Δέκα ποιήματα του Αντώνη Μικέλη

Δέκα ποιήματα του Αντώνη Μικέλη

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" έχω προσκαλέσει τον ποιητή Αντώνη Μικέλη. Ο καλεσμένος μου γεννήθηκε στο Ξηροχώρι Ηλείας, σπούδασε στη σχολή Εμποροπλοιάρχων Ύδρας κι εργάστηκε ως καπετάνιος. Έχει στο ενεργητικό του τέσσερις ποιητικές συλλογές. Μεμονωμένα ποιήματά του, αλλά και ποιητικές συλλογές έχουν βραβευθεί σε σημαντικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Έργα του έχουν φιλοξενηθεί σε ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά. Η ποίησή του είναι αφηγηματική, βιωματική, λυρική. Ο λόγος του είναι σμιλεμένος, γλαφυρός, ζωντανός, ευθύβολος. Εκφράζεται σε παραδοσιακό έμμετρο ομοιοκατάληκτο στίχο με άρτια τεχνική. Εμπνέεται από τη λατρεμένη του θάλασσα που γι' αυτόν είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Οι χαρές κι οι πίκρες, η καθημερινότητα που κυλά, οι έρωτες, τα όνειρα και τα ιδανικά, όλα περικλείονται μέσα στον γαλάζιο μανδύα της. Πλάθονται μέσω της επιδέξιας πένας του και χορεύουν πάνω στο χαρτί. Θα ταξιδέψουμε με δέκα υπέροχα ποιήματά του!

ΜΕ ΕΝΑ ΤΣΙΓΑΡΟ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ

Εκεί ψηλά στη γέφυρα η νύχτα σαν απλώνει,
το μαύρο πέπλο της, κι εγώ, με χέρια μουδιασμένα,
μ’ ένα τσιγάρο συντροφιά γυρίζω το τιμόνι,
χωρίς κουβέντα κανενός, τα μάτια στυλωμένα,

στο σκότος το απέραντο, εκεί που ο ήλιος σβήνει
εκεί που πέφτει ο ουρανός, τα μάτια προσηλώνω
στο αχανές το πέλαγος και σκέπτομαι εκείνη,
με τι καρδιά θε να βαστά του χωρισμού τον πόνο.

Τρέχει το δάκρυ το καυτό όταν με πόνο κλαίω,
και τους καημούς της μοναξιάς, χωρίς να φανερώνω
τους πνίγω με παράπονο και τίποτα δεν λέω,
μες στου τσιγάρου τον καπνό τριγύρω που απλώνω.

Στο πέλαγος τούτο της σιωπής οι σκέψεις αρμενίζουν,
και να μετρούν τις λιγοστές χαρές που έχουν νιώσει,
τα μάτια κλείνουν απαλά σαν πού και πού δακρύζουν,
σαν τρέχει ο νους μες στη νυχτιά για να σε ανταμώσει.

ΕΡΙΝΥΕΣ

Σιωπή και μαύρη σκοτεινιά σαν πέφτει κάθε βράδυ,
στο πέλαγος της ερημιάς και απεραντοσύνης,
ανατριχίλα στην ψυχή σου φέρνει το σκοτάδι,
ζητάς τα έργα της ντροπής, του λιμανιού να πλύνεις.

Τον ήχο της ανάσας σου, κοιτάζεις για να κρύψεις,
κι η ομορφιά του φεγγαριού ακόμα σε πειράζει,
τα χέρια σου που μόλυνες, στο πόρτο, θες να νίψεις,
για να σου φύγει ο καημός, σου φύγει το μαράζι.

Ο νους σου πάλι αμαρτωλά, γυρίζει στη Μανίλα,
κι εκεί σε μέρη ξωτικά τον στέλνεις να πλανιέται,
η σιωπασιά της γέφυρας σου φέρνει ανατριχίλα,
και μοναχά το τρίξιμο του τιμονιού γροικιέται,

σαν φέρνει ο ναύτης τη στροφή το πλοίο να γυρίσει,
-και η σιωπή πιο βαρετή κι απ’ τον βαρύ κυκλώνα,-
στη ρότα την κανονική κι εκεί να σταματήσει,
πιστός εις το καθήκον του και στον σκληρό αγώνα.

