή του σκεπτικισμού
στον περίγυρο ενέργεια των συλλογισμών
ονειρεύομαι αναστάσεις δοξασμένες
η Πράξη αντηχεί μες την πραγματικότητα
κατάτμηση των Ιδεών κατάτμηση των επιθυμιών μας
όλη η ηλεκτρονική χαρά ηχεί μες την οθόνη μας
επικοινωνούμε
αδιάλειπτα επικοινωνούμε..

28/9/2021 Βόλος

ο έρωτας έτσι ηχεί...

ακούγονται λόγια ανέμου και στο χάραμα είσαι εκεί
νέμεσαι αστεριών περιουσίες
κατοικείς τον κόσμο στην απροκάλυπτη ''θέση'' του
ιερουργώντας.
διαφαίνεται της νύχτας το κάλλος
και τα μάτια σου αφήνουν ανοικτή την πόρτα του ντουνιά,
καθιερώνεις τα φωνήεντα
στα ποιήματα που αμελώ να γράψω.
να οι μήνες που ρέουν παραγεμισμένοι από σκοτάδι και φως ατημέλητο
τα πελαγίσια πουλιά οι θηρευτές αυταπάτης
να ο ήχος σου η μυστηριακή παλινδρόμηση,
ριγείς και σχίζεται ακραιφνώς ο αέρας,
εκρήξεις αισθημάτων καταρρακώνουν
την απαισιόδοξη παράγραφο του ύμνου μου
- και ευτυχώς!- χαράζει τώρα
είσαι μονόλογος της Αστραπής,
φεγγοβολάνε πάνω σου ζεστά φεγγάρια,
δεν έχει η λύπη καταφύγιο,
πάλι γύρω σου εδραιώνεται Σύμπαν,
μορφές αγγελικές πάνε και πάνε·
η Αττική νταμάρι λεηλατημένο ζεύει τα φαιά βουναλάκια της
σε αποκάλυψη· λησμονώ να με ξέρω, ούτε εγώ πια είμαι εγώ,
ένας αλλιώτικος εαυτός ζει μες σε μένα, εσύ χρησμοδοτείς για την Αγάπη,
κρύβεις για να φαίνεται ο Έρωτας, διαφεντεύεις
των φιλιών το ροσόλι. Έρχεται ο ήλιος, κελαηδούν τα πουλιά,
τα άνθη συγκροτούν φιλαρμονικές, μελωδίες
χύνονται στα ουράνια ύψη όπου σε ανταμώνει
ο πόθος μου και μ' αντιμετωπίζεις με ένστικτο καυτό και με λαχτάρα
πάλι μια μοίρα είσαι ένα φερέφωνο
που λέει πάθη μέσα στο αίμα μου...

26/9/2021

ιχνηλασία στου σκοταδιού την κοίτη...

δροσερά φυλλώματα προς την αυγή που συναντούν το γελαστό νερό·
η αυγή έχει ακόνι και τροχίζει το άσπρο μέταλλο των ωρών·
τραγουδάκια σιγαλόφωνα ακούγονται από τα όνειρα της πεταλούδας·
ο θεός καιροφυλακτεί και μας κάνει παρέα στις μοναχικές καρδιές.
κάθετη η νύχτα ζεστή και συγκεντρωμένη στην μαύρη φοβέρα της
αλλάζει την φωνή των όντων και καμία τόλμη δεν μπορεί
να την διαταράξει. Όλα από πίσω τα στεφανώνει η μουσική
σαν μια παντιέρα ιερή που μας κινεί και όλο μας παροτρύνει
δροσερά φυλλώματα προς την αυγή
νυχτοπεταλούδες που αγαπούν του φωτός την συνάντηση
λαλούν στην αντήχηση που γεμίζει την σπηλιά του ύπνου, καθώς
οι ετοιμασίες να υποδεχτούμε την μέρα
εντείνονται και κάπου μας ξεφεύγει η ελπίδα·
θάμβος στερεωμένο πρόχειρα μες το στερέωμα
αφήνει να σκιρτά η καρδιά μου να αγαπώ
ως και τον θάνατο εγώ!

Γυναίκα.

Νύχτα μεγάλη αστροφεγγιά κι αιθρία συλλαβίζοντας
Στ’ αλφαβητάρι ενός άστρου την γαλήνη.

Τοπία που μέσα τους σε ήπιανε
Τοπία που με κομμάτιασαν κι εσύ ήσουν μακριά
Ανάγνωθες την ζωή μακριά από την ζωή μου.

