Δέκα ποιήματα του Βαγγέλη Τασιόπουλου

Δέκα ποιήματα του Βαγγέλη Τασιόπουλου

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" υποδέχομαι τον λογοτέχνη Βαγγέλη Τασιόπουλο. Ο καλεσμένος μου γεννήθηκε στον Μελιγαλά της Μεσσηνίας και διαμένει στη Θεσσαλονίκη. Έχει σπουδάσει Παιδαγωγικά, Ειδική Αγωγή και Ελληνικό Πολιτισμό. Έχει εκδώσει οκτώ ποιητικές συλλογές και εννέα βιβλία για παιδιά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε τέσσερις γλώσσες κι έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Είναι πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Η ποίησή του είναι αφηγηματική, λυρική, στοχαστική. Ο λόγος του είναι λαξεμένος, πολύχρωμος, παραστατικός. Εμπνέεται από την καθημερινότητα, τα αγκάθια της κοινωνίας, τη μυθολογία. Θα δούμε δέκα υπέροχα ποιήματά του!

Πατησίων

Σε περπατούσα
μες στη βροχή δεχόμουν τα ραπίσματα
των ανθρώπων σου
Γύρευα τη στροφή
να σε αφήσω
και δεν έλεγες να τελειώσεις
Μου χαμογελούσες
κι ήταν η βροχή σου θάνατος

Κρυώνω τσιμεντένιε οχετέ
διώξε με άδειασέ με
με την οργή και τη θλίψη
που κρύβεις στα σπλάχνα σου.

Από τη συλλογή Η εποχή της Άνοιξης (1983)

Κόκκινα παιδιά

Η τάξη μου έχει χρόνια κόκκινες
κουρτίνες
ξεθωριασμένες σαν το παρελθόν
του ήλιου
μ’ όλους τους τόνους της γραμματικής
και τα σημεία

Κάθε πρωί ο ήλιος κατεβάζει ένα
διάλειμμα
στις χούφτες των παιδιών μου
κι αστράφτουν μπάλες ολοκαίνουριες
τα μάτια τους
Ύστερα χτυπά το χρώμα τα μαλλιά τους
πηδούν σ’ ακίνητα πλακόστρωτα
με το μολύβι ξίφος
έτσι να κόβουν όπου βρουν
όλους τους γόρδιους δεσμούς
και τους θανάτους

Μέχρι που νιώθω πως καμιά φορά
θα πιάσουν μέσα μου λιμάνι
θα βγουν μεσάνυχτα στις φλέβες μου
μονόφθαλμοι κουρσάροι.

Από τη συλλογή Το νέον της οδού (1987)

Λήξη προθεσμίας πληρωμής

Στο σχήμα της ζωής ένα απέριττο μυστήριο ταξιδεύει
γι’ αυτούς που αγαπούν το αμάλγαμα του πόθου
είναι σκιά
στην αγωνία τους η οδύνη
γιατί ξέρουν:
τη συστολή πριν απ’ τον θάνατο
ο έρωτας μονάχα σ’ τη μαθαίνει

και δεν αρκεί το χέρι να κρατάς του πικραμένου
να δίνεις την ψυχή του σ’ έναν ύφαλο
κι αυτός στη μνήμη να επιστρέφει
πάντα

σάρκα το αίμα του Θεού
η αμοιβή

για όσα ο αίολος σχεδίασε κι αφάνισε
ο μίσχος κι ο μοιχός του χρόνου
άνθρωπος.

Από τη συλλογή Το δάκρυ του Πολύφημου (1992)

Τα κενά

Είναι τα κενά ένα δελτίο σιωπής
μία παρένθεση
στον σεβασμό αυτών που υψιπετούν
αόριστο διάνυσμα και χτύπος
όπως το μέγεθος του ουρανού
η οιμωγή και το παράθυρο του ξεχασμένου

απόψε
κι αν μετρηθείς με τον ζυγό ή τη στάχτη
θα σε κουρσέψουν τα παράσιτα του χτες
χρώματα κι αειθαλή αετώματα
στο λίκνο που μεγάλωσες:
δεν έτρεξες δεν πάλεψες
έχασε μ’ ένα λόγο –
τραβά ο αρκουδιάρης τον χαλκά
και στ’ όνειρό σου περπατά ο Παλαιολόγος

–ήτανε όμορφες οι μέρες εκεί–

κάθε φορά που ο λίβας έσερνε το ήθος της ερήμου
πυρακτωμένη η ελιά έγερνε
τόσο βαθιά που έβλεπες το αίμα,
τις δράκαινες,
τους σταυραετούς,
τις λυγερές φελάχες να δροσίζουν τον Σιμούν και τη Μαρία

–ήτανε όμορφα εκεί–

ως την πυρίτιδα έφταναν τα σύνορα
δεν είχε, όπως δεν έχει έδαφος
απόψε.

