Δέκα ποιήματα του Μιχάλη Παπαδόπουλου

Δέκα ποιήματα του Μιχάλη Παπαδόπουλου

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" έχω προσκαλέσει τον ποιητή Μιχάλη Παπαδόπουλο.Ο καλεσμένος μου γεννήθηκε στη Λευκωσία. Σπούδασε φιλοσοφία στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος, κειμενογράφος κι επιμελητής κειμένων. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Έχει συμμετάσχει σε φεστιβάλ ποίησης στην Ελλάδα, στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Η ποίησή του είναι αφηγηματική, βιωματική, στοχαστική. Ο λόγος του είναι πλούσιος, πολύπλευρος, διεισδυτικός, με εικαστική παραστατικότητα και βάθος. Τον απασχολεί η επικαιρότητα, αλλά συνδιαλέγεται και με διαχρονικά υπαρξιακά ζητήματα. Βυθομετρά τον ψυχισμό του γραφιά και συνθέτει έργα με θέμα την ποίηση. Θα δούμε δέκα υπέροχα ποιήματά του!

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ

Από την ποιητική συλλογή «Εντός Συνόρων», (Ακτή, 2000)

Καρέκλες

Πόσες με στήριξαν σ’ αυτό το δωμάτιο
καρέκλες διαφόρων εποχών, ειδών και τεχνοτροπίας
άλλες ξύλινες με ωραία ψάθινη πλέξη
άλλες περιβλημένες δέρμα και βαριές σαν σεντούκια
άλλες καμωμένες από σίδηρο κι άργιλο
δουλεμένες ως την παραμικρή λεπτομέρεια
ψηλές και καμπύλες σχηματίζοντας αετώματα
άλλες με στρώμα βαθύκοιλο που σε ρουφάει μέσα
καρέκλες της εγκαρτέρησης, της προσμονής
καρέκλες της ξεκούρασης
της πλησμονής του χρόνου
κι άλλοτε της μοναξιάς, του στιγμιαίου έρωτα
της ονειροπόλησης
σκαλιστές, δαντελένιες και βελούδινες
ή με σκληρή ακατέργαστη τσόχα
τόσο άβολες πια να κάτσεις
που θαρρείς είναι μονάχα
για τους απόντες

Από την ποιητική συλλογή «Έλικας φανταστικού ελικοπτέρου», (Φαρφουλάς, 2010)

Ανίατη ευρυχωρία

Ανίατη ευρυχωρία του ορίζοντα
μ’ αυτόν τον εδώδιμο ουρανό
τα υγρά χρώματα, την απεραντοσύνη
και το πουθενά
Ανίατη ευρυχωρία της συμπόνιας
για τα μικρά πράγματα, τα ασήμαντα
τες petites formes
Ανίατη ευρυχωρία του ποιήματος
για τόσα εκατομμύρια λέξεις
που πέφτουν η μια πάνω στην άλλη
για να προλάβουν να πουν, μαζί, έναν ψίθυρο
Ανίατη ευρυχωρία της μνήμης
«αχόρταστη από θάνατο»
Ανίατη ευρυχωρία του σώματος
με χωρητικότητα συμπαντικής
σιγής

Το μέγιστον μάθημα

Μου το ’μαθε μια πουτάνα
ένα βράδυ στην Πενταδακτύλου
κάθιδρος καθώς έμπαινα
από τη νύκτα
στο παρακράτος της σαγήνης
ότι αγία και πόρνη είναι το ίδιο
ότι αγία και πόρνη σημαίνει
μοιχαλίδα του ελέους

Το ποίημα καρχαρίας

Ήθελα να ’μενα σ’ ένα δωμάτιο
με θέα το Cartier Laten
ή μπροστά από ένα παράθυρο αγναντεύοντας
να πέρναγα τις ώρες, τον Σηκουάνα
όμως ζω σ’ ένα υπόγειο στον οδό Σεν Μαρτέν 19
όπου ο ήλιος είναι ένας βιαστικός επισκέπτης
όπως ο θυρωρός
που όταν κατεβαίνει απ’ το ισόγειο στο τελευταίο
βλέπεις στο μούτρο του ζωγραφισμένη
την υπεροψία που έχουν οι ζωντανοί
για τους νεκρούς
σαν επιτηδευμένη θλίψη
μιαν απόσταση ανωτερότητας
βιαστικά να πάρει το νοίκι του μήνα
την αντιμισθία της φυματίωσης
και των ραγάδων της μοναξιάς
ενώ εγώ ψαρεύω στη λίμνη της κουζίνας
απ’ τα σπασμένα υδραυλικά
τον μεγάλο πρίγκιπα τον καρχαρία
και τους ακολούθους του

Από την ποιητική συλλογή «Εκδοχές ενός Ποιήματος» (Φαρφουλάς, 2016)

