Οκτώ ποιήματα του Μάνου Μελισσουργάκη

Οκτώ ποιήματα του Μάνου Μελισσουργάκη

Ο προσκεκλημένος μου, είναι ο λογοτέχνης Μάνος Μελισσουργάκης. Σπούδασε Παιδαγωγικά και Φαρμακευτική. Εργάστηκε για μικρό χρονικό διάστημα ως δάσκαλος, αλλά σταδιοδρόμησε ως φαρμακοποιός. Ασχολείται με την πεζογραφία,την ποίηση και τη ζωγραφική. Έχει κερδίσει πολλά βραβεία σε σημαντικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Έχει εκδώσει ένα μυθιστόρημα και δυο ποιητικές συλλογές,ενώ είναι υπό έκδοση μια τρίτη. Το ύφος της ποίησής του είναι λυρικό, με λεκτικό πλούτο, πανδαισία εικόνων και γνήσια συγκίνηση. Εμπνέεται συχνά από την αρχαιοελληνική μυθολογία. Θα γνωρίσουμε την επιδέξια πένα του ,μέσα από οκτώ ποιήματά του!

Άνομος Πόθος

Θαρρώ δεν είσαι ποιητής
ψυχές κλειστές ν’ ανοίγεις
και να φυτεύεις την ζωή
στα στήθια των βουνών.

Δεν είσαι σπόγγος να ρουφάς
την Κασταλία πηγή,
από τα μάτια του έρωτα,
όταν οι κόρες σμίγουν .

Δεν είσαι γάλα της ζωής
να πιει γλυκά μια κόρη,
που οσμίστηκε τον κεραυνό
γυμνό σ’ ένα κουκούλι.

Δεν είσαι δόνηση στιγμής
λάβα ψυχρών ερώτων,
της τέφρας αναγύρισμα
ληγμένων ηφαιστείων.

Θαρρώ δεν είσαι επτάφωτος
λυχνία των θεών
να λιώνεις πάγους άπιστης
εωθινής αγάπης.

Δεν είσαι φλόγα φευγαλέα
αχρείων κεραυνών,
σ’ ένα κρατήρα απάνθρωπο
στην σάρκα της ζωής.

Δεν είσαι αθάνατο νερό
στα χείλη νέας γοργόνας,
να ψάχνεις γήινους θεούς
στους γόρδιους δεσμούς.

Δεν είσαι Αλέξανδρος εσύ
κι εγώ λεχώ του γένους,
στην αγκαλιά μας φωτεινό
να λάμψει νέο αστέρι.

Μα είσαι πόθος άνομος
βαθειών ωκεανών ,
Και αδιάντροπα φοράς σαν φως
όψεις παλιών θεών .

Η νύμφη του Μίνωα

Οι συμπληγάδες ξεγελούν την νύκτα τους διαβάτες
κι οι πλάστρες κλέβουν ομορφιές κλεισμένες στα κλουβιά τους
σαν βγούνε οι νεράιδες του θέρους, στις αυλές.
Οι ροδαμές που ανθίζουνε στο φεύγα του βοριά
γεμίζουνε τους ποταμούς των ήλιων στις κρυψώνες.
Εσένα βήματα θολά σε οδηγούν και βγαίνεις στο γυρογιάλι των οιωνών.
Τα πόδια σου βουλιάζεις του κρίνου την λευκάδα να ρουφήξεις.
Ξέρεις δεν πνίγει ο δρόλαπας
τα κρίνα που κοιμούνται στις ακτές
ούτε ο τζελάτης αλυχτά, να πνίξει τις οσμές τους .

Όταν ο Μίνωας ξυπνά από τις Δρυάδες
και γαληνεύει η ομορφιά της άσπρης νύμφης
που κρατεί στα σπλάχνα της η άμμος.
'σένα θωρεί ανέγγικτη,
στα στήθια του αναγέρνει φεγγαροκύμβαλα παλιά
να βάλουν την μορφή σου.

Ξέρεις ο θεοδόλιχος μεμιάς την ομορφιά την μέτρησε
κι ο εξάντας δεν σε σώζει.
Είσαι πια τόσο κοντά στα άσπιλα παλάτια.
Η αντανάκλασή σου με φως μετρήθηκε
κι η Εκάτη την στεφάνη της επέλεξε,
με λάμψη να μείνει ο ουρανός,
ο Μίνωας άλλο στεφάνι να γυρέψει
με τις Δρυάδες να σε σύρει στον χορό.
Το ανοικτάρι κλέβει των θεών
και παίρνει σου το βιός που σου χαρίσαν,
σ’ ένα σεντούκι αλάβωτο, κρυμμένο
και συ ανέμελα γελούσες θαμπωμένη.