Εις τις βαρδιόλες σκεφτικός ζερβόδεξια πηγαίνεις,
με το τσιμπούκι σταθερά, στα δόντια μαγκωμένο,
μα φτύνεις και τη θάλασσα κι από ψηλά της κραίνεις,
-λύτρωσε σε παρακαλώ κι εμέ τον σκλαβωμένο-.

Και προσπαθείς με τον καπνό, σαν μήνυμα με πίστη,
να στείλεις μεσοπέλαγα, στης γης την άλλη άκρη,
πως ήτανε περαστικό, εχάθηκε κι εσβήστη,
το πήρε η θάλασσα μακριά, το ξέπλυνε το δάκρυ.

Μα ο καπνός διαλύεται, ευθύς σαν ξεμπουκάρει,
απ’ τα ρουθούνια τα φαρδιά, αφηνιασμένο άτι,
και την καρδιά σου προσπαθείς, με κόπο ν’ αγαντάρει,
μα δυστυχώς δεν άντεξες, σου δάκρυσε το μάτι.

Οι Ερινύες συνεχώς παντού σε κυνηγούνε,
και τύψεις σε ακολουθούν σ’ όλα τα βήματά σου,
και να τις πνίξεις προσπαθείς και θέλεις για να βγούνε,
για να γλυκάνεις την καρδιά από τα κρίματά σου.

Μυστήρια που ’σαι βρε ζωή, για πάντα θα το λέω,
και ό,τι κάνω να ξεχνώ, βαράτε με κι ας κλαίω.

ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΛΑΤΙΑ

Ήρθες σαν την άνοιξη στου νου μου το περβόλι,
με μάγεψε το χάδι σου με τ’ απαλό το κύμα,
μου έκλεψες τη νιότη μου και την καρδιά μου όλη,
χωρίς τη σκέψη έγινα της γλύκας σου το θύμα.

Αρπάγη, δίχτυ μου ’ριξες στης ζήσης μου τον δρόμο,
τα μάτια μου θαμπώσανε από την ομορφιά σου,
με τ’ αρμυρό σου το νερό μου δρόσισες τον ώμο,
κι αναζητώ νυχθημερόν την παγερή αγκαλιά σου.

Κι όσο η αγάπη θέριευε και ας με τυραννούσες,
εγώ πιστός σου σύντροφος που πάντα σ’ αγαπούσα,
τα αφρισμένα κύματα στην κουπαστή ξερνούσες,
την αρμυρή σου αγκαλιά με πάθος καρτερούσα.

Χαρά και λύπη αδερφές, της ίδιας μάνας γέννα,
γεννιούνται μες στη θάλασσα, στα έρημα τα ξένα.
Πολλές φορές σαν σκέφτομαι και το μυαλό παιδεύω,
τι είν’ για ’μένα η θάλασσα, πού πάω, τι γυρεύω;

Μην είν’ η μάνα η γλυκιά, σφιχτά σαν με κρατούσε,
με τ’ απαλό το χάδι της κι αγάπη με μεθούσε,
και μ’ έμαθε στη μοναξιά, σιωπή και καρτερία,
πότε στις ζέστες Περσικού, ή στου Βορρά τα κρύα;

Μην είν’ η ερωμένη μου, χρόνια στην αγκαλιά της,
με κράταγε και μέθαγα απ’ τ’ αρμυρά φιλιά της,
κλεισμένο μ’ είχε φυλακή με ένα φινιστρίνι,
να γράφω-γράφω συνεχώς ποιήματα για ’κείνη;

Μην είναι η πατρίδα μου που τόσο εγώ ποθούσα,
το σπίτι, οικογένεια, που πάντα λαχταρούσα;
Στον νου μου όλ’ ανάκατα, συμπέρασμα δεν βγάζω,
άλλοτε δίνει μου χαρά μα κι άλλοτε στενάζω.

Μα είν’ κι αυτή σαν θηλυκό, μια μέλι μας ποτίζει,
και μια μας παίρνει την καρδιά, στον πόνο μας βυθίζει.
Για ’μένα είναι συνεχώς η λατρευτή μου μούσα,
ασχέτως αν την έβριζα, μα πάντοτ’ αγαπούσα.

Για ’μένα είναι συντροφιά και αν ξαναγεννιόμουν
στην αρμυρή της αγκαλιά και πάλι θα βρισκόμουν.

Απονομή Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟΥ από την ΕΝΩΣΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ, στον 16ο Λογοτ. Διαγωνισμό 2019.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

Σαν σβήνει στον ορίζοντα ο τελευταίος φάρος,
και το φεγγάρι καρτερώ για να μου δώσει θάρρος,
απελπισίας συννεφιές, της μαύρης νύχτας γέννα,
και με τον νου μου θέλησα, να ’ρθώ κοντά σε ’σένα.

Μα τα φτερά τα τσάκισαν τ’ ωκεανού τα σκότη,
από κοντά σου μ’ έδιωξαν μας έσβησαν τη νιότη,
συννέφι μαύρο σκέπασε τα άστρα της καρδιάς μας,
λίγες φορές εχάρηκα, σαν άλλους, τα παιδιά μας.

Και κάθε νύχτα προσπαθώ σαν σκιά όπου γυρίζω,
στη γέφυρα, στην κουπαστή, το χάος ατενίζω,
κοιτώ τα μαύρα σύννεφα, μην τύχει κάνα-βράδυ,
και τη μορφή σου ίσως ’δω, κρυμμένη στο σκοτάδι.

Κι αναπολώ φανταστικά το χάδι του παιδιού μου,
της μάνας το χαμόγελο, τη ζέστα του σπιτιού μου,
αυτά που πάντα ολημερίς τα γεύονται οι άλλοι,
τις ομορφάδες της ζωής και μια θερμή αγκάλη.

Τον χρόνο με τις θύμησες θέλω για να σκοτώσω,
και το φιλί στα χείλη σου αναπολώ να δώσω,
πνιγμένο στ’ αρμυρό του γυρισμού το δάκρυ,
αρμύρα που του έριξαν της θάλασσας τα μάκρη.

Απονομή ΕΠΑΙΝΟΥ από την ΠΑΝΕΛΛ. ΕΝΩΣΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης το 2016.

ΣΤΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ ΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ

Τον πόνο ρίχνεις βρε ζωή στου ναυτικού τη ράχη,
σαν φεύγει από το πέλαγος και φθάνει στο λιμάνι,
σε άλλο μαύρο πέλαγος αρχίζει άλλη μάχη,
στο πέλαγος το σκοτεινό και του καπνού ντουμάνι.

Στο πέλαγος τούτο της βρωμιάς και της ακολασίας,
θυμάται που ναυάγησε και όρκο είχε κάνει,
ζητώντας την απόλαυση σε ώρα απελπισίας,
τώρα ζητά τη λύτρωση τον πόνο του να γιάνει.

Και να ξεχάσει προσπαθεί ο νους του όσα βγάζει,
της ναυτικής του της ζωής στα διάφορα πελάγη,
στο πέλαγος τ’ ωκεανού π’ ο θάνατος ουρλιάζει,
στο πέλαγος του λιμανιού της ηδονής αρπάγη.

Το αλκοόλ για συντροφιά την νικοτίνη αρπάζει,
πόνος βαρύς της μοναξιάς παντού τον αγκαλιάζει,
σαν τα ποτήρια γρήγορα αδειάζουν και γεμίζουν,
τα χνώτα, η ανασαιμιά, μαύρο καπνό μυρίζουν.

Και προσπαθεί με το ποτό τον πόνο του να πνίξει,
για να γλυκάνει την καρδιά σ’ αυτήν εδώ την άκρη,
στο πέλαγος της λησμονιάς τις πίκρες του να ρίξει,
αρμύρα έχει η θάλασσα αρμύρα και το δάκρυ.

Να νιώσει λίγη ζεστασιά να νιώσει αναγάλλια,
να φθάσει σε χαράς κορφές έστω για λίγο μόνο,
και η ματιά του να σταθεί σε ρόδιν’ ακρογιάλια,
ΧΑΡΕΣ που ξεπληρώνονται μονάχα με τον ΠΟΝΟ.

Απονομή Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟΥ από τον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΟΜΙΛΟ ΚΥΠΡΙΩΝ στον Παγκόσμιο Λογοτ. Διαγωνισμό 2018

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΦΟΡΤΙΟ

Χρόνια πολλά ταξίδευα με διάφορα καράβια,
το σώμα μου το έβαψα με χρώμα και μοράβια,
μα και νερό της θάλασσας στις φλέβες μου να τρέχει,
μου δίνει δύναμη, πνοή, και στους καιρούς αντέχει.

Οι σκέψεις μου σκουριάσανε τα κύματα μετρώντας,
του γυρισμού με το καλό την ώρα καρτερώντας.
Στην κεφαλή μου έριξε το άσπρο χιόνι ο χρόνος,
και την καρδιά πλημμύρισε της ξενιτιάς ο πόνος.

Πολλά φορτία φόρτωσα, τα ίδια ξεφορτώνω,
σαν μου ’ρχονται στη μνήμη μου αμέσως ξανανιώνω,
μα στο στερνό βαπόρι μου στου γυρισμού τη ρότα,
τις αναμνήσεις θέλησα για να μαζέψω πρώτα.

Εφόρτωσα τις θύμησες, καημούς και αναμνήσεις,
χαρές και λύπες μοναξιάς της ναυτικής μου ζήσης.
Τις δρόσισα με τ’ αρμυρό του πόνου μου το δάκρυ,
που λίγο-λίγο έτρεχε στης γης την κάθε άκρη.

Μα όλα τα ξεφόρτωσα σ’ υπήνεμο λιμάνι,
π’ ούτε κυκλώνες έρχονται κι ούτε φουρτούνα πιάνει,
παρέα μου οι θύμησες κοντά στο παραγώνι,
κρατώντας στην αγκάλη μου και το μικρό μ’ εγγόνι.

Τα χρόνια φεύγουνε, πετούν, αγάντα δεν γερνάμε,
με «ρότα» μας τις θύμησες εις τα παλιά γυρνάμε,
με κάποιο δάκρυ πεθυμιάς π’ ανάμνηση το λένε,
είναι το δάκρυ της καρδιάς όταν τα μάτια κλαίνε.

Και όσοι ταξιδεύουνε
να ζουν με το μεράκι,
και στην δική τους με καλό
να φθάσουν στην «ΙΘΑΚΗ».

Απονομή Β΄ Βραβείου από τον Όμιλο για την UNESCO Τεχνών, Λόγου & Επιστημών Ελλάδος το 2019.

ΦΙΛΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΧΝΙΟΥΝΤΑΙ

Φιλιά πολλά με έπνιξαν, φιλιά πολλά μου δώσαν,
οι κοπελιές στην ξενιτιά και όσες μ’ ανταμώσαν,
σ’ εξωτικές ακρογιαλιές ή βρομερά λιμάνια,
στης Αργεντίνας τα νερά, στου Ρίο τα σεργιάνια.

Όλα ξεχνιούνται, σβήνουνε, ο χρόνος τα σκεπάζει,
μα κάποιο λάγνο φίλημα, τη σκέψη μου ταράζει.

Είν’ το φιλί της θάλασσας το αφροστολισμένο,
με την κρυάδα την πολλή κι αρμύρα φορτωμένο,
πότ’ απαλό και φλογερό ή άγριο, δεν ξεχνιέται,
δεν χάνεται, δεν σβήνεται, ποτέ δεν λησμονιέται.

Η σάρκα μου σαν ρούφηξε με λύσσα την αρμύρα,
για να γινώ θαλασσινός, απόφαση επήρα,
και στα φιλιά της να πνιγώ, τα νιάτα μου να δώσω,
τον πόνο και την ομορφιά της θάλασσας να νιώσω.

Της θάλασσας η μυρωδιά σάρκα γυναίκας μοιάζει,
αν και τους πόνους που περνώ ποτέ δεν με πειράζει.
Κι η μάνα, αν σκεφτότανε τους πόνους σαν γεννούσε,
μετά το πρώτο το παιδί, άλλο δεν θ’ αποκτούσε.

Έτσι λοιπόν κι ο ναυτικός, όσο κι αν τυραννιέται,
τη γαλανή γοργόνα του ποτέ δεν απαρνιέται.
Mα σαν αγριεύει ο Ποσειδών, η σκέψη μου θολώνει,
τα στήθη τ’ ασπρογάλαζα, με πάθος σαν φουσκώνει.

Είναι γλυκιά, πολύ ΓΛΥΚΙΑ,
η ΠΙΚΡΑ της θαλάