Δέκα ποιήματα του Σπύρου Στ. Χρήστου

Δέκα ποιήματα του Σπύρου Στ. Χρήστου

Φιλοξενούμενός μου στη στήλη "Στα βαθιά" είναι ο Ηπειρώτης λογοτέχνης Σπύρος Σ Χρήστου. Έχει εργαστεί στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και στο Π.Τ.Δ.Ε του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει εκδώσει δυο συλλογές ποιημάτων, τρεις διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα. Ασχολήθηκε με την αρθρογραφία στον τοπικό τύπο της Ηπείρου κι ήταν δημιουργός της περιοδικής έκδοσης ΗΠΕΙΡΟΔΡΟΜΙΟ. Η ποίησή του κινείται στα μονοπάτια της λυρικής γραφής,άλλοτε έμμετρης κι άλλοτε ελεύθερης. Ο λόγος του είναι πληθωρικός, πολύχρωμος, χυμώδης, πηγαίος. Εμπνέεται από την ομορφιά της φύσης, τον έρωτα, την αγάπη του για τη γενέτειρά του, τα Ιωάννινα. Χτίζει γέφυρες με το παρελθόν, νοσταλγεί τη μαγεία του και την αποτυπώνει στο χαρτί. Συνομιλεί με το δημοτικό τραγούδι, τους μύθους και τις λαϊκές παραδόσεις φέρνοντάς τα στο σήμερα. Θα ταξιδέψουμε με δέκα διαλεχτά ποιήματά του!

Λίμνη Παμβώτιδας, των Ιωαννίνων λίμνη!

Εδώ αφήνεσαι, ανοίγει η καρδιά, ανοίγει η ψυχή
η λίμνη ανάμεσα στα βουνά, φτωχούλα χωρική θεά
του νερού πιο χαρά απ’ τη χαρά, του Μπετόβεν Ποιμενική
ο θεϊκός κουφός όρθιος δίπλα τρέχουν ήχους φωνές τα νερά.

– το αγλαόν ύδωρ – ύδωρ το ζων και αλλόμενον από πέτρας
συνηχούν σαν εκκλησιαστικό όργανο, στης ψυχής την άβυσσο
νηκτικά, φτερωτή ωραιότητα, αηδονιών κοντσέρτα
συναυλίες πουλιών, προσευχές, στης Παμβώτιδας τον παράδεισο.

Παμβώτιδα, ή των Ιωαννίνων λίμνη στην έκφραση αλλιώς
μακριές ιαχές θριάμβων, το παρελθόν διαπλέκει το παρόν
αφάνταστη κλίμακα αποχρώσεων, εναλλαγών, πνιγμένων στεναγμών,
θέαμα ονειρώδες, στη μνήμη σιγοτραγουδώ δροσερό σκοπό.

Την Άνοιξη, χορευτικά πρόσχαρη, κρούστα, γαλάζια, μαβιά
γλάροι καλλιγραφούν ασημί καμπύλες πάνω στο μπλάβο αλώνι
πάπιες πρασινοκέφαλιες, συρίγματα, γεμίζουν την καρδιά
νύχτες ονειρικές, το ψυχρό μέταλλο στο νερό το φεγγάρι λιώνει.

Αλλά τη νύχτα ασημένιες κορδέλες απλώνει ο ουρανός
το μενεξεδένιο του άμφιο με αστερισμών ψηφιδωτά
καταρράχτης από άστρα, ασημένιος γαλαξίας φως δροσερό
ασημένια του Θεού μελίσσια πλέουν σμάρια μεταξωτά.

Ασύλληπτη ομορφιά όταν απλώνει τον επίχρυσο τάπητα
στρωματσάδα πλατανόφυλλα μια μπόχα σαπρή πιπερίζουν
ο ημικύκλιος Πλατεία Μαβίλη, κυρά Φροσύνη, Ταμπάκικα
χρυσό, μάλαμα, πλατάνια, τον ορίζοντα ζωγραφίζουν.

Μνήμες σαν άρωμα με φοράει, στη μια στροφή με το Μενούση
στην άλλη η κυρά Φροσύνη διαφωτιστικές έννοιες κεντάει
ξετυλίγεται στον αβρόν αιθέρα το Ηπειρώτικο τραγούδι
στα ταμπάκικα στο Κάστρο δίπλα χορό ο Κατσαντώνης γλεντάει.

Βρυχάται ο Αλής σαν το θηρίο βάρβαρους κανταδορισμούς
η λίμνη από το κακό μελανιάζει η φουρτούνα καβαλικεύει
κύματα μάβια αλόγατα ξεφρενιασμένη στροβιλισμούς
μες της ομορφιάς τη θλίψη η κυρά Φροσύνη τη γαληνεύει.