Ξέρεις, δεν θα 'σαι πια θεά των κρίνων του γυαλού σου
και τ’ ακρογιάλια θα τρυγούν
τα δάκρυα των ματιών τους στις σκιές
να δροσιστεί η ορφανή η νύκτα.

Άνισος αγώνας

Όλοι μαζί ήμασταν εκεί. Θυμάσαι.
Είχαμε κλείσει μέσα στα τείχη τα ανοιγμένα κορμιά μας.
Οι καρδιές μας έξω στους δρόμους
άπλωναν στην άσφαλτο την αγάπη τους,
και οι φωνές θερισμένες από τον ύπνο της σιωπής,
τρυπούσαν τα τείχη της αδιαφορίας
τις ξιφολόγχες κραδαίνοντας μιας λευτεριάς πληγωμένης.

Ακέφαλα πτώματα οι σιωπές μας,
γεμίζαν οργή τα παρτέρια των κοιμισμένων ονείρων
και οι τεντωμένες χορδές των κραυγών,
θηλιές στους λαιμούς των αχρείων,
ξεσκίζουν τα λάβαρα και ρίχνουν σημαίες αδιάντροπου ήθους.
Άνισος αγώνας μου είπες.
Μα στα μάτια σου χαραγμένη φαινόταν
η χαρά μιας καινούργιας ελευθερίας.

Πάει καιρός που τα πουλιά σκλαβώθηκαν.
Σε κλουβιά σιδερόφρακτα τα τραγούδια της ζωής πληγωμένα ανασαίνουν.
Ο αγέρας μαστιγώνει τις αυγές του πλήθους,
που ξυπνά με ονείρατα γεμάτα μικρές πυρκαγιές
και σπαθάτες ακτίνες, να κάψουν τις πίκρες
που ποτίζουν τις μέρες με ανήλιαγο φως.

Το κρυφτό του θανάτου στοιχειωμένο θαρρείς.
Μα ποιος είναι ο νεκρός που ανεμίζει σημαίες
και στα χείλη του άσβηστη η χαρά καρφωμένη;

Σαν το πλήθος, αβάστακτη, η οργή ξετυλίγεται.
Από το χάος ακούγονται αντρειωμένα τραγούδια,
κυματίζουν στον άνεμο της αξόδευτης νιότης μας,
ηρωική μια φωνή, ανελέητη, σπαθίζει τα ουρλιακτά του δειλού φόβου
που κυλιέται στη γη.

Κλαίγανε πια τα μάτια φλογισμένα από μίσος,
μα αυτοί δακρυγόνα τα λέγαν
και πατούσαν αμέριμνοι στις ζωές μας επάνω.
Η αγωνία της φωνής μας στο ολάκερο φεγγάρι
την κατάφορη γύμνια της ψυχής τους εδιάβασε
και η άνοιξη αλύγιστη βλάστισε στο νεκρό του κορμί.

Ζητιάνος

Ψαλιδισμένα φτερά απόχτησες από το φως των αγγέλων.
Της ζωής οι ληστές ταξίδεψαν πάνω στους πόθους σου.
Σε ξεχασμένα μονοπάτια στολισμένα με νύκτες ασέληνες,
άφτερες τις ελπίδες της νιότης αφήσανε .

Με την μήτρα του μέλλοντος ληστεμένη κι αυτή,
στων καραβιών τα κατάρτια σημαίες μονόφθαλμες,
ο καιρός να βρυχάται αέρηδες πίκρας
και ο βυθός να κλωσά τα ποντισμένα τους μίση.

Ξεχασμένο φιλότιμο στου μυαλού τις στροφές
αναπότρεπτες νύκτες μέσα στην άδεια σου λύπη,
ταξιδευτές περιστέρια με μαύρα φτερά
να σου φέρνουν στο ράμφος πεθαμένη συγνώμη.

Το ξημέρωμα του αύριο την περηφάνια σου σβήνει
σαν το φως που πληγώθηκε σε σταυρό αδικίας,
σκελετωμένο το χέρι στην γωνία της πείνας
τις ψυχές των θεών προσπαθεί να αναστήσει.

Οι απλωμένες αγάπες στης ανθρωπιάς τα σχοινιά
ξεραθήκαν στο φως του θαμπωμένου τους κόσμου
κι αν πικρό είναι το δάκρυ και τα μάτια κλειστά
της λαξεμένης μορφής του μαρμάρου το χαμόγελο σβήνει.

Πλυμένα παραμύθια

Ποτέ δεν σου άρεσαν τα παραμύθια.
Αλλόφρονες παιδικές αγάπες έλεγες,
γαντζωμένες στην οδύνη της νύκτας,
δίπλα στις αποτεφρωμένες φιγούρες της νιότης,
κρεμασμένες στην ψευδίζουσα γλώσσα του γήρατος
και την ήρεμη ατονία παραμορφωμένων δακτύλων.

Η φωνή σου ρωτούσε για το καράβι και την θάλασσα,
για το άστρο που χάθηκε πέφτοντας καρφωμένο στο χάος,
για το φεγγάρι που έσβησε πίνοντας το άγνωστο σκοτάδι στον ουρανό,
για το φρόνιμο φως της αυγής
και την καυτή λαμπάδα του φρικτού ήλιου της ερημιάς,
για την παράξενη λάμψη της πυγολαμπίδας
στα σκοτεινά μάτια άφωτης νύκτας,
για του Ιούδα τις στάκτες στα απομεινάρια της φωτιάς των παιδιών την ανάσταση
και την οργή των γερόντων
για την οργή που τρεμάμενη λιώνει.

Για την αθεράπευτη λύπη λαξεμένων μαρμάρων
που στην ομίχλη φυλάκισαν μιάσματα του ανθρώπινου είδους
της αδικίας το δίκτυ απλώνοντας στου Παρθενώνα το φως.

Πάνω στα βράχια τα παραμύθια ξεθώριασαν,
χρόνια και χρόνια πλυμένα με ψέμα
στην ξοδεμένη ζωή αυτών που περίμεναν.

Η αγάπη απλωμένη, χωρίς ίχνος ευθύνης,
στων παραμυθιών τα δαρμένα ηλιόφυλλα,
ενώ η ζωή κουτάλι- κουτάλι
την πείνα της γης εξαργύρωνε.

Ρεβεγιόν

Ο χρόνος ήρθε πιο νωρίς και την ζωή την πήρε,
έμεινε μόνη η ψυχή σ’ ένα κλουβί, σ’ ένα κλουβί.

Αν ήταν ξένη ή μοναξιά θα 'λεγα αχ! για κείνη
κι αν ήταν λάθος η ζωή δεν θα 'χε άλλη αγάπη.

Μπορείς να βλέπεις, σκέψου το, την ευτυχία στο όνειρο
και το ξημέρωμα να βρεις μόνο βροχή και σύννεφα.

Ο θάνατος τόσων θεών της μιας στιγμής υπόθεση
ρίζες ρηχές σ’ έναν αφρό του αέρα της πικράδας.

Αν θες να τρέξεις σήκωσε φτερά σ’ Αχίλλεια πτέρνα
κι αν βρεις αθάνατο νερό φίλησε μια γοργόνα.

Δεν βρίσκεις πια μελωδικό του Απόλλωνα αυλό
και ιέρειας χρησμό λευκό στα χείλη μιας Πυθίας.

Η ανατριχίλα σε πικρή γεύση κατασταλάζει
και η Αθηνά στην όψη σου στιφή, παλιά, ωδή.

Αναστημένη πατρίδα

Διάτρητος θόλος ουράνιος…
Οπές αφωνίας λιπόθυμες στο σχήμα των άστρων.
Διπλωμένο το παλιό σου ουράνιο τόξο στις χορδές κλαίουσας άρπας.
Αφημένη η Τροία ανήλιαγη σε παρελθόν κουρσεμένο,
και ο Δούρειος ίππος σκυφτός στου ατέρμονα κοχλία τις σπείρες.

Του «ατόμου» το άτμητο σε πυρήνες του σήμερα και υπερκέραμες λάμψεις,
και οι νέοι σου Ηράκλειτοι σε Κολχίδες ασύμβατες δακρυσμένων πατρίδων,
να ταξιδέψουν της Ελλάδας το μέλλον με νέα νετρίνα και «Θεού» σωματίδια.
Μην ματώνεις το αύριο σκάβοντας του χρόνου τις ρίζες,
οι κρυμμένες ακτίνες του αφίλητου άστρου σου,
χαρακιές να ορίσουν ατέλειωτες με το βέλος στο άπειρο!

Στων παλιών στεφανιών σου τις δόξες
με δάφνης και αγριελιάς ασημίζοντα φύλλα,
άπλωσε της μνήμης πέπλα ολόφωτα,
θαύματα ανασύροντας από απάτητους βυθούς Κυθήρων
και τέχνες αξεπέραστες από ναών περιστύλια και αετώματα.

Ξεπέρασε σήμερα την αμαρτωλή μυσταγωγία
ασύμβατων ήλων φθαρμένων καιρών,
άνοιξε πιότερο το στενό πέρασμα στης Ηλέκτρας το φέγγος,
τον άνθρωπο γιγάντωσε μέσα σου,
χωρίς στενάγματα ανερυθρίαστης υποκρισίας,
στις επιτύμβιες στήλες λευκής αρένας.

Κονδυλοφόρος σκληρός,μες των ματιών το γαλάζιο, δοξασμένης
γραφή αναλάμπουσα στων στίχων την φλόγα των παιδιών σου οι νίκες,
στα ανέσπερα μονοπάτια του μέλλοντος,
αναστάσιμο φως ημερών επερχόμενων,
σε διαδρομές γενναίες δοξασμένης πορείας.

Ασφόδελος

Λουλούδι ανέραστο στην πλαγιά του ανέμου,
πολύγλωσσο σεντούκι ντυμένο με χώμα,
απίθωσες στο ρίζωμα της υπομονής.
Η αμμουδάρα άνοιξε στο πάλεμα της γλυκόπικρης,
σταρένιας αγκαλιάς σου.

Στο αχόρταγο των νεκρών ανήλιο κατώγι,
αλέθοντας γυμνούς βολβούς σε αχερόντιους μύλους,
άλικο ψωμί, χωρίς ήλιου σταγόνα,
προσφέρεις σε ακοίμητες ψυχές νεκρών,
μεσάνυκτα και κάτι.

Το μελωμένο σώμα σου,
στα άνθη τα λευκόπτερα, μέρες Μαρτιού,
ταξίδια άνοιξης και νέκταρ γλυκείας ευωδίας,
στων μελισσών τον βόμβο πρόσχαρο τραγούδι,
στους κρυφούς ήχους της χαραυγής.

Οδοιπόρος αιώνιος, του Ασκληπιού ιάματα γεννώντας,
καρδιακό τονωτικής ευθύνης φίλημα.
Στα δίσεκτα χρόνια της ασπλαχνίας,
τροφή απλήρωτη, άχρωμης γεύσης,
της ξηραμένης γλώσσας μουζίκων της λύπης.

Ασφόδελος, ασφεντηλιά, σφερδούκλι η ασκέλα,
η κάψα από τα άνθη σου ,αμάραντη γενναία,
στον χρόνο ανακυκλώνεται.
Της γης την νοσταλγία κρατά, αστείρευτη, ζεστή,
Αναμονή στης άνοιξης την λάμψη.

 Βιογραφικό σημείωμα

Ο Μάνος Μελισσουργάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε Παιδαγωγική και δίδαξε επί τέσσερα χρόνια σε δημόσιο σχολείο. Συνέχισε σπουδές στην Φαρμακευτική σχολή Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Φαρμακοποιός στην Αθήνα από το 1975. Τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια ασχολείται με την Ζωγραφική,την ποίηση και τον πεζό λόγο. Έχει συμμετάσχει σε πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά, εφημερίδες, ηλεκτρονικό τύπο και ανθολογίες ποίησης. Έχει βραβευθεί σε Ελληνικούς και Παγκόσμιους ποιητικούς διαγωνισμούς, όπως : 1.Από UNESCO ΤΛΕΕ το 2018. 2.Από την ΠΕΛ στους Δελφικούς αγώνες ποίησης το 2019. 3.Από την Αμφικτυονία Ελληνισμού στον Παγκόσμιο ποιητικό διαγωνισμό το 2019. 4. Από την βιβλιοθήκη ΣΠΑΡΤΟΥ στον Πανελλήνιο διαγωνισμό ποίησης το 2019. 5. Από την ΠΕΛ στον Πανελλήνιο διαγωνισμό ποίησης το 2019. 6. Από την Αμφικτυονία Ελληνισμού στον Παγκόσμιο ποιητικό διαγωνισμό του 2020. 7. Από την βιβλιοθήκη ΣΠΑΡΤΟΥ στον Πανελλήνιο ποιητικό διαγωνισμό του 2020. 8. Από την Nosside στον παγκόσμιο διαγωνισμό (100 χώρες) του 2020. Βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει : 1. Αίθριον φως, ποίηση, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ 2015. 2. Φως και σκιές, ποίηση, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ 2017. 3. Αδήλωτες νίκες, ιστορικό μυθιστόρημα, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ 2019. Προτάθηκε για βραβείο κοινού 2020 από τα Public. 4. Σπειροειδείς Γαλαξίες, ποίηση, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ. Κυκλοφορεί σύντομα..