Ένορκος δήλωση

Όλους εκείνους που με αγωνία
αλλά και με το δάκτυλο στη σκανδάλη
στη γωνία ενός μισοσκότεινου δρόμου
περιμένουν να δουν την εξέλιξη
της στιχουργίας μου
-εάν έκανα βήματα προς τα εμπρός
εάν εξελίσσομαι βάσει
όλων των προειλημμένων προσδοκιών
και εκτιμήσεων-
θέλω ευόρκως να τους πληροφορήσω
πως όχι μόνον έμεινα στάσιμος
αλλά κάνω βήματα διαρκώς προς τα πίσω
και τώρα, τελευταίως, μάλιστα, μερικά
μεγαλειώδη άλματα προς τα πίσω
προς εκείνη την άφατη λέξη
που ούτε λέγεται, ούτε γράφεται
κι έρχεται πάντα στο τέλος
ανείπωτη και άγραφη
η οριστική εκδοχή
του ατελεύτητου ποιήματος

Από την ποιητική συλλογή «Πρώτα λόγια» (Αραχτή Άρκτος, 2021)

(Στα εγγονάκια μου, Ανδρέα και Ελένη-Γεωργία)


Αγαπημένε μου
Σ’ αυτήν τη ζωή που ήρθες
με όλους εμάς τους θλιβερούς
παλιομαλάκες γύρω σου
Κοίτα να βρεις το μέτρο
των ανθισμένων κήπων
τον θηριώδη κυματισμό της αγάπης
ολοπόρφυρο στο σαστισμένο μπλε
Μακριά από τα φτιαχτά
ξεπουλημένα φώτα
τη σκουριασμένη λίγδα της έπαρσης
Ελεύθερος, σαν τον άτρομο χορό
στην άκρη του βράχου
φτύνοντας την πλουσιοπάροχη βλακεία
χιλιάδες μίλια μες στην εξυπνάδα
των έξυπνων
Ένας άνθρωπος σωστά
μετρημένος στο σκοτάδι του
οργισμένος νηφάλια
Κοίτα να μάθεις το Παιγνίδι
που σε παίζει
και «γίνε το παιχνίδι
που θα σπάσει μέσα του»*
Να ταξιδεύεις με αερόστατα του μυαλού
στους φοβερούς πυθμένες
Να χαθείς, αν θες να μάθεις
πως υπήρξες
Να εναντιώσεις το νερό
στην έκπαγλη ακινησία
ολούθε
Δοκίμασε τα πάντα γύρω σου
Είναι η πλάση
το ανεξάντλητο δοκιμαστήριο
του αγνώστου
Μαθαίνεις ν’ ακούς
αυτό που βλέπεις
να βλέπεις αυτό που ακούς
κι ύστερα να το επιστρέφεις στην ομιλία
σαν η ενότητα αυτού που βλέπεται
κι αυτού που ακούγεται
Δοκίμασε
Κι όταν πατήσεις στέρεα στη γη
ερωτεύσου ανεμόσκαλες
σαν το πρώτο σκίρτημα της ζωής
στο φως

*Φράση του Κώστα Αξελού από το βιβλίο «Αυτοβιογραφικές σημειώσεις» (Εκδόσεις Νεφέλη)

**********************************************************
...
Λογάριασα καλά με τον ξενοδόχο
Ήμουν έτοιμος! Περίμενα πως θα ’ρθεις!
Μα, πού να φανταστώ τούτο το σκίρτημα
την αναμπουμπούλα της καρδιάς
το πόντισμα των σπλάχνων
Όλα τώρα είναι αλλιώς
Στην αυλή, ο ξεραμένος κήπος
ανθίζει ολόχρονα
το σπίτι ζεσταίνει παντού
σε κάθε σκέψη σου
κι οι λέξεις
τούτα τα τρύπια
μπαλώματα της ανυπαρξίας
τα φθαρμένα ανταλλακτικά
της ύπαρξης
επιστρέφουν, πια, τα δεδουλευμένα
της αβύσσου
Όλα τώρα είναι αλλιώς
Τα αντικείμενα, οι άνθρωποι
«κι οι σημασίες ανάμεσά τους»
Ακόμα κι η Λευκωσία
που προβάλλει συσταλμένα
πίσω από το γκρίζο
αποκηρυγμένη
του ήλιου

Και σαν βραδιάζει
πάντα σαν κάποιος άλλος
διαρκώ
Επιζών της αέναης
επανάληψης
του εαυτού μου

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

The chosen one
(Για τους «επιλεχθέντες» των ΜΕΘ, οφειλόμενη μνήμη)

Τελικά, εσύ είσαι!
Το καταραμένο πλεόνασμα
ο θυσιασθείς αμνός
ο «άδειασέ μας τη γωνιά»
ο επικατάρατος αριθμός
της επιδείνωσης
ο χαμένος της ζαριάς των πιθανοτήτων
ο fuckin bloody loser
γιατί σε βαραίνει η τύχη
να’ χεις ζήσει λίγο περισσότερο
ο ξιφήρης επιζών των κακουχιών
ο Σαλτιμπάγκος επί Κολωνώ
άλλοτε
μια σύμπτωση ευνοϊκότερων
όρων επιβίωσης
σήμερα
ο με ραγισμένη ανάσα
βέβαιος μελλοθάνατος
που ευδοκιμεί στις στατιστικές
των αποδημήσεων
αζήτητος και στην πλήρη
ακόμη
ρουτινιάρικη απόσβεση
της νεκρωσίμου