Από τη συλλογή Η μνήμη της σιωπής (1995)

Εκείνο που γυρίζει πάντα στο διαθέσιμο της μοίρας μας

... δεν ήξερε αν η παράσταση
ήταν του καιρού η αγωνία ή το πείραμα
που θα διαδεχόταν τη μικρή του περιπέτεια

όταν κοιτούσε την Ελένη έκλαιγε
το παραμύθι τού γεννούσε άλλες μνήμες

η Τροία που αγάπησε παράφορα
ήταν σημάδι του ανέμου
δίφθογγος δίχως ουσία.

Από τη συλλογή Η μνήμη της σιωπής (1995)

Η ρητορική των αναμνήσεων

γ'

συλλαβιστά επιστρέφουν τις λέξεις τα πουλιά. ό,τι τους πεις το υπερασπίζονται
νομίζεις. ασπάζονται τη γη κι απολαμβάνουνε το ύψος. δίχως καθόλου έπαρση συνήθως
λείπουν. και μένουν τα σπίτια αδειανά χωρίς προστάτες. οι λέξεις τότε
αναθυμιάζουν.
αναζητούν παντού τα σάπια τους κομμάτια οι συνεργοί, οι σύζυγοι κι οι ακροβάτες.
μέσα στον πανικό τους στήνουν παγίδες, επικηρύσσονται οι ένοχοι. πολεμικά
ανακοινωθέντα τρομοκρατούν τις πολιτείες. κι οι άνθρωποι, οι άνθρωποι πιο τίποτα
ζηλεύουν και φοβούνται. τις λέξεις όμως τις περιφέρουν τα πουλιά. συλλαβιστά ως
είθισται τις επιστρέφουν όταν.

Από τη συλλογή Γράνα (2007)

Οι μπαλάντες των εύχρηστων πραγμάτων

Εύκολα λες ειδήσεις για τα πράγματα
μιλάς για την ποιότητα των υλικών
τις επιστρώσεις του μετάλλου
το άχρηστο μέρος των αισθήσεων.
Η αδεξιότητά σου φυσικά περιορίζεται
σε κάθε απόπειρα του νου να φανταστεί
και μένει αξόδευτη
ώσπου να τρέξουν τα φουγάρα μαύρη λάσπη
κι οι εορτοφόροι αθίγγανοι
να υποψιαστούν της ιστορίας το τέλος.
Έτσι λοιπόν
τις μέρες που ξεχνούσανε τα σύννεφα
οι σαλτιμπάγκοι αρπάζαν τα σκοινιά
κι ασκούνταν στη σιωπή
ανέβαιναν τις κλίμακες της μουσικής
με τις μπαλάντες τους
αντάλλασσαν οιμωγές και χάχανα ενίοτε.
Το πλήθος τους επευφημούσε –πόσο κοντά
η χαρά κι ο θάνατος–
όσα σκαρφίζονταν παράτολμα για λίγη δόξα.
Ύστερα τρύπωναν στα σπίτια τους
έπαιρναν θέση στο τραπέζι και πριν αρχίσει καν
η προσευχή αποκαλύπτονταν.
Ρουφούσαν το κρασί των θεατών τους
κατασπάραζαν τα πλούσια ελέη τους
μοιράζονταν τον πλούτο τους για λίγο κίνδυνο.
Ικανοποίηση πουλούσαν ακριβά
στο αποτρόπαιο μέλλον τους
με βασκανίες και θαύματα
κέρδιζαν το ψωμί τους.
Ήξεραν πια οι προμηθευτές
πως ό,τι ζητήσουν θες από φόβο
θες από ντροπή θα τους το δώσουν.
Θλιμμένοι αστακοί οι ονειροβάτες
δόξαζαν πάντοτε την ευτυχία της στιγμής,
κυρίως για τους άλλους,
εφόδιό τους η ηδονή
σε ό,τι αντίκειται στη φύση των πραγμάτων.

