Δέκα ποιήματα του Γιώργου Μολέσκη

Δέκα ποιήματα του Γιώργου Μολέσκη

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" υποδέχομαι τον καταξιωμένο λογοτέχνη από την Κύπρο Γιώργο Μολέσκη. Ο καλεσμένος μου σπούδασε στη Λευκωσία και στη Μόσχα. Έχει εκδώσει δεκατρείς ποιητικές συλλογές, δυο συγκεντρωτικούς τόμους ποιημάτων, τρία βιβλία πεζογραφίας και πέντε βιβλία με μεταφράσεις ποίησης από τα ρωσικά και τα αγγλικά. Εφτά βιβλία του μεταφράστηκαν και κυκλοφόρησαν σε έξι χώρες. Έχουν δημοσιευθεί μελέτες και δοκίμιά του για τη λογοτεχνία. Τιμήθηκε με σημαντικότατα βραβεία ποίησης. Η ποίησή του είναι αφηγηματική, κοινωνική και στοχαστική. Ο λόγος του είναι σμιλεμένος, πολύχρωμος, γλαφυρός. Η ματιά του, ευαίσθητη και διεισδυτική, βυθοσκοπεί την πραγματικότητα και συγκινεί τον αναγνώστη. Εμπνέεται από την ιστορία και τις πληγές της, τη μυθολογία, την τέχνη, τα αδιέξοδα του σημερινού ανθρώπου. Θ'απολαύσουμε δέκα ΘΑΥΜΑΣΙΑ ποιήματά του!

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΠΕΡΑΣΤΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ», 1984

ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Πονά η μνήμη στο κάθε σου άγγιγμα
που έρχεται ν’ αναστήσει το χαμένο σπίτι,
την αυλή με το νεκρό σκύλο,
τα βράδια τα γεμάτα με θανάτους
και τις φωνές που σπάζανε
τα πιάτα και τα γυαλικά μέσα στο σπίτι.

Πονά η μνήμη που αποζήτησε τη λήθη
οξειδωμένη σαν την παλιά λακάτη πάνω στο άδειο πηγάδι
ανάμεσα στ’ αγριόχορτα και τις ξερές συκομουριές.
Τι θέλεις και την σπρώχνεις ανελέητα
όταν μουγκρίζει σαν τροχός χρόνια ακίνητος
πάνω στον άξονά του οξειδωμένος;…

Θ' αντλήσει το νερό που πίνεις και θυμάσαι,
το νερό που καταλάγιασαν μέσα του
τόσες και τόσες ιστορίες.
Και δεν υπάρχει πια φυγή ούτε λήθη,
όπως όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι
και πάνω στη φωτιά το λάδι εχύθη.

ΑΡΧΑΙΕΣ ΠΕΤΡΕΣ

Κάθομαι και συνομιλώ με τους αδελφούς μου
πάνω σε πέτρες που μας ’ξεραν από παιδιά.
Προσπαθούμε να θυμηθούμε
τα όσα έγιναν στους αιώνες του χωρισμού μας,
τι γνώρισε ο καθένας, τι έζησε και τι ονειρεύτηκε,
να γεμίσουμε το κενό και να σμίξουμε ξανά.

Κάποτε πέφτει σκοτάδι στη μνήμη σαν αυλαία
και σταματά την πράξη,
ένα ποτάμι περνά και μας χωρίζει.
Παύουμε ν’ αναγνωριζόμαστε, μιλούμε άλλες γλώσσες.

Μα έρχονται τούτες οι πέτρες
οι πελεκημένες στα μέτρα των χεριών και του σώματός μας,
οι δουλεμένες στα μέτρα της ψυχής και της γλώσσας μας,
έρχονται οι πέτρες αυτές και μας αναγνωρίζουν.

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ», 1990

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΠΙΤΙ

Τώρα πια έχουν αλλάξει τόσα πολλά,
μετατοπίστηκαν τα οπτικά σημεία,
μεταβλήθηκαν οι προοπτικές.
Το σπίτι στέκει ή δε στέκει,
άντεξε τις βροχές του περασμένου χειμώνα ή υποχώρησε;

Σαλεύει σαν κουρτίνα στη μνήμη και διαθλάται
όλη εκείνη η σειρά των γεγονότων:
πότε και ποιος μπήκε και βγήκε,
πότε και με ποια σειρά γεννηθήκαν τα παιδιά,
πότε πέρασε ο θάνατος…

Εκείνο που μένει πάντα και με βασανίζει πιο πολύ
είναι το πόσο δύσκολα μεγάλωναν όλα και όλοι.
Το χειμώνα σφύριζε ο αγέρας μέσα από τις τρύπιες πόρτες και τα παράθυρα,
έμπαινε η βροχή, η αστραπή και η βροντή από τις ίδιες τρύπες.
Τις κλείναμε, πότε με κουρέλια και πότε με χαρτιά.
Έμπαινε και το κρύο και μας πάγωνε τα κόκκαλα προχωρώντας
ως μέσα στον ύπνο μας.