Γυναίκα, δεν υπήρξες ή υπήρξες
Καλουπωμένη μέσα σ’ ένα όνομα όταν ανέβαινα
Βιαστικός τα σκαλοπάτια της ηλικίας σου
Να σε φιλήσω στα χείλη;

Σε βρήκα θεόρατη να πάλλεσαι από φωτιά
Δίπλα μου
Μέσα μου
Γρατζουνώντας με απομέσα
Να ξεφλουδίσω να βγεις…
Πού να πας;
Η θλίψη καραδοκεί από παντού..

Εσύ λαξευμένη στην πέτρα στο στεγνό τούτο τοπίο
Την άνυδρη έκταση
Από βουνό και αμπέλια.

Με τα βέλη των ματιών σου αναδύεσαι από την πέτρα
Κοιτάζεις ολόγυρα και φτιάχνεις
Ένα φωνήεντο χαράς!
Ζουζουνάκι τρελό που παίζοντας μ’ άγγιξε!

Όχι η αυγή που γαντζώνεται με μανία στις βουνοκορφές
Που σου χτενίζει τα μαλλιά διαμαντικά- όχι
Η ώρα του μεσημεριού
Που λιγώνονται μυριάδες τζιτζίκια
Σε τετέρισμα μονότονο- όχι

Στο ύψος ενός λουλουδιού που τσάκισε
Η ζωή σου στέκει
Εκεί
Γίνεται καθρέφτης
Μέσα του αναγνωρίζω
Το άδικο και τον αδικημένο..

Ξέρω να πω την εύρωστη καρδιά που θα μιλήσει κάποτε
Αρθρώνοντας το φοβερό μυστικό
Της αλήθειας!

1983

Α.

Μέσα στην ερωτική νύχτα το φεγγάρι ακολουθεί πορείες της επιθυμίας.
Εσύ ζεις και έρχεσαι από τις σιωπές των άστρων-
πιο καθαρογραμμένη κι από οπτασία.
Σε σκλαβώνουν τα χέρια μου που σε κρατώ
περισσότερο πια μέσα στον νου μου, άυλη, εξωπραγματική,
στεφανωμένη
με το φεγγαρίσιο φως που επάνω
στο άσπρο σου κορμί ζει και περισσεύει.

Νεράιδα των αρχαίων δασών, επισκέπτρια
της λίμνης των κύκνων:
Σε βρήκα ψάχνοντας μέσα στο τίποτα που συλλαβίζουμε..
Δεν θα σ’ αφήσω να μου φύγεις
ούτε πουθενά να μου πας που δεν το ορίζω.

Μόνο σε χώρα ονείρου ξέρω ότι κατοικείς-
ένας αέρας πια αναστατώνει τα μαλλιά σου-
όπως βαθιά υποταγμένη στο γινάτι μου ανοίγεις
το ποίημα του έρωτα να απαγγείλεις.

Θα σε κρατήσω απόλυτη σαν αίνιγμα
μισή μέσα σ’ αυτήν μου την ζωή, μισή απ’ έξω
να περιφέρεσαι στο αόρατο σπιτάκι των πουλιών
σαν ρίμα που δικαίωσε ο χρόνος.

Και θα γίνω
σφιχτή αγκαλιά που δεν ανοίγει,
τρόπος
να μην μου φύγεις ποτέ-
για να σε ανεβάσω στα ψηλά των σύννεφων
εκεί που κατοικούν οι άγγελοι της μοίρας.

Β.

Να σε έχω με τον τρόπο που έχουν οι θύελλες
να εξουσιάζουν.
Να μου φεύγεις σχεδόν όταν να σε αγγίξω
κατορθώνω.
Να αλλιώς μου μιλάς.

Στα μάτια σου αδιάβαστο ακόμη το φως, αδιάβαστος
ο πόθος, η κάψα
που θα συντρίψει την περαστική μου ώρα
που θα ανοίξει άλλον διάλογο με τα πουλιά, που θα κρεμάσει
σκουλαρίκι το τραγούδι των πουλιών επάνω στα αυτιά των δέντρων.

Δεν σε ήξερα, δεν
σε φανταζόμουνα-
έτσι όπως μου αποκαλύφτηκες: θεά
άλλων αιώνων.

Και τώρα
στρέφω το βέλος ο ίδιος στην καρδιά μου -
ξέροντας ότι θα πληγωθώ, ότι θ’ αγγίξω
όλο το σώμα του πόνου, την ανάσα που κόβεται, θα νιώσω
τον παλμό της ερωτικής αποκάλυψης.

Σε κάνουνε μοίρα μου οι νύχτες.
Σε κάνουνε μοίρα μου οι μέρες.
Σε μοιράζομαι με εκείνο που δεν φτάνω
ούτε με τον νου, ούτε με την φαντασία. Σε φιλώ
όπως ο αέρας την γη φιλά που του είναι
φιλόστοργη μάνα.

Γ.

Ήρθε να σ’ ανταμώσει μιαν ηχώ
απ’ τα βαθιά της θάλασσας-
σαν από κοχύλι μισάνοιχτο.

Την πήρε η μέρα, την χαρήκανε
οι αχτίδες του ήλιου-

Κι ήσουν εκεί που ασπρίζει το καθάριο μέτωπο της μουσικής και ψάχνεται
η νότα να βρεθεί κόρη του φλοίσβου.

Σε είδα έτσι εκεί κι έτσι σε λάτρεψα
χωρίς το φόρεμα του ανέμου.
Πήγες
ψηλά:
ως μέσα στην καρδιά μου.

Αχ συννεφένια κόρη του γιαλού μάγια που μου ‘κανες!
Και να πιστέψω αδύνατον ότι δεν θα μ’ απελευθερώσεις..

Σκλάβος μπροστά σου έπεσα, σωστά
ερμηνεύοντας το πάθος-
διψώντας το κορμί μου για κορμί
και ο αμνός ο μέσα μου για λύκο!

Ο παππούς

Να μυρίζει ωραία το πεύκο κι ο παππούς μου αναστημένος να στέκεται
Ανάμεσα στις ανθισμένες κείνες που αγαπούσε τριανταφυλλιές.

Με το αγαλματένιο του χαμόγελο.
Πάλι καπνίζοντας.
Και ο καπνός
Όπως να βγαίνει έξω από την γυάλα ετούτη
Που τον κήπο περιέχει αυτού του ονείρου.

Κίτρινα και βαθιά
Κόκκινα ρόδα. Αιώνια σύμβολα!
Ξιφομαχούν μες τον ευωδιαστό γύρω μου άνεμο..

Τώρα μες απ’ το όνειρο κοίτα που αναιρείται ο χρόνος
Όπως με σπόγγο σβήνεται
Στον μαυροπίνακα η λάθος μας γραμμένη ορθογραφία-
Κι είναι ο δάσκαλος σαν χρόνος πάντα αυστηρός.

Να βλέπω τον παππού μου όπως αντιγράφω νοσταλγία
στο μουντζαλωμένο μου τετράδιο
Που του περίσσεψαν τα λάθη και οι λέξεις αινιγματικές
Τους αναγνώστες του θα δυσκολεύουν-
Όλο.

Και μου λέει πάλι το μικρό του μεγάλο παράπονο.

Όπως καπνίζει και φυσάει τον καπνό
Ολοένα προς τα πίσω:

Προς τους πικρούς
Παλιούς ελληνικούς αιώνες!

7.5.2008

Ιδανικό ή το φάντασμα του Μαγιακόφσκι..

Μέσα στα λεκιασμένα σεντόνια ενός ύπνου εφιαλτικού
με φροϋδικές προεκτάσεις και κερατωμένη κυρά- ψυχή
απόναν γιο του αρχαίου Διόνυσου που βαριέστησε
μέσα στην λάμψη του αρχαίου κάλλους
και σαλτάρισε μαστουρωμένος στον "απάνω κόσμο"
ντυμένος τον ζουρλομανδύα της ύπαρξης
μ’ ένα σκουπιδαριό αστικό που οι κομουνιστές το κοροϊδέψαν
μέσα από μία αυτοκτονική φιλολογία -
με μια πρόστυχη libido μεταεφηβική -
στο μαλλιαρό κεφάλι της απόγνωσης..
αυτό το ζαρωμένο παλιόπραμα από εμάς τους ίδιους
μες την σύμπτωση της λογοκριμένης ποίησης:
Ήταν αυτή που σηκώθηκε μέσα στην ερημωμένη εγκατάλειψή της
της είπα "σ’ αγαπώ Ελένη"-
Ένας τοίχος αντήχησε,
μετά άλλος
κι άλλος ..
στη σειρά έπεσαν όλα :
Πατώματα φασιστικής ιδέας, καναπέδες έσπασαν τα πόδια τους
από χοντρόκωλους αστούς αδιαφορώντας για την πείνα του πατέρα μου.
Αυτό που κραταιώθηκε με το ζόρι γιατί έπρεπε το είχε θρέψει η παρέα μου
-μια σειρά νέοι –
τα βράδια γυρίζαμε στο σπίτι αργά
μεθυσμένοι ψάχνοντας για το φεγγάρι μες τις τσέπες μας μ'επιμονή!...
Μέσα σ' αυτήν την βίβλο όλο ανθισμένες τριανταφυλλιές
και περίτεχνα εξώφυλλα από δέρμα καρδιάς- με βαρύγδουπη λαλιά ευαγγελιστή
που σου μιλάω ξημερώματα Κυριακής γεια σου,
γεια σου γυναίκα με το σμαράγδι της ωραίας καρφιτσωμένο στα μάτια σου.
Γυρίζω από την νύχτα μιας ρεμπέτικης μυθολογίας.
Περιθωριοποιημένος .
Από άγνοια βαφτισμένος μέσα στον σκοταδισμό της πολιτικής ουσίας των πραγμάτων
σέρνοντας μαζί μου αυτούς που σ΄αγάπησαν
σ’ ένα κιτάπι όλο στίχους κλούβιους που φυτοζωούνε-
άλλοτε δημητριακοί και άλλοτε απέραντα στείροι:
Κανένας ρυθμός.
Μόνο πέφτει λίγο χιόνι
ίσως πάνω στα μαραμένα λόγια ενός ποιητή που είναι φτωχός και τηγανίζει αυγά.
Κάπως έτσι δεν πρόκειται να τον θυμηθεί η δόξα.
Και γιατί υπάρχεις;
Μια τάξη πραγμάτων σε αποδέχεται επαναστατικά
μέσα στο βλέφαρο του αιώνα σου να παίζεις φυσαρμόνικα
πρωί
ένας ήλιος διαλαλεί την ευτυχία του μέσα στα μακριά μαλλιά σου-
υπάρχει
ξεφλουδισμένη ψυχή θρησκευάμενη
που τσούζει από απραξία και συνείδηση φιλολογική -
η ελληνική δημόσια ράτσα του μύθου χαροπαλεύει
στα δικαστήρια άορκων μαρτύρων
που ισχυρίζονται ένοχο τον "απαίσιο γείτονα". Θυμάσαι;
Είχε μια μικρή κορούλα αξιολάτρευτη όλο φακίδες και χαμόγελα
τ’ απογέματα έβγαζε τα βάσανα βόλτα -
σε μια ηλικία κατόρθωσε να έχει υπαρξιακά προβλήματα τεντωμένα:
καπνός, καφετέρια, κακός εραστής… αυτοκτόνησε
μέσα στο όρθιο πρόβλημα της μοναξιάς της.
Βούισαν ξέφρενα μέσα στο λερωμένο μυαλό μου από αλκοόλ
και ψυχικά απωθημένα τα προβλήματα του κοσμάκη
άγχος
η ανεργία τσιρίζοντας
μια κόλλα χαρτί έχοντάς μας τυλίξει
είμαστε χέρια πόδια και κουτσό μυαλό ˙
μέσα στα μακρινά εργατικά οράματα ωριμάζει
ο ορυμαγδός της αίσθησης -
η συνείδηση που καγχάζει -
μια μεροκαματιάρικη ηθική
συνοψίζεται με θρησκευτική ευλάβεια στον άρτο και τον οίνο -
η οικογένεια πεινάει…
Όχι θεάματα..,
Έλα λοιπόν:
βολτάρουμε στο σκοτεινό αλσύλλιο του μυαλού με
ένα άγριο βλέμμα φονικό τονίζοντας τις λέξεις "μου λείπει" -
γίνεται φασαρία
αδειάζουν τσέπες και η εξαγριωμένη όψη του συνδικαλιστή
φωνάζει "Αμερική ώ Αμερική απαίσια.."
φρεναρισμένη ευτυχία πάνω στην καρδιά μου.
Ο θεός κοιτάζει απορημένος.
Καυτηριάζονται από τον πόνο οι φταίχτες του σήμερα -
καφενέδες υπερτοπικοί με απέραντους μάγκες που καπνίζουνε σέρτικα -
έλα λοιπόν έλα λοιπόν Ελενίτσα…
το σπίτι μας κρυώνει -
ποιος πληρώνει το νοίκι;
είμαστε αφιλόξενοι οι άγγελοι της πιο ψυχοπονιάρικης θρησκείας μωρό μου…

24.2.1983
Ηράκλειο

Αμετάθετη νύχτα

Μόνο το απροσποίητο φεγγάρι κρέμεται
νέο πάν’ απ’ τις καμινάδες, μέσα στην βαριά νύχτα
με αποδοχή του κρίματος ενός Άβελ, ενός Κάιν
κρεμασμένους μέσα σ’ αυτό το λυχνάρι που απλουστεύει
τον μεταμεσονύχτιο συλλογισμό.

Εδώ δεν είναι κανένας.
Και τελικά είναι πρόβλημα να υπάρξεις -
η ζωή έχει τόσες τρικλοποδιές
αναποδογυρίζει το αίνιγμα και βρίσκεσαι μόνος
ένας κουτσός που συναγωνίζεται δρομείς-
τα συλλογίζομαι όλα μες την αμετάθετη νύχτα
ζαλισμένος ακόμη από τον ήχο των ανθρώπων
σε έναν κρυωνιάρικο μήνα και φαντάρος,
οι λίγοι φίλοι άφραγκοι και κουρασμένοι.

Εδώ δεν είναι κανένας .
Μόνο ένα βουρκωμένο σπίτι που κλωτσάει
Τους φιλοξενούμενους,
η μουσική παίζει
μπερδεύονται τα χρώματα της νότας και
κρυφά η μελωδία σε εξουσιάζει -

απρόσμενα σχεδόν το κρησφύγετο
γεμίζει αποτσίγαρα και καπνούς..

"καλά λοιπόν κυρά φασαρία σε κατέχω
καλά ερωτεύομαι μαζί σου
τα πίνουμε
είσαι η γυναίκα μου της βραδιάς
όπως τελειώνοντας
ένα ποίημα σου εμπιστεύομαι την στενοχώρια".

25.2.1983
Ηράκλειο

Είσαι…

Είσαι ψυχή καλοκαιρινή, λινό μπλουζάκι κοντομάνικο
κέφι ανατιναχτό˙

είσαι η εξουσία της μέρας, το γεμάτο πιάτο
το καλλικέλαδο κρασί και ο πουνέντες˙

βρίσκεσαι μέσα σ’ έναν συλλογισμό μου
από νερένιο βίο κι απλομυριστό σαπούνι-
παρουσία ανοιξιάτικη
φρέσκια νυχτικιά βγαίνοντας στο μπαλκόνι να ποτίσει
τα γλαστράκια της.

Η ώρα καθίζει στο απόγευμα απαλά
πίνοντας απ’ το φλιτζάνι του καφέ σου-
ο ήλιος βυθίζει:
ένα τοπίο μνήμης πίνεται απ’ το μέλι του δειλινού˙

στέκεσαι όρθια
κρατάς το φως του κόσμου:
ένα κοντάρι νικητήριο…

24.4.1983
Αυλίδα

Κυριακή

Τώρα φωνάζω και μ’ ακούει ο άνεμος
Και
Μια τρύπια Κυριακή

Δηλητηριάζοντας τον εαυτό μου με μια μουσική
Τρελή
Κ’ έναν εγωιστικό κύκλο χωρίς κέντρο

Ποιος θεός θα βρεθεί για να πάρει
Στην αγκαλιά του ένα όνειρό μου κατουρημένο,

Όταν σκοντάφτει η λογική στο πεζουλάκι της αγάπης

Όρθιες κοιμισμένες σκέψεις μέσα στο καθημερινό
Καρβέλι όταν πεινάμε,

Όταν ξυπνάμε από τον λήθαργο και δεν είναι
Ένας στο πλάι μας

Φωνάζουμε «Αγάπη», ο ορίζοντας μεγαλώνει,
Απέραντος…

24.7.1983
Ζούμπερι

Τοπίο στον ουρανό...

Καλά λοιπόν η μοναξιά..
Όμως να πνεύσει ένας άνεμος εφηβικός
και να με πάει ίσαμε αυτή την δύση στον ορίζοντα στο βάθος του που καίγεται
Τι καλά!

Τόχα μαντέψει το γραφτό μου κει στους ουρανούς.
Είχα πει να δώσω μοίρα ο ίδιος για τον εαυτό μου.
τι φρένιαζε το αγρίμι του αίματος..
Στην άλλη γειτονιά που είχα κατοικήσει και εγώ για έναν καιρό
Τώρα προβάλανε στο παραθύρι τα κορίτσια.
Στο μελαγχολικό τους πρόσωπο
Παιζογελούσαν οι ειρωνείες.
Με το στανιό τους έπαιρνες κουβέντα.
Όπως:

«Η ελπίδα χέρι που δεν ωφελεί κι αν το ‘χεις
Αλλά δεν τήνε λέω ακατοίκητη την μοναξιά,
Υπάρχει μια αντήχηση του πόνου σου μέσα στις φλέβες του άλλου..»

Φυσούσε αεράκι ανοιξιάτικο.
Στις σελίδες του βιβλίου που μπροστά μου διάβαζα σκουντουφλούσε. Αν
Θα κοιτούσα από το τζάμι,
Βρωμισμένο από τα μυγοφτύματα,
Μακριά κ’ αψηλά περνούσε
Με τον καπετάνιο του που παραλόγισε
Το συννεφένιο καράβι..
Φορτία νοσταλγίες και τα νερά στο κόψιμο της πλώρης
Να παφλάζουνε ευτυχισμένα.
«Άγγελος δεξιά..» η φωνή του ναύτη ….όμως
Στην γη
Δύσκολα που υπάρχουμε!
Με τον φόβο ολοένα μεγαλώνοντας
Τον άλλο φόβο…
Και το χέρι μας άτολμο
Να μην έχουμε κιόλας καταλάβει
Πως με μια τόλμη της ψυχής νικιώνται όλα:
Σαν σπαθί ο γόρδιος που θα κοπεί για το ανάστα μας..

Ροδαλά ή μολυβένια ή μαύρα
Μπόρεσα μια στιγμή να δω τα κάστρα τ’ ουρανού
-Μες από μια ύπνωση ίσως-
Κι η φαντασία μου που λευτερώνονταν σε μεριές κι ακίνητη,
Να γυαλοκοπά πάνω τους το φεγγάρι,
Φοβίζοντας την πράξη που ‘ναι της κακίας ορμήνια.

Κι όταν
Είχε κλώσει για καλά η μέρα πλάι στην πικροδάφνη ή στα νυσταγμένα νυχτολούλουδα
Αγγέλους πολλούς γύρω από κάποιον με φλογέρα
Που αρμένιζε νότες μελαγχολίας ή αγάπης γύρω του..
Η ίδια ερημιά που φοβόμαστε οι άνθρωποι!

26.10.1981

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Στρατής Παρέλης γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Η καταγωγή του είναι από την Λέσβο πατρόθεν και από την Μικρασία μητρόθεν. Έχει εκδώσει ως σήμερα τις ποιητικές συλλογές:

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΘΕΩΝ (2007) Ιδιωτική έκδοση
ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΞΟΒΟΛΙΑ (2007) Ιδιωτική έκδοση
ΟΣΤΕΟΘΛΑΣΤΗΣ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΒΟΥΕΡΟΣ ΜΑΧΑΛΑΣ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΤΟΥ ΑΚΕΡΑΙΟΥ ΜΥΘΟΥ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΑΝΕΥ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟ ΤΡΙΑΝΤΑ ΛΟΓΩΝ ΓΙΑ ΑΓΑΠΗ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΧΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΔΙΚΩΝ ΛΕΞΕΩΝ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΩΝ ΑΙΓΑΙΩΝ ΥΔΑΤΩΝ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΟΥΡΑΝΟΚΑΤΕΒΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ (2008) Ιδιωτική έκδοση
ΣΦΡΑΓΙΔΟΛΙΘΟΣ (2009) Ιδιωτική έκδοση
ΠΑΥΣΙΛΥΠΟΝ (2009) Ιδιωτική έκδοση
ΤΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ (2009) Ιδιωτική έκδοση
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΑΒΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ (2009) Ιδιωτική έκδοση
ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ (2009) Ιδιωτική έκδοση
ΒΙΒΛΙΟ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ (2009) Ιδιωτική έκδοση
ΔΗΛΩΘΕΝΤΑ (2009) Ιδιωτική έκδοση
ΠΟΙΗΜΑΤΑ Β
ΠΟΙΗΜΑΤΑ Γ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ Δ
ΠΕΡΙ ΟΥ Ο ΛΟΓΟΣ
ΥΛΙΚΕΣ ΣΥΜΠΟΝΙΕΣ
ΤΡΟΠΟΙ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΕΣ ΓΛΑΦΥΡΩΝ ΣΤΙΓΜΩΝ
ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;