Λίμνη των Ιωαννίνων, Παμβώτιδας λίμνη μπλε ανεμώνη
στο βασίλειο των βουνών, Βαλαωρίτη και Χατζή λίμνη
δακριών, αναστεναγμών, λίμνη, του Οσμάν Τάκα την αγχόνη
κορωνίδα, σύμβολο ειρήνης φτερουγίζει η κυρά Φροσύνη.

Λίμνη Παμβώτιδας, πιθανόν από νόστο σε ωραιοποιώ
Ονειρεμένο τοπίο του πάγου της ομίχλης, μορφή ιδανική
Πηγής Ντραμπάτοβας το νερό στον κόσμο το καλύτερο ποτό
Λίμνη των Ιωαννίνων, γοητεία, όμορφη, φαντασμαγορική.

Μούσα μενεξελιά

Μια γλυκιά μελαγχολία με κατακλύζει
στο νόστο κατεβαίνει αναστεναγμός
μακριά με κοιτάει με τα μάτια η λίμνη
των Ιωαννίνων, της ψυχής μου πόθος αγνός.

Ένας γλάρος καλλιγραφεί στον ορίζοντα
πάνω από τη λίμνη άσπρες καμπύλες λυγερές
στη φαντασία απόψε όλα σκορπίζοντα
η αστοχασιά πλέει αισθήσεις τρυφερές.

Τόσους αντίλαλους η φωνή του νερού
γνωστοί οι γλάροι στην πλατεία Μαβίλη
στο Μόλο τα Ταμπάκικα μοτίβα καιρού
ιδανική μορφή η λίμνη ποικίλει.

Αιώνια άνοιξη, πλεούμενων κήπων
τις μεταξωτές νεφών σημαίες προβάρει
κατρακυλούν τις θύελλες των ήχων
δόξες σε ατμούς χρωμάτων φλερτάρει.

Υπερκόσμιο φως παιχνίδια στήνει
πάνω στης λίμνης τα μπλάβα πεδία
μια ξαστεριά το βλέμμα μου ντύνει
Παμβώτιδα νόστος ιεροτελεστία.

Όραμά σου από το Δρίσκο αντικρίζω
επίχρυσα φωτός κάδρα πλεούμενα
οπτασία από Λυγκιάδες αντικατοπτρίζω
από Φρόντζου ισολογισμός στα τηρούμενα.

Ανοιξιάτικος άνθρωπος, νόημα εφικτό,
λέξεις με απρόβλεπτες σημασίες στη ρύμη
αισθητοποιούν αέναο προβληματισμό,
στην τοπιογραφία σου έννοιες βάζουν πρύμη.

Κόσμος φρέσκος, αναδύεται, αγνός στο βάδην,
φωνές εναρμονισμένες έρωτες άρσεις.
Μια γοργόνα με πιστώνει αλλάζει άρδην,
απόκλιση από στερεότυπες εξάρσεις.

Γράφει ο γλάρος πετάμενη καμπύλη
άδετη πέρλα, ανοιξιάτικη ζωγραφιά.
Βουνά του Μετσόβου, φράγμα, λευκή πύλη.
Σε τραγουδώ στο κύμα μούσα μενεξελιά.

Χαρτογραφεί ένα κόσμο χωρίς βεβαιότητες
Δια βίου γράφει νότες, την μπαλάντα τα νερά
Στην άλλη στροφή, όνειρα και αβρότητες
Το ουράνιο τόξο να σου στολίσω τα μαλλιά.

Ένα ρούχο

Ένα ρούχο
το πήραν τα νερά του
ποταμού,
το πάνε πότε από τη μία
πότε από την άλλη ακτή
μήπως κάπως σκαλώσει
πριν στα νερά της θάλασσας
φθάσει και πνιγεί.

Άδυτη

Σαν άστρο απώτατο,
απαστράπτων,
στο υπερπέραν σελαγίζεις.
Αχ! Θεέ μου,
ούτε στα όνειρά μου
δεν δύεις.
Με τρομώδη θέλξη
της ψυχής μου βάσανο
αδιάκοπα μ’ ερεθίζεις.

Ο αετός

Με το ράμφος κρότησε το βράχο
ένας αετός,
από τους σπινθήρες που ξύπνησε
πήραν φωτιά,
ένα δένδρο, ένα βουνό,
φιοριτούρες ατμών, σύννεφα,
και ο ουρανός αναφλέχθηκε ολόπλευρα

Πετάμενη ζωγραφιά

Πάνω από το πεδίο του πελάγους, αφρισμένο, στα σύννεφα, ορίζοντας σκοτεινός,
πετάει ο γλάρος, έρημος, ατρόμητος, θαρραλέος, στο μουντό μια ζωγραφιά,
κατά το μάλλον ή ήττον έχει επιλέξει να μας μιλήσει για τον κόσμο του ο
φωτεινός,
τη μοίρα ορίζει, το μάθημά του στην πολύπλοκη φύση της εμπειρίας, με
ξενοιασιά.

Στη διαρκή του πάλη με το σκοτεινό ορίζοντα να σκάβει τα πηχτά μαύρα σύννεφα,
στην άνωση του μουχρού του ατέρμονου, επιμένει, την ιδιότυπη τρέλα κατοικεί,
αιώνιους πηχτούς πίσσα αιθέρες, δαιμόνιους μύθους, ακολουθεί δίχως ύστερα,
τα σύνορα του χρόνου, στου ουρανού τη δικαιοδοσία του, τολμά να αναμετρηθεί.

Αφρίζει στις παρυφές του χωροχρόνου, διαποτισμένου ματαιότητα, φύσης περιττό.
Μια σκόνη και αυτό το σύμπαν, άμεσο πέρασμα, κλείσιμο του βιολογικού κύκλου,
Γλάρε μου, τις καθόδους βολίδα, τις μικρές σου βουτιές στο νερό για το
επιθυμητό,
μικρό ψαράκι στο ράμφος, καμπύλες ζωγραφίζεις, τέμνεις ορθώς, την άνωση
του ήλιου.

Ποικίλιες στοχεύσεις, μια οπτική, κεντημένες στον ήλιο πετάμενες παρτιτούρες,
σημείο σύνδεσης, σύνθεσης οραμάτων, σπάσιμου σιωπής, ρίζα των πραγμάτων,
ένα πλήθος από στοχασμούς, συναισθήματα, ονειροπολήσεις, θέαμα, σημαδούρες,
ο γλάρος, πάνω από τα σύννεφα, πνεύμα Κυρίου εφέρετο υπεράνω των υδάτων.

Βυθομετρείς το άπειρο κενόν, τα υπερνέφελα αραξοβόλια, στόλο του αερός.
Αυλακώνεις τον αιθέρα, στων νεφών τους όγκους, δρόμους, παρακλάδια, παρόδους,
στις επουράνιες καραβέλες, πού να κουρνιάσει απόψε ο ταξιδιώτης ο φτερωτός;
Σε δόξασα όλο το χρόνο, πετάμενή μου ωραιότητα, στης λίμνης βολίδες,
καθόδους.

Γλάρε μου μια κουκκίδα, τρυπώνεις ανέμους, ανάγλυφη μορφολογία, σύννεφα
μαύρα,
Στη μεγαλοπρεπή αγριοκαιριά σε αναμένω, Παμβώτιδα, Πρέσπες ή Βουθρωτό,
Στους δέλτα, Άραχθου, Λούρου, Αχέροντα, Καλαμά, Σιμόει, λευκή μου ανταύγεια,
Θα σε ακολουθώ στην ακτογραμμή του Ιονίου, με τσιπς, γαριδάκια, ή στον Αωό.

Κράου, κράου, μέσα στην αγριοκαιριά, υπονοούμενα μηνύματα ιαχές μακρινές,
κλίμακα, αποχρώσεων, εναλλαγών, θέαμα ονειρώδες, πνιγμένοι στεναγμοί,
ποιο σκοπό σιγοτραγουδάς, επουράνια επιλογή, στις μέρες τις τραυματικές;
ασημένια κορδέλα στραφτερή, τις αστραπές αποβάλεις ζωγραφίζεις μουσική.

Ένα τραγούδι το αγλαόν ύδωρ, αρχαίο, το αλλόμενον από πέτρας, προσμένει,
μια χάρη κουνάει τα αφρισμένα λοφία των αφρών, του μεταλλικού υφάσματος,
στην ιδιοτροπία σου ελευθεριάζεις, αχαλίνωτος, η αγριοκαιριά ας επιμένει,
η φωνή των νερών, ζωντανός τόνος σε καλεί, μη άλλο με αφήνεις στήλη άλατος!

farserota* μου να στολιστώ

Πώς ήρθες έτσι σαν πεφταστέρι και μου 'βαλες φωτιές ενδόμυχα
ενώ στης ουράς σου τις εκλάμψεις ανάγνωσα μηνύματα αγνώριστα

Άσβηστη η εκθαμβωτική λάμψη δεν την κατάπιε η καταχνιά
στις αναμνήσεις λαμποκοπούν γαλήνη τα μαλλιά σου τα μελιχρά.

Και στις πλαγιές τους και στο χνούδι στα μάτια σου τα αγγελικά
ροβολούν χείμαρροι άγγελοι ενδόμυχοι πόθοι σαν εορτής βεγγαλικά

Και δεν θα πάψω να σε ψάχνω στο χειμάδι ή στην πέρα πλαγιά
το άλλο μισό μου δεν είναι άλλο παρά η δροσερή σου γουλιά

Εγώ έχω όνειρα τη βλάχα μπούκλες στον κρόταφο τα μαλλιά
κρύσταλλα και καμαροφρύδα σαν του χελιδονιού τα φτερά

Θα σε γυρεύω παιδούλα, στιλπνή λάμψη, κοτσίδα ή αλογοουρά
και την ψυχή μου να φωτίζουν μειλίχια μου, ξανθιά σου κόμη μελιχρά

Σε έναν ασφόδελο λειμώνα στο Γράμμο ή στη Νεμέρτσκα θα σε βρω
Νεφέλες λουλούδια, ψυχικά σου μεγαλεία farserota* μου να στολιστώ.

* Farserota – αρβανιτοβλάχα

Του Αγίου Δημητρίου στο χειμάδι…

Με ολάνοιχτη ψυχή, ακούει απόψε ένα τραγούδι η μνήμη
αντρίκιο, δυνατό, γεμάτο λεύτερη ζωή, του βουνού σκοπό
θεωρίες άσπρων κοπαδιών, καταρράχτες, άγια γαλήνη
γκραβούρα του Αγίου Δημητρίου της φυλής νόημα ορθό.

Βασιλική σκηνογραφία, χλιδής της φύσης έργου τέχνης αυτό
του Αγίου Δημητρίου βελάσματα, πρόβατα, σκυλιά, στο χειμάδι
στη θέση του ορίζοντα στιλπνή σου κοτσίδα ανάερη νοσταλγώ
ευφρόσυνη σοφή αμέλεια ηδύποτο μνήμης μου πρωί και βράδυ.

Βλάχικη ζωή, με ακολουθεί ελεύτερη των νομάδων φυλή
δίχως σκεπή, τζάκι, παρελαύνουν στο ντεκόρ της φύσης σκηνίτες,
ρίζα να ριζώσει στους ανέμους η ζωή, αλλά μαγνητίζει η ψυχή
μ’ ένα όνειρο σελαγίζω στα πατήματά τους σαν τους ερημίτες.

Στα όνειρά μου άγγιξε η μνήμη το ουράνιο καραβάνι
είχα μαζέψει φύλλα του Οκτώβρη, αγιόκλημα αρώματα,
παραλίας κοχύλια, του χρόνου απουσίας, να σου πλέξω στεφάνι,
βλάχα ανεμίζεις, του βουνού μου ράτσα, λουσμένη στα νεφελώματα.

Χαριτωμένη μου αίγλη, αισθητικής ενατένιση ομορφιάς,
περίγραμμα μορφής, δύναμη υποταγής, περιληπτική θεώρηση,
ράτσα του βουνού, κάλλος έμφυτης έκφρασης φύσης αρχοντιάς,
βλέμμα λουλούδια, λαλιά μουσική, ψυχική εξομολόγηση.

Όλες μου οι φαντασίες εξουθενώνονται στη δική σου έκφραση
πρωτοτυπία γνησιότητας, ερεβώδεις αποχρώσεις, δική σου μορφή
πλαγιές Νεμέρτσκας κατεβασιές κόμης, χνούδι μελιχρής έμφασης
στο χειμάδι λεβάντα να σου ραίνω τα μαλλιά την πρώτη βροχή.

Μαζί μόνο τα όνειρα

Στην πάροδο του χρόνου νόμισα θα σε ξεχάσω
θα αργόσβηνες σαν θράκα στου χειμώνα το τζάκι
πώς ακόμα και στη θύμηση να σε προσπεράσω
ανέφικτο, βασανίζει της αγάπης το σαράκι.

Νόμιζα πως στο χρόνο θα γιάνει αυτή η πληγή
δίχως και στα όνειρα ακόμα να προβλέψω πώς
έρχεσαι την ύστατη στιγμή μου οργώνεις την ψυχή
σαν ξωτικιά φεύγεις με αφήνεις στο μαρασμό.

Λέω, σαν ο υπερφορτωμένος ταξιδιώτης
να σε απορρίψω, κάπου να σε ξεφορτωθώ
έρχεσαι, ενδόμυχες φωτιές μου αναζωπυρώνεις
αχ! Θεέ μου, να σε αποχωριστώ δεν μπορώ.

Ξανά μηνύματα μου στέλνεις από το υπερπέραν
αόρατη ορατή μαζί, τριανταφυλλένια αυγή,
πώς με παρατάς καρδιά μου σε μια ξέρα
σου είναι απόμακρη η συνεχόμενή μου κραυγή;

Μαζί μόνο τα όνειρα, κατά τ’ άλλα μόνοι, ψυχροί
σαν έρημοι γκρίζοι τοίχοι σε πόλεις μεσαιωνικές
μηνύματα ξανά στέλνεις από την άλλη ακτή
ίσως ξανά βρεθούμε κάπου λες, όπως χθες ή προχθές.

Είπα και απόψε να τις ξανακλείσω τις πύλες
και αυτή η άνοιξη σιγά σιγά θα υποχωρεί
σιωπούν τ’ αηδόνια μαζί τους και οι επιθυμίες
και εγώ το βάλσαμο ψάχνω να βρω στην ταραχή.

Επανέρχεσαι ξαναβρίσκεις αργά τις νύχτες
πύλη μυστική την οποία γνωρίζεις μόνο εσύ
μου ψιθυρίζεις στον ύπνο σαν οι χαρτορίχτρες,
μόνο στα όνειρα εντοπίζω να είμαστε μαζί.

Τα σημεία των καιρών

Μέρα του Μάη, ζωγραφιστή,
αμίλητοι οι χωρικοί του Σαββατόβραδου,
έξω από το φτωχό καφενείο
αγναντεύουν τις παναγίες που έφτιαχναν
τα χελιδόνια με τα σβέλτα πετάγματα
στον ουρανό πέριξ του χωριού,
το χρυσό λιόγερμα.
Στο ρευστό του νερού στο πηγάδι
να δροσιστώ και έναν καημό
στο ρόχθο τον υγρό αποκωδικοποιώ.
Η θεία Μαριγώ ήρθα να γεμίσει
τα δοχεία νερό,
στο πρόσωπό της
μια φοβία η ανάγνωση, πηγαίος αναστεναγμός
ως σημείο των καιρών.
Τις στάμνες γεμίζει υπομονή η θεία Μαριγώ.
Στην άλλη στροφή, στο Μεσιανό, τους Δεκατρείς,
ένα ασβεστωμένο φρέσκο εικονοστάσι
πολλές συμφωνίες αηδονιών στο δάσος της ρεματιάς,
πηγαίο της φύσης κάλλος
δύσκολα να μετατρέψεις τα σημεία των καιρών
το αρνητικό σε θετικό.
Και η θεία Μαριγώ, ίσως μετράει τους ψίθυρους
τους τριγμούς στα πατώματα του σπιτιού το εμβαδόν.
Άφωνοι σχεδόν, οι χωρικοί του Σαββατόβραδου
στο φτωχό καφενείο, με τη γλυκιά μελαγχολία,
στις παναγίες από χελιδόνια, τις συμφωνίες των αηδονιών,
στα βραχνά νέα,
στο βάθος του χρόνου, βραδέα βήματα
απόντων ακούν.
Στο λιόγερμα, στο μπαλκόνι εικάζομαι
το νοσταλγικό θέαμα του χωριού
παρόντες δεν υπάρχουν και ο εφημεριδοπώλης βραχνά νέα
να αναγγείλει, ούτε παλιές υποψίες.
Μόνο οι πετάμενες ζωγραφιστές παναγίες των χελιδονιών,
οι μουσικές συμφωνίες των αηδονιών, η θεία Μαριγώ,
οι άφωνοι χωρικοί,
σημεία των καιρών.

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Σπύρος Στ. Χρήστου είναι Ηπειρώτης ποιητής – πεζογράφος. Η λογοτεχνική φυσιογνωμία έχει αφετηρίες στα Ιωάννινα και πορεύεται στα έργα του συνδεδεμένος άρρηκτα με τη γενέτειρά του. Εργάστηκε στα Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και από το 2009 στο Π.Τ.Δ.Ε. του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τρεις με διηγήματα και τρία μυθιστορήματα. Έχει ασχοληθεί χρόνια με τη δημοσιογραφία στον τοπικό τύπο στην Ήπειρο και εξέδιδε έως το 2017 την περιοδική έκδοση ΗΠΕΙΡΟΔΡΟΜΙΟ.