Δέκα ποιήματα του Δημήτρη Χ.Φαφούτη

Δέκα ποιήματα του Δημήτρη Χ.Φαφούτη

Στη στήλη "Στα βαθιά" υποδέχομαι σήμερα τον λογοτέχνη Δημήτρη Χ.Φαφούτη από τη Λαμία. Ο προσκεκλημένος μου σπούδασε στη σχολή Χημικών Μηχανικών. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές, ένα βιβλίο δοκιμίων κι ένα Μελέτης-Έρευνας. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά και ισπανικά. Κριτικά σημείωματα και ποιήματά του έχουν φιλοξενηθεί  στον έντυπο κι ηλεκτρονικό τύπο. Το 1989 υπήρξε συνιδρυτής του λογοτεχνικού περιοδικού ΕΜΒΟΛΙΜΟΝ με έδρα τα Άσπρα Σπίτια, το οποίο διηύθυνε για μια εικοσαετία. Η ποίησή του είναι λυρική, στοχαστική, συμβολική. Ο λόγος του δημιουργού είναι περίτεχνος, με εντυπωσιακές εικόνες, ευφάνταστες αλληγορίες και βαθιά νοήματα. Την πένα του απασχολούν ο έρωτας, οι σχέσεις, η επαφή με τον πυρήνα των συναισθημάτων, οι γέφυρες με το παρελθόν,οι σκηνές της καθημερινότητας. Είναι μια γραφή μεθυστική και συγκινητική. Θα μοιραστώ μαζί σας δέκα θαυμάσια ποιήματά του!

ΓΡΑΜΜΑ

Απόψε λέω να σου στείλω λίγη απ' τη λύπη μου.
Τη φορτώθηκα καθώς η καρδιά μου πολεμούσε
με τις άγονες καρδιές των φίλων μου.
Και με τη χέρσα πατρίδα,
που την έπνιξαν οι θυμωμένες θάλασσες.
Απρόσκλητες οι γυναίκες
που κομίζουν το θάνατο του έρωτά τους.
Ντυμένες την ανάμνηση,
που δεν ξεθώριασαν τα χρόνια.
Με τη φθαρμένη βαλίτσα στο χέρι τους,
κρύβουν στο ταπεινό βλέμμα
τον ανέγγιχτο πόθο της περασμένης ζωής.
Μες στη σιωπή απόψε
θα δανειστώ τα περιφρονημένα χάδια.
Ένας εξαίσιος νόστος
θα μπήξει το ατρόχιστο μαχαίρι
βαθιά μες στην παλιά πληγή.
Και θα πεθάνω.
Γι’ αυτό σου λέω, πάρε λιγάκι απ’ τη λύπη μου,
πριν μετανιώσω.

ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ

Όρθρου βαθέως, πασχίζω ηδονικά
για να βρεθώ με τη μεριά του σκοτεινού θανάτου.
Σκληρή να κράζει η φωνή «τας θύρας τας θύρας».
Μα εγώ την ενύπνια τύψη να προσκομίζω ταπεινός
Κι ας μη γευτώ ποτέ
του προσώπου σου την τραγική γαλήνη.

Στέκομαι να κοιτάζω τα βαθιά ποτάμια.
Νερό είναι της γης και των δακρύων μου,
που γέμισαν καημούς οι ξεχασμένες καταιγίδες
Μάταια τώρα
πάνω στα σώματα που πότισε η νύχτα,
τη θάλασσα γυρεύουν του μυστικού προορισμού.
Και της ορμής ο μέγας παφλασμός,
με όξος ποτίζει και αιθέρια ηδονή,
τα πρόσωπα που γεύτηκαν το φως
και πήγανε με το σκοτάδι.