Ωδή στον Ντιέγο Αρμάντο Μαραδόνα

Δεν πέθανες από ηρωίνη
επιδημίες, χάπια
το άλυτρο πένθος της μακροβιότητας
Ούτε απ’ ό,τι πεθαίνουν συνήθως
οι άνθρωποι
μυρίζοντας τη λίγδα
μιας υψηλότοκης αθανασίας
Εκείνη την ανεξιχνίαστα δολερή
κατανάλωση του μύθου τους
που μια μέρα τους στομώνει
Δεν πέθανες ποτέ την ώρα
που όλοι περίμεναν
Κι ούτε όπως οι βροτοί γνωρίζουν
πως, μια μέρα, θα πεθάνουν
Μήτε σαν ένα λυκόφως
γέρνει νωχελικά στην πλάτη
της κουρασμένης μέρας
ανεμίζοντας το πέπλο
των φεγγοβόλων άστρων
Όχι
δεν πέθανες
Ντιέγο Αρμάντο Μαραδόνα

Η γενναιοδωρία
των θεών να την κάνουν
σαν άνθρωποι

δεν είναι θάνατος

Φωτοστέφανος

(Δεύτερη ωδή στον Νίκο Καρούζο)

Τραγοπόδης και κρασοφερμένος
Έλλην πολίτης των φυσικών στοιχείων
με μια σκέψη πολύκαρπη και διαιώνια
σαν αρχαίο λάβδανο
κάνοντας την αγωνία λύρα
και λαγούτο του ο θεολάλητος
ολόιδος νταλκαδιασμένος
απ’ το σαράκι της ομορφιάς
Ήρθε μια νύκτα μ’ όλη τη μνήμη
νεφελοσυνάκτης του απατηλού κόσμου
ανάμεσ’ αφθαρσία του νου
και υγρασία αμμουδερής σάρκας
φέρνοντας τα τρομερά
που τον θάνατο ονειδίζουν
Έλα κοντά, ξάδερφε του Θεόφιλου
πες το τραγουδάκι
Τα τζιτζίκια τραγουδάνε σωστά
της αιθρίας οι ιδεολόγοι
Τραγούδια από την Ανατολή
μάς δίνουν και πάλι το ένστικτο
καθώς ήρεμα τα φύλλα των δέντρων
ευαγγελίζονται τη γλυκόλαλη σιγή τους
κι ένας σκύλος μες στο σκοτάδι ανηφορίζει
δοξάζοντας τους αδάκρυτους
κάνοντας γιορτή την απεραντοσύνη του μαύρου
Σε λίγο ξημερώνει
Νιώσαμε ποτέ σ’ ένα χαμόκλαδο
πόση ευφροσύνη
Τα σκουπίδια «δίχως αντάλλαγμα»
χαρίζουν ομορφιά στην αυγή
Κι εσύ, με χέρια διαρκώς ευωχούμενα
από το παντέρημο επιστρέφεις
κουβαλώντας μες στη σακούλα σου
τους πιο διάφανους ήχους
Γι’ αυτό σου λέω
Υπάρχει και για τους αγγέλους της λάσπης
πάντα ένας φωτοστέφανος
Άσε τα κοράκια να σε γυροφέρνουν
Εσύ αγάπησες τα ζεστά φεγγάρια της πατρίδας
τραγούδια που κανένα ραδιόφωνο πια δεν παίζει
καράβια που ’φύγαν σαν ανεμόδαρτοι
ξύλινοι καημοί
μέσα στο γήρας του νερού τόσο φρέσκο
Και θα ’ναι ο δρόμος της ποίησης
φορτωμένος αγιόκλαδα πάντα
όταν βγαίνεις τις νύκτες
από το σκοτεινό σου υπόγειο
φεγγαροκοίτης ολόιδος
με όλη τη δυσκολία του σώματος
στα βήματά σου
ολάκερος ένα ράκος ολόλαμπρο
φτυστός η Ρωμιοσύνη

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος γεννήθηκε στη Λευκωσία. Σπούδασε φιλοσοφία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές (Αμμόλιθος, 1997, Εντός Συνόρων, 2000 - Κρατικό Βραβείο Ποίησης Κύπρου -, Έλικας Φανταστικού Ελικοπτέρου, 2010, Εκδοχές ενός Ποιήματος, 2016, Μια στο Λευκό και δυο στο Μαύρο, Σονάτα για την Αφαίρεση, σε σύμπραξη με τον ποιητή Παναγιώτη Νικολαΐδη,2017, Πρώτα λόγια, 2021). Έχει συμμετάσχει σε διάφορα φεστιβάλ ποίησης και ποιητικές-καλλιτεχνικές συναντήσεις στην Κύπρο, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Εργαζόταν μέχρι πρότινος ως δημοσιογράφος, κειμενογράφος και επιμελητής κειμένων στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο, ενώ είχε την ευθύνη έκδοσης του πολιτιστικού ενθέτου «Ηδύφωνο» της εφημερίδας «Η Σημερινή».