Δέκα ποιήματα του Γιώργου Σκούρτη

Ο σημερινός μου καλεσμένος στη στήλη "Στα βαθιά" είναι ο ποιητής Γιώργος Σκούρτης. Φοίτησε στο Τμήμα Φιλοσοφίας κι έπειτα συνέχισε με σπουδές μεταπτυχιακές. Παρακολούθησε σεμινάρια δημιουργικής γραφής με τον Στρατή Πασχάλη. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή "Σκέψεις",ενώ είναι στα σκαριά το δεύτερο ποιητικό του βιβλίο που τιτλοφορείται "Τραγούδια και σύμβολα".Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες κι έχουν φιλοξενηθεί σε διαδικτυακούς ιστότοπους. Έχει βραβευθεί σε πολλούς διαγωνισμούς ποίησης. Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί. Η ποίησή του είναι αφηγηματική, λυρική, ανθρωποκεντρική. Ο λόγος του είναι πλούσιος, περίτεχνος, με ολοζώντανες εικόνες και γνήσια συγκίνηση.Τον εμπνέει ο έρωτας, οι μύθοι και οι θρύλοι, η ιστορία. Γράφει με ευελιξία άλλοτε σε ομοιοκατάληκτο στίχο, κάποτε σε έμμετρη φόρμα χωρίς ρίμα κι ενίοτε σε ελεύθερη γραφή. Η δημιουργική του φαντασία εμποτίζεται από την ανεξάντλητη θάλασσα της παράδοσης, πλάθοντας όμως ποιήματα με το προσωπικό του στίγμα. Θα μοιραστώ μαζί σας  δέκα πανέμορφα ποιήματά του!

Το διάδημα

Τυφλά παιδιά που σε γραμμές τα παρατάσσουνε
Να διασκελίσουν τα εσκαμμένα τους είν’ αδύνατον
Η ομορφιά μοιάζει αστείο για να γελάσουνε
Μες την αμάθεια λύση προτάσσει μόνο το ύστερον

Κενό αφήγημα που υποδόρια τους στιγματίσαμε
Η ιστορία σπρώχνει την μπίλια προς τον κατήφορο
Σπασμένα λάβαρα, φθαρμένα έδνα που αθετήσαμε
Το πεπρωμένο μας να παρακάμψουμε ήταν ασύμφορο

Αναμετρώνται μέσα στις φλόγες ό,τι θελήσαμε
Στο τζάκι στάχτη έχει αφήσει κάποιο αλώβητο
Πυρακτωμένες επαναστάσεις που σιγοσβήσαμε
Ολιστικά˙ και τις σκορπίσαμε στο αδυσώπητο

Ύπουλες Κήρες οι ερωμένες που συντροφεύσαμε
Κάτω το λέσι δίνει φωνή σ’ ένα παράδειγμα
Ισχνά τα λόγια, κομμένα κρόσσια που ξαναπλέξαμε
Και τα στολίσαμε, ειρωνικά, σ’ αυτό το διάδημα.

26 Αυγούστου

Το τηλεφώνημα κάθισε στην μάντρα με τα περιστέρια
Η φωνή άνοιξε τον φάκελο σαν χαρτοκόπτης
Οι ψίθυροι ήταν βήματα που ρούφαγε το τσιμέντο.
Οι λέξεις δέθηκαν στο μήνυμα με σπάγκο
Ο δεσμοφύλακας άφησε τα κλειδιά που κύλησαν στη σκάλα
Στο μπρελόκ ένα νησί τρέχει μες το δάσος
Η ανάσα μέσα από κυνόδοντες μου χάιδεψε την πλάτη
Κοιτάζω πίσω μου και βλέπω μόνο χώμα
Το βράδυ κοιμήθηκαν μαζί μου δυο χρόνια
Το σκοτάδι μέσα στο βαζάκι έκρυβε το κουταλάκι του
Εκατόν τρία λεπτά και ένα δευτερόλεπτο το άλλο
Το πρωί η σκιά ξημέρωσε στο δωμάτιο
Ο λύκος καθόταν στο ταβάνι και με κοίταγε
Στα μάτια του γυάλιζαν γυναίκες που άνοιγαν τα πόδια
Δίπλα στη ροδακινιά βρήκα τα νύχια που είχα θάψει χρόνους
Ξεφλούδισα εμένα που σάπιζα στο σώμα
Ένα εγώ ούρλιαξε στην καγκελόπορτα καθώς έκλεινε ξοπίσω

Άνοια

Ο χρόνος περνάει μονομιάς
Αρκεί ένα γεγονός
Να βρεθείς σε ένα σάκο αναμνήσεων
Ασύνδετων
Σορός βαραίνει πληθωριστικά το συγκεκριμένο
Ενώ δρηστήρες φέρουν το μήνυμα
Σε μαύρες πλάκες
Μέσα σε λευκούς φακέλους.
Ο γύπας αφήνει ένα φτερό στο βράχο
Και ψιθυρίζει
“ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκεν μῦν”
Παλιά γέννα
Για να λέει που πονάει
Ή για ν' αφήνεις χαρτζιλίκι στην τσέπη
Όσο σε θυμάται;

Ερωτικό

Στη Βαλάντω

Σ’ ένα παγκάκι χαραγμένα αρχικά
Μέσα στο ξύλο κλειδωμένα μυστικά
Σ’ ένα παγκάκι ένα πρωί
Είχα σε ξύλο ορκιστεί
Η ζωή, να ν’ αυτή, η στιγμή.

Μέσα στα χρόνια που μας κόβουν σα γυαλιά
Λευκές νιφάδες σου ασπρίσαν τα μαλλιά
Λες και τα άσπρα σου μαλλιά
Πλέκουν του χρόνου τη θηλιά
Μια θηλιά, στης ζωής τα σκαλιά.

Λύπες και μπόρες έχουν σβήσει τη γραφή
Λεπτές αγκίδες που πληγώνουν στην αφή
Σβήνουν οι μπόρες τη γραφή
Κρύβουν του ξύλου την ομφή
Κι ζωή, σαν φωνή, αντηχεί.

Οπλίτης

Στο πεδίο της μάχης νεκρός
Παγωμένος πριν κάτσ’ ο καπνός
Δες το χώμα πως γίνετ’ εχθρός
Σαν της ρώμης περάσ' ο καιρός

Την ασπίδα κρατώντας δειλά
Καθισμένος στην βάρκα κοιτά
Και τ’ ανδράγρια που σκούριασαν πια
Μες στου Στύγα την κοίτη πετά

Μια Δεξίωση που έχασε πια
Ξεψυχώντας σε ξέν’ αγκαλιά
Πόσο γρήγορ’ αλλάζει ο σκοπός
Την στιγμή που θα σβήσει το φως

Στην Λη..

Ένα πρόσωπο… πως άλλαξε ρωτάς
Δυο σκιές από τα χέρια μου τραβάς
Μιαν ανάμνηση που κόπηκε κοιτάς
πώς να ματίσεις

Οι ρυτίδες σου στο πρόσωπο κελί
Πόσο άνυδροι στα λόγια οι δειλοί
Σαν στοιχίζουνε το χθες σ' ένα φιλί
Που 'χαν αφήσει

Η σιωπή μες το δωμάτιο καταλεί
Σαν καλή μου φίλη ˙ με καλεί
Με τα κάλλη της, τρελή, με προκαλεί
Να ξαναζήσεις

Το νησί της σιωπής

(Μελίνα αν…)

Μ εγάλο πάθος η σιωπή, που αφουγκράστηκα πολύ
Ε μπρός σαν στέφεσαι γυμνή στην άχλη των ματιών μου
Λ επτός μανδύας η σιγή, που τον φοράς απατηλή
Ί δια νεκρή ανατολή των αναφιλητών μου
Ν α πάω θέλω στο νησί, που το μνημόνευσαν τρελοί
Ά νθη του νου μου ενοχής, ποια θα μας ελυτρώσει...
Α υτό τ' ανείπωτο νησί που εγκατέλειψαν δειλοί
Ν ύχτα, υπόσχεσ' ιερή που 'χαν πολλοί προδώσει.
Και θώπευαν το αν οι μέρες κι ανήμερες στο αν γυρνούσαν …

Σκιές της Αθήνας

Οι σκέψεις σου, τα όνειρα, ο ήχος μιας σειρήνας
Είν’ όλα αυτά που κρύφτηκαν στη λόχμη της Αθήνας
Κι αφήνονται τα θέλω σου σα στέγες ρημαγμένες
Πάνω σε μέρες πού ’ρχονται και φεύγουν τρομαγμένες.

Σε πότισε το βλέμμα τους συνήθειες της πιάτσας
Στεγνώνεις με τα ρούχα σου στο σύρμα της ταράτσας
Και η στιγμή που πέρασε και πήρε τ' άγγιγμά του
Κυλάει μες τις φλέβες σου μια νύχτα του Σαββάτου

Σ’ ένα κουτάλι γέμισες με σκόνη τις αγάπες
Και απ’ τη φλόγα έλιωσες γεμάτη οφθαλμαπάτες
Και το κορίτσι που φύγε να έβρει την χαρά του
Κυλάει μες τις φλέβες σου τη νύχτα του Σαββάτου

Χρόνος και κόρη

Ο χρόνος κυκλοδίωκτος τυλίγει το κορίτσι
Και η σφιχτή του αγκαλιά το σώμα της μαργώνει
Στην πλούσια την κόμη της τα χέρια του βυθίζει
Και οι ξανθιές πλεξούδες της στο άγγιγμα ξασπρίζουν
Τα πράσινα τα μάτια της σουδάρι τα σκιάζει
Σαν η βαριά ανάσα του στο πρόσωπο ζυγώνει
Δροσόσταλα τα χείλη της που σκύβει να φιλήσει
Μα το λυγρό του φίλημα φαρμάκι σε ποτήρι
Βαθύληιες οι λαγόνες της ανθόσπαρτοι λειμώνες
Που σαν θωπεύει γίνονται αλήια πεδία
Χωρίζ’ η ώρα απ ’ το λεπτό η ήρα απ’ το σιτάρι
Και το γυμνό κρανίο της μυρσίνες το στολίσαν

Marathon

If love had left a hind
like a feather in the wind
like a shape in a dream
Just a minute before the dawn
Seems the sleep like marathon
Where you 'r running all alone

If love had left a shade
What’s the grade of the gray
What’s the scale in a trade
When all meanings they are gone
Just some grits on the road
Where you 'r running all alone

If love had left his wings
Spread his feathers in the winds
Leave his bow and all these things
Would you spot him on the road?
Would you give him all your hoard?
Or keep running all alone?

And you are running all alone
Between the shadows of the dawn
Seems your sleep like marathon
Loads of grits that never gone

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Γιώργος Σκούρτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Σπούδασε φιλοσοφία στη φιλοσοφική σχολή του ΕΚΠΑ. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη φιλοσοφία ενώ παρακολούθησε τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο ΕΚΕΒΙ με τον Στρατή Πασχάλη. Έχει εκδώσει μια συλλογή (Σκέψεις) ενώ είναι υπό έκδοση η δεύτερη συλλογή του (Τραγούδια και σύμβολα). Έχει διακριθεί σε πολλούς διαγωνισμούς ποίησης (ΠΕΛ, ΧΟΝ, Πειραϊκός Σύνδεσμος, Αμφικτυονία Ελληνισμού, Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος, Σύλλογος Φιλολόγων Ημαθίας, κα) και έχει δημοσιεύσει ποιήματά του σε διάφορες ανθολογίες (Αμφικτυονία Ελληνισμού, ΚΟΡΑΛΙ, ΕΛΒΕ, ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ & ΤΕΧΝΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ, κ.α) και στο διαδίκτυο.

 

Δείτε κι άλλα τραγούδια σε ποίηση του Γιώργου Σκούρτη στο κανάλι του : https://www.youtube.com

 

 

Έννεπε Μούσα, Ιστότοπος ποίησης και μουσικής