ΤΟ ΒΡΑΔΥ

Το βράδυ μαζευόμαστε γύρω απ’ τη φωτιά
κι αλλάζουμε πρόσωπα
Δε γνωριζόμαστε πια, γίναμε ξένοι
σαν τα πουλιά που γυρίζουν ξανά στην ίδια θάλασσα
να συναντήσουν τους χθεσινούς πνιγμένους
Δεν ξέρουμε ποιανού τα χέρια σφίγγουμε
όταν αλλάζουμε ευχές,
ή όταν αλλάζουμε χειροπέδες
Όταν συναντιόμαστε στον βραδινό περίπατο
προσπερνάμε βιαστικοί,
μην κατά λάθος αναγνωρίσουν τα σκιάχτρα μας.

Όμως τα μεσάνυχτα,
καθώς τελειώνουν οι περιπλανήσεις των σωμάτων
και απλώνεται της κατάρας η σιωπή,
σμίγουν οι μακρινοί χτύποι της καρδιάς μας

Και τότε ξαναπαίρνουμε όλοι το ίδιο όνομα.

ΣΩΜΑ

Εν μέσω ηδονών
από καιρό κοιμάται το κορμί.
Απέδρασε,
σαν την ομίχλη που κατέβηκε πυκνή,
μες την κοιλάδα με τα χιόνια.
Τα μάτια γέμισε με τρυφερό αγιάζι.
«Θα σηκωθώ»
είπε.

Κι έμεινε εκεί,
τον άγριο χειμώνα να θυμίζει.

ΕΝΔΟΧΩΡΑ

Σε άλλη πατρίδα κατοικούν οι ποιητές.

Βρίσκουν τη δύναμη να ημερεύουν
τις μυστικές φουρτούνες των ανθρώπων.

Να τους θυμίζουν
όταν καθυστερούν πολύ.
Πρέπει να αλλάξουν καινούργια σώματα,
να γλυκάνουν τα βλέμματα,
Να γυρέψουν τις απουσίες,
που κατεβαίνουν τις νύχτες με τη θηλιά
και κρεμάνε τον ύπνο τους

Να συναντούν τους αργοπορημένους
που ρωτάνε για τα χαμένα δρομολόγια
και το υδροκυάνιο του έρωτα,
μα κανένας δεν ανεβαίνει
να πάρει τα σύννεφα απ’ τα μάτια τους.

Κι εσένα που κάθεσαι το δειλινό
και αλλάζεις σιωπή με τη μητέρα σου,
που κατοικείς με τα πουλιά στη σοφίτα.
Βγαίνεις κάποτε στο μπαλκόνι
να κοιτάξεις τους μεσημβρινούς.
Ακόμα δεν έμαθες,
τί περιμένεις
μες το κρυμμένο ηλιοστάσιο.

Τις νύχτες αρμολογούν τους πέτρινους στίχους,
σκάβουν βαθιά στο χώμα την αρχαία στοά,
κι αποθηκεύουν αγάπη που δεν ξοδεύτηκε,
να έχουν τα ζωντανά και οι άνθρωποι
για τους κατακλυσμούς που προετοιμάζουν
Μακριά στην ξένη ενδοχώρα,
δεν ξέρουν το πότε της επιστροφής
κι αναζητούν της ξενιτιάς την ιθαγένεια

Η νύχτα κοιτάζει το ρολόι της,
όπως οι πεθαμένοι φύλακες,
κοιτάνε τα τετράδια στα κρατητήρια
για να ξυπνούν τους μελλοθάνατους
Κανένα ξημέρωμα δεν μίσησαν πιο πολύ,
από τούτο που βιάστηκε να έρθει
πριν απ’ την ώρα των ανθρώπων.

Φοβάται η γη
να κρύψει τα ποτάμια της
Τα λουλούδια ανθίζουν στον άλλο κήπο,
άκουσα για κάποια Εδέμ
ή για τη χώρα
των εξαργυρωμένων μας φιλιών.
Κι εσύ να κατοικείς
πιο κει απ’ τα δικά σου όνειρα.
Με την διάτρητη πανοπλία στο χώμα
και τη σιωπή
σε ισόβια αθωότητα.

Σε άλλη πατρίδα κατοικούν οι ποιητές.