Από τη συλλογή Οι μπαλάντες των εύχρηστων πραγμάτων (2017)

Από το ημερολόγιο του Ασίμ

…ἀπό τίς μέρες μου διαλέγω ἐκεῖνες πού χωρέσανε κι οἱ ἄλλοι,
τά μεγάλα παζάρια τίς πολύχρωμες ἀμφικτυονίες
ὅπου χαράζανε οἱ στιγμές τοῦ ἥλιου,
ἀναλογίες καί κυήσεις χρώματα ἐργαλεῖα κι ἀποχρώσεις.
Ἀποχρώσεις κυρίως.
Ἀφοῦ ἡ θάλασσα, μακρινός προορισμός κρατοῦσε ἀπόσταση
ἀπό ἐμᾶς τούς γηγενεῖς τούς πρόθυμους καί τίς αἰτίες της.
Ὅσο διαρκοῦσαν οἱ ἐχθροί μέναμε ἥσυχοι, ἀκολουθούσαμε
τό ἐμβατήριο, ἴδιο πάντα γιά τόν ἀπαραίτητο ἐνθουσιασμό
κι ἔπειτα φυτεύαμε, πουλούσαμε, λατρεύαμε… καρατομούσαμε
κατ’ ἀνάγκη τίς ὁμιλίες μας.
Δέν εἴχαμε προθέσεις ἀσαφεῖς καί ὄνειρα ἐπιλήψιμα, δηλώναμε
τήν ἀδυναμία μας κι ὅταν κάτι ξεχωριστό προέκυπτε, φυγόδικοι
στήν ἀνατολή καρτερικά ὑπομέναμε τούς ἄλλους.
Ἔτσι μάθαμε. Σπουδάσαμε τήν ἀναφυλαξία καί τήν ὑποταγή.
Ἦταν ἀσφαλῶς ἕνας τρόπος νά ἐνθουσιαστοῦμε,
προϋπόθεση ἀπαραίτητη γιά τά περαιτέρω.
Γι’ αὐτό σιγουρέψαμε στόν κόρφο τό γαλάζιο
ἀποχρωματίσαμε τίς μυρωδιές τῶν λουλουδιῶν
ταπεινωθήκαμε ρημάζοντας τό χῶμα
ἐγγυηθήκαμε τήν ἀμβροσία κι ὑποτιμήσαμε τό γυμνό κορμί
τήν εὐτυχία τοῦ νοῦ καί τή σαγήνη τοῦ ἔρωτα,
ἤ τί θά πεῖ ὀμορφιά μές στά χαλάσματα.
Ξέρω πώς θά ζητήσεις κάποτε ἐξηγήσεις
θά ἀπαιτήσεις τήν ἀλήθεια κι ἐγώ θά ἔχω μονάχα
ἕνα κίβδηλο ἀνθρωπάκι νά σοῦ δώσω
κάτω ἀπό τόν ἥλιο τόν καυτό
πού θά μετεωρίζεται ἀνάμεσά μας.
Θά ἐξαργυρώνεις τά κρίματά μου ἕνα ἕνα στούς ἄλλους
πού πανηγυρίζουνε στίς ἀγορές ἀλαλάζοντες καί ὁπλοφόροι.
Στῶν γυναικῶν τά ἀπελεύθερα στήθη θά ἐπιτηρεῖς
τήν προσδοκία τῆς ἄνοιξης.
Δέν ξέρω ἄν ἔπραξα σωστά,
ἄν ἡ ἀποστολή μου ἀπέδωσε τ’ ἀναμενόμενα.
Πάντως τό τρένο πού μέ ἀφορᾶ σχίζει μέ βία τήν ὁμίχλη,
ἀκούω βήματα, ἀδυνατῶ νά ξεχωρίσω λέξεις
καί τό μουντό νά ξέρεις ἔχει κι αὐτό θαυμάσιες ἀποχρώσεις.
Ὅμως ἦρθε ἡ ὥρα μου νά ἀποβιβαστῶ,
ἐδῶ οἱ σταθμοί σάν ἐπιβάτες συνωστίζονται στό πλῆθος
ἡ γκρίζα σκόνη τούς βοηθᾶ νά ξεχωρίζουν
κι ἄς μή μιλᾶμε γιά τόν ἥλιο
σάν φρύγανο καίγεται ψηλά,
ἔτσι γιά νά ὑπάρχει…

Από τη συλλογή Ἀχερουσία ἡ θάλασσα (2019)

Το γράμμα

«Μὴ ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου εἴδετε;»
ᾎσμα ᾀσμάτων

Τό γράμμα ἔφτασε ἀσυνόδευτο ἀλλά
στήν ἀπέναντι ἀκτή δέν βρῆκε παραλῆπτες
−πῶς νά ἐμπιστευτεῖς τόν ἔρωτα σέ ξένους.
Ξεχείλισε ἀπό τό σωσίβιο
νά βγεῖ νωρίτερα στήν ξέρα
ψυχή σταλμένη στό χαμό
γιά νά διαδώσει τό προνόμιο τοῦ θεοῦ
ἐφόδιο στά κάτεργα
παρηγοριά στό παραμύθι τοῦ Μιλήσιου
τόσο κοντά ὁ κόσμος μας,
δυό ποταμοί καί δύο θάλασσες,
τί εἶναι νά φτάσει τό γράμμα ἀσυνόδευτο;
«…ἀγαπημένη μου…»
Κρατώντας τό πολύτιμο εὕρημα ὁ ψαράς
εὐλαβικά στήν τσέπη τό ἀσφαλίζει
συλλαβίζει τά κύματα ὑπολογίζει τό θυμό τους
σταυρώνει ἔπειτα τά χέρια καί δακρύζει
ψάχνει ψηλά γιά τό θεό
−οὔτε κι ἐσύ θά τό ’θελες…
ἑωθινό ἀνάγνωσμα
μές στή χερσαία λήθη.

Από τη συλλογή Ἀχερουσία ἡ θάλασσα (2019)

Ο κόσμος της ασύχναστης πλατείας

Τα ζωηρά παιχνίδια έχουν πάψει από καιρό
παραμένουν όμως κάποια εντόσθια
περιορισμού κατ’ οίκον,
γύρω τα μπαλκόνια με τα πλαστικά
καμένες καρέκλες απ’ τον ήλιο
και το φλιτζάνι ασπαργάνωτο να προστατεύει
το ξεραμένο κατακάθι.
Η μπάλα πλαστική ξεφούσκωτη
με ίχνη ακόμη από την επιδέξια λαβή
του τελευταίου γκολκίπερ.
Τα τρωκτικά επιδίδονται σ’ εκκαθαρίσεις.
Αφίσες κι ευτελή υλικά σκουντιούνται
στο ανεπαίσθητο φύσημα του ανέμου:

Οι ήρωες πεθαίνουν στα αζήτητα κι εσύ
ναυλώνεις φέρετρα για τους υποταγμένους.
Μιλάς, προσεύχεσαι κι απολαμβάνεις
τη ζωή περίλυπος έως θανάτου.
Πώς ακροβολίζουν τη σιωπή; αναρωτιέσαι.
Κι ύστερα, πλησιάζουν οι έφηβοι
κραδαίνοντας κλειδιά
‒λίγος ιδρώτας, παλμοί αυξημένοι
η φωτιά να κατατρώει το τσιγάρο•
μ’ απίστευτη ταχύτητα κονταίνει η νύχτα
ο πειρασμός πληγή
και το καράβι αρόδου.

Το τέρμα ήταν εδώ –δυο πέτρες– χαμήλωνες το βλέμμα
δεχόσουν τις υπερβολές
στη νοητή γραμμή εθιζόσουνα στις ήττες,
παράτολμα ανοίγματα και ντρίπλες
αγνοούσες.

Όσο βραδιάζει μαθαίνεις περισσότερα για εκείνο τον καιρό:
Πώς άδειασε η πλατεία; Πού πήγαν τα παιδιά;
Γιατί κανείς δε σκέφτηκε τις πέτρες, ή να φυλάξει έστω,
τη νοητή γραμμή;

Από τη συλλογή Τα αδέσποτα της νοητής γραμμής (2019)

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Βαγγέλης Τασιόπουλος γεννήθηκε στον Μελιγαλά της Μεσσηνίας το 1959. Σπούδασε Παιδαγωγικά, Ειδική Αγωγή και Ελληνικό Πολιτισμό. Δημοσίευσε ποιήματα, δοκίμια, μελέτες, επιστημονικά άρθρα, καθώς και βιβλία για παιδιά. (Έχουν εκδοθεί έως τώρα οκτώ ποιητικές συλλογές και εννέα βιβλία για παιδιά). Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Αγγλικά, Σλαβομακεδονικά, Ιταλικά, Ισπανικά και έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Πρόσφατα εκλέχτηκε πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.