Κάποτε τέτοιες νύχτες γυρίζανε μέσα στο σπίτι
τα κλάματα και οι φωνές σαν τα φαντάσματα.
Το μίσος μας άλλαξε θέση με τον οίκτο:
μάνα-πατέρας, πατέρας-μάνα… Ποιος φταίει;
Με την επίμονη άρνηση του Θεού, την απουσία του.

Τα καλοκαίρια στέγνωνε η γη κι έσχιζε όπως το σώμα μας.
Καίγανε όλα: οι πέτρες κάτω απ’ τα γυμνά πόδια,
τα δέντρα, το χώμα, το νερό.
Ό, τι πείσμωνε να μεγαλώσει σερνότανε αργά
σαν το φίδι μέσα στο οργωμένο χωράφι.

Ο χρόνος ο ίδιος σερνότανε αργά
και δεν έλεγε να βιαστεί να μεγαλώσουμε,
να δυναμώσουν τα χέρια και τα πόδια μας,
να δυναμώσει η ψυχή μας
και να πάμε στο δρόμο των ονείρων μας.

1990

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ», 1998

ΑΝΑΜΟΝΗ ΒΡΟΧΗΣ

Περιμένουμε τη βροχή. Χρόνια περιμένουμε
κοιτάζοντας τον άδειο ουρανό.
Σκόνη σκέπασε τον κόσμο,
τα φύλλα χάσανε το χρώμα τους.
Άτροφη μήτρα η γη προσμένει τον οργασμό.
Ως κι ο ήλιος θέλει να πλυθεί.

Τούτη η αναβροχιά κάθεται στην ψυχή μας
και τη σκεπάζει όπως η σκόνη τις αρχαίες πέτρες
που καίγονται άπλυτες στον ήλιο.
Η ψυχή μας κατάντησε κι αυτή
ένα αρχαίο μωσαϊκό σκεπασμένο από τη σκόνη.

Περιμένουμε τη βροχή να μας καθαρίσει,
να βρούμε το χρώμα μας,
αυτή τη λάμψη που φυλακίστηκε μέσα μας,
το φως
που γεννιέται από τις πέτρες και το χώμα μας.

1998

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ». 2001

ΡΟΔΑ ΑΜΑΡΑΝΤΑ

Μόνο το πνεύμα μπορεί να γεννήσει ρόδα αμάραντα
και η τέχνη να πλάσει το τελειωμένο.
Με όλα τα συν και τα πλην της ιστορίας
και της ψυχής του ανθρώπου
διευρύνονται ολοένα οι στίχοι του Ομήρου,
τα μάρμαρα του Μιχαήλ Αγγέλου
και το γκρίζο του Θεοτοκόπουλου.

Μόνο πράγματα ανώφελα από τη μεριά του υλικού κόσμου
μπορούν να παραμένουν τα ίδια και να αλλάζουν
ανάλογα με τη θέση που βρίσκεσαι και το χρόνο,
την αγωνία της ψυχής και την προέκταση του μυαλού
και μονάχα πρόσθεση και πολλαπλασιασμό επιδέχονται.

Όλα τα άλλα ξεπέφτουνε συχνά στο πλην
και στη διαίρεση, γίνονται στάδια μεταβατικά
για την κατασκευή του εγκλήματος.

Αν υπάρχει ελπίδα κάτι να σωθεί στο τέλος
είναι η ψυχή κι αυτά τα ανώφελα κατά τα άλλα πράγματα
που είναι το ψωμί της, το νερό της και το μέλι της.

Η ΘΡΕΠΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Και ο φωναχτός ανθός της μηλιάς και ο σιωπηλός του σταχυού
μετατρέπουν την ωριμότητά τους σε σώμα και σε πνεύμα.
Τα σοφά και τα τρελά που του συμβαίνουν
σε στίχους τα μετατρέπει ο ποιητής
για να ’ναι η ποίηση μήλο και σιτάρι και σταφύλι
να ’ναι ψωμί και κρασί και το θαύμα που τα αυξάνει.

Από όνειρο σε όνειρο διευρύνεται ο κόσμος.
Και χρειάζεται ένα όνειρο βαθύ σα ζωγραφιά και σαν ποίηση
για ν' αποκτήσει χρώμα το άχρωμο και νόημα το αμίλητο.