ΤΑΒΛΙ

Έξω μισό φεγγάρι

Το τάβλι έμεινε κλειστό πάνω στον πάγκο
σε αναβολή προσωρινή
Αλλάξανε χρώματα τα πούλια
στα ζάρια μπήκε το μηδέν,
ζητείται τύχη για τη ζαριά της επανόδου

Είναι και το χτύπημα στο πλακωτό,
καρφιά τα δάχτυλα
που σπρώχνουν τα πούλια πιο βαθιά
να ξεχερσώνουν την άλλη όψη της υποταγής.
Σάλτο μορτάλε στο γύρο του θανάτου,
να ηχεί απειλητικά για τους απαίδευτους
και τους αμφισβητίες

Έξω απ’ τις πόρτες χαμένα τα κλειδιά,
οι μάστοροι χαλκιάδες λησμόνησαν
να βγάλουν αντικλείδια.
Κανένας δεν θα ανοίξει από μέσα
οι ένοικοι θνήσκουν με διαρκή αποσύνθεση,
του πνεύματος δε φτάνει μόνο η προθυμία.

Μόνη η προσταγή του φεύγα
για άλλη ξενιτιά,
για άλλη εξορία
ποιος έχει όρεξη τέτοιες στιγμές
να συναντά τις μάταιες κινήσεις των χεριών
Καλλίτερα να καρτερεί εδώ,
κάποτε κάθεται και μια καλή ζαριά.

Πάνω στον πάγκο οι σκληρές αναμετρήσεις
μα από προχθές το τάβλι αναβάλλεται.
Βγαίνουν μονάχα απ’ το υπόγειο τις νύχτες
και κάνουν προπόνηση οι απελπισμένοι.

Έξω πάντα μισό φεγγάρι

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Όλοι αυτοί που με θυμούνται
Σε ξένες πατρίδες μετανάστευσαν,
Σκυφτοί και μεθυσμένοι μ΄ αξεπέραστη λήθη

Μου γνέφουν με θλιμμένες χειρονομίες
Σα διαβατάρικα πουλιά που αφήνουνε
Μικρούς σταυρούς στο πέταγμά τους.

Τις συννεφιασμένες μέρες κλείνω τα μάτια
Κάνω πως δεν τους βλέπω
Ξεχνώ τη γύμνια τους
Ντυμένος μες τα φορέματα του κόσμου
Και τους προσπερνώ

Και τα βράδια, αχ τα ματωμένα μου βράδια
Σα σκουριασμένο σκαρί πάνω στο ποτισμένο μαξιλάρι,
Ψιθυρίζω τα μικρά και τα μεγάλα τους ονόματα.

ΜΙΚΡΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

Η λέξη καημός
Δεν γράφεται με ήτα
Γράφεται με άγριους βρυχηθμούς
Και με φοβέρες του θεού,
Που δεν δοκίμασε ποτέ
Την αγριάδα του πληγωμένου έρωτα.

Να τ΄ αγαπάς λοιπόν τα σύμφωνα,
Για το καλό, που πάντα σου προσφέρουν
Συχνά επάνω τους σκοντάφτουν τα φωνήεντα,
Που διαθλούν το φως με την ηχώ της έπαρσής τους.

Δεν ωφελεί η επανάληψη
Κι ας είναι η μητέρα της μαθήσεως
Ας παραμείνω εγώ σε τούτη τη μοναχική γωνιά,
Αγράμματος και ημιμαθής,
Αεί διδασκόμενος από χαμένη αγάπη.

 ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Τις νύχτες, που η βροχή κατέβαινε απ’ τα βουνά αγριεμένη και μούσκευε τα όνειρα των λησμονημένων, κατέβαινε και κείνος απ’ το ψηλό  καμπαναριό  με   την  οξειδωμένη   καμπάνα  και   το σταματημένο ρολόι και πήγαινε να την συναντήσει.
Κάτω στο θολωμένο ποτάμι, που κουβαλούσε τις πέτρες αλάργα απ’ τα πίσω βουνά,περίμενε η Δημητρούλα,με τη βαλίτσα ακουμπισμένη στο χώμα.
«Στον ύπνο μου κατεβαίνουν οι πλημμύρες σου» της είπε, «αιωρούνται κλουβιά με πόρτες ξεκλειδωμένες,τα πουλιά φύγανε κι έμεινα μόνος. Πώς  να πάρω τη  θέση τους, πώς  να  φορέσω τις χειροπέδες και να χωρέσω στο μαύρο σκοτάδι, εγώ συνήθισα να βλέπω ξέσκεπο ουρανό και άστρα χαμηλωμένα. Μη φύγεις, ακούω τις φωνές σου που σώπασαν και τα χάδια που τα χρόνια αποκοιμίσανε στο λυπημένο κορμί σου.
Μπες  μέσα,  τι  με  κοιτάζεις  και  απορείς,  έρχεται  ο  πικρός χειμώνας».

ΓΙΟΦΥΡΙ

Λογάριαζε τα πέτρινα γιοφύρια που στέριωσε πάνω στα θολά ποτάμια, καθώς κατέβαζαν τις πνιγμένες μνήμες με  τα λιανοτράγουδα  του  θανάτου. Που χόρτασαν χίμαιρα και ριζιμιό λιθάρι, για να περάσουν αντίπερα τα συμπεθεριά  με τις αρραβωνιαστικιές και τα μεγάλα βήματα της νέας ζωής. 
Κι όμως, ούτε μια φορά δεν αξιώθηκε να διαβεί τα θολωτά τους τόξα. Σαν κάτι να παράκουσε για το γιοφύρι της Άρτας και τον καημό του  πρωτομάστορα , ζαλίστηκε από  ρακί στο μισογκρεμισμένο  χάνι του αντάρτη καλόγερου,ήτανε νύχτα φόνισσα και παρθένα,ακούγονταν τα  μοιρολόγια των νερών και οι ερωτικές κραυγές των αγριμιών.
Έπιασε τότε και της έγραψε γραφή «μην έρθεις» της έλεγε «άσ’ τα γιοφύρια να γκρεμίζονται», ξεκρέμασε ύστερα το σκουριασμένο γκρα και τράβηξε κατά το δάσος.
Σαν  ακούστηκε  η  τουφεκιά, ένα  νυφικό  φεγγάρι στεφάνωνε τον ουρανό.

Βιογραφικό σημείωμα

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Χ. ΦΑΦΟΥΤΗΣ

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λαμία. Σπούδασε Χημικός Μηχανικός στο ΕΜΠ. Έχει εκδώσει:

επτά ποιητικές συλλογές:

• ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ,
• ΟΙ ΜΙΚΡΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ,
• ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ,
• ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ,
• ΤΑ ΚΑΤΑΤΡΕΓΜΕΝΑ)
• ΑΤΑΚΤΑ & ΑΝΕΣΤΙΑ
• ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ένα βιβλίο δοκιμίων ( ΑΤΑΚΤΩΣ ΕΡΡΙΜΜΕΝΑ ) και
την Μελέτη-Έρευνα «Ο Γιάννης Μαρρές και η φιλία του με το Νικηφόρο Βρεττάκο».
Τα 1989 ίδρυσε μαζί με άλλους το λογοτεχνικό περιοδικό ΕΜΒΟΛΙΜΟΝ με έδρα τα Άσπρα Σπίτια, το οποίο διηύθυνε μέχρι το 2009. Ποιήματά του έχουν ανθολογηθεί και μεταφραστεί στα ιταλικά και ισπανικά.Κριτικά του σημειώματα έχουν δημοσιευθεί σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά. Τιμήθηκε με ειδικά αφιερώματα από τα λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας, ΟΜΠΡΕΛΑ και ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ. Είναι ιδρυτικό μέλος του Ομίλου Φθιωτών Λογοτεχνών και Συγγραφέων και Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (ΕΕΛ).

 

 

 

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;