Το φως στους πίνακες του Βαν Γκογκ
είναι τόσο θρεπτικό όσο και το σιτάρι
και το μήλο του Σεζάν είναι σαν το ουσιαστικό
που σημαίνει όλα τα μήλα του κόσμου και κάτι παραπάνω.

Αυτό το κάτι παραπάνω είναι το όνειρο
που μέσα του μπορείς να μπαίνεις και να βγαίνεις
όπως μέσα στη θάλασσα
κι όλο να ανακαλύπτεις το πολύπλευρο
και το ατελεύτητο του κόσμου.

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΩΝ ΔΙΔΥΜΩΝ

Η αλήθεια δεν είναι ευθεία γραμμή, ούτε και το ψέμα,
έχουν και τα δυο ένα κοίλο. Μέσα στο κοίλο της αλήθειας
εισχωρεί το ψέμα και μέσα στο κοίλο του ψέματος
εισχωρεί η αλήθεια και αλληλοεφάπτονται. Έτσι
μέσα στην ομορφιά εισχωρεί η ασχήμια
και μέσα στην ασχήμια η ομορφιά,
όπως στο κέρδος εισχωρεί η ζημιά
και στη ζημιά το κέρδος.

Όλα παίζουν ένα παιχνίδι, ο πιστός και ο άπιστος,
ο νόμος και η παρανομία, ο εγκληματίας
και ο διώκτης του. Έτσι καθώς εφάπτονται διαρκώς
το ένα μέσα στο άλλο λίγο εισχωρεί,
το ένα από το άλλο λίγο χωματίζεται.

Μετά που είδαμε ν’ ανάβουν οι φούρνοι για ανθρώπους
και τις βόμβες να πέφτουν μέσα στο πλήθος
χάσαμε τη γραμμή που ορίζει το συν και το πλην,
το μπροστά και το πίσω.

Κάθε φορά μέσα απ’ τη λάσπη περιμαζεύουμε τον άγγελο,
τον πλένουμε και τον χάνουμε. Όλο και ψάχνουμε
να βρούμε να ακολουθεί πορεία ανόδου είτε πτώσης,
πόσα κέρδισε στην πάλη με το σατανά και πόσα έχασε,
τι σατανικό πήρε και τι αγγελικό έδωσε
σε τούτο το παιχνίδι των διδύμων.

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΜΕΣ ΣΤΗ ΡΟΗ», 2009

ΜΗΝ ΤΑ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙΤΕ

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που ταξιδεύουνε με τη σοφία αστροναύτη
και σχηματίζουν νι κι ευθείες γραμμές
και άλλα σχήματα αρμονικά στην κίνηση,

αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που πρώτα γνώρισαν την αρμονία
και την ενότητα του κόσμου,
πώς ο χρόνος κυλά μέσα στο σύμπαν
και παίρνει και φέρνει τη ζωή,

αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που έρχονται να πιουν νερό
και να γευτούν πράσινο χόρτο,
ξέρουν να φέρνουν με τον ερχομό τους
λίγη χαρά και λίγη θλίψη
να δίνουμε με το φευγιό τους
υπογραμμίζοντας το πέρασμα του χρόνου.

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
κινούν το χρόνο και τις εποχές
κινούν τη γη, ομορφαίνουν τη ζωή
και ξυπνούνε την κυνηγημένη ελπίδα.

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
μην τα πυροβολείτε.

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ», 2014

Η ΘΛΙΨΗ ΣΤΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΟΛΕΙΣ

Με πιάνει μια θλίψη στις μεγάλες πόλεις
που κολλά σαν κρύο ρούχο πάνω στην ψυχή μου.
Η θλίψη αυτή παραμονεύει στις πλατείες,
στους κεντρικούς δρόμους και στις αλέες,
εκεί όπου οι ζητιάνοι αγωνίζονται για μια δεκάρα,
δεξιοτέχνες πλανόδιοι μουσικοί δίνουνε συναυλίες
και στέκουνε πάνω στα βάθρα τους
άνθρωποι ντυμένοι και βαμμένοι αγάλματα
ακίνητοι στη ζέστη και στο κρύο.

– ένας μοναχικός μουσικός στη Βαρκελώνη
έπαιζε τόσο επιδέξια κι ωραία το παντόνιον,
που θα μπορούσε να παίξει και ως σολίστ
και με τη συμφωνική μας ορχήστρα –.

Η θλίψη μου γίνεται μεγαλύτερη το δείλι
όταν κοιτάζω νέους ανθρώπους
– λευκούς, κίτρινους, μαύρους –
να κάθονται ο ένας πλάι στον άλλο
πάνω στα μοναχικά παγκάκια,
να σιωπούν και να κοιτάζουν στο κενό,
είτε μέσα στην ίδια τους τη μοίρα.

Πού θα κουρνιάσουν όλοι αυτοί το βράδυ;

Να 'ταν οι άνθρωποι πουλιά
θα γνώριζαν αποδημώντας
πού είναι ο καιρός ζεστός
και πού είναι τα λιβάδια ανθισμένα.
Όμως κανένας δε γνωρίζει.
Και η περιστροφή της γης επιταχύνθηκε τόσο πολύ
που θα μας αναμείξει όλους
και θα μας μάθει, όσο κι αν αντιστεκόμαστε,
πως τίποτε δεν είναι οριστικά δικό μας.

Μόνο η θλίψη αυτή, που την περιφέρω όλη μέρα
μέσα στις μεγάλες πόλεις είναι όλη δική μου.

Και καθώς γυρίζω στο ξενοδοχείο μου το βράδυ
κι η μελωδία μιας μπάντας πλανόδιων μουσικών
συνοδεύει τα μοναχικά μου βήματα,
τότε η πόλη γίνεται πιο ξένη
και νιώθω να κρυώνω!...

Μάρτιος 2011

Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Ο Ηράκλειτος στάθηκε πάνω από το ποτάμι
και κοίταξε τον εαυτό του στο νερό.
Ύστερα σήκωσε το βλέμμα του στον ήλιο
και σκέφτηκε τις μέρες της ζωής του πέρασαν
κι αυτές που θα ακολουθούσαν…
Καμιά δεν ήταν και δεν θα ’ναι
όμοια με την άλλη, σκέφτηκε.

Όταν ξανακοίταξε στο ποτάμι
είδε τον εαυτό του διαφορετικό.

Κοίταξε πίσω στα χρόνια που πέρασαν:
είδε τον Προμηθέα καρφωμένο πάνω στο βράχο
και τον αετό του Δία να επανέρχεται
και να του τρώει τα σπλάχνα
κάθε φορά διαφορετικός.
Κοίταξε στο βάθος των ερχομένων ημερών
Και είδε το γιο ενός άλλου θεού πάνω στο σταυρό
και τους σταυρωτές του μέσα στους αιώνες
κάθε φορά διαφορετικούς.

Άκουσε πολέμους να ξεσπούν
για δόγματα και για θεούς και για θρησκείες
σάμπως να μην υπήρχε χώρος για όλους.

Διάβασε σ’ ένα μελλοντικό φύλλο ιστορίας
το δόγμα για τα τελευταία που έσονται πρότερα,
δικαιώνουν φονιάδες και διαγράφουν αγίους και ήρωες.

Μες στη ροή του χρόνου
είδε τον κόσμο ν’ αλλάζει διαρκώς και τίποτε,
μήτε το καλό μήτε το κακό,
ούτε ο πόλεμος, μήτε το φονικό,
ούτε το δίκαιο, μήτε η ελευθερία
να μην είναι ποτέ τα ίδια,

Όλα έτσι θα συνεχίσουν, σκέφτηκε,
μέχρι το τέλος. Τίποτε δε θα διδαχτούν οι άνθρωποι.
Βλέπω κιόλας να επιστρατεύουν
καινούργιες δικαιολογίες για το φόνο,
καινούργιες αφορμές για την καταστροφή.

Αυτός ο κόσμος που αλλάζει κάθε μέρα
δεν αλλάζει ποτέ….

2013

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε το 1946. Φοίτησε στο Αγγλικό Κολλέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Μόσχας – Λομονόσοφ. Εργάστηκε στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού και στο Ίδρυμα Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου. Διετέλεσε πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας, της Εθνικής Επιτροπής Κύπρου για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας και της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου. Δημοσίευσε μελέτες και δοκίμια για τη λογοτεχνία και εξέδωσε δεκατρείς ποιητικές συλλογές και δυο συγκεντρωτικούς τόμους ποιημάτων, τρία βιβλία πεζογραφίας και πέντε βιβλία με μεταφράσεις ποίησης από τη ρωσική και την αγγλική γλώσσα. Εφτά βιβλία του μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν στη Γαλλία, Ιταλία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία και Αλβανία. Τιμήθηκε με Κρατικό έπαινο και Κρατικό βραβείο ποίησης, με το Μετάλλιο Πούσκιν της Ένωσης Ρώσων Συγγραφέων και με το Βραβείο Γ.Φ. Πιερίδης της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου. Είναι Επίτιμο Μέλος της Κρατικής Ακαδημίας Σλαβικού Πολιτισμού της Ρωσικής Ομοσπονδίας, της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου και του Συνδέσμου Πλουτισμού Ελλάδας Κύπρου.

 

 

Έννεπε Μούσα, Ιστότοπος ποίησης και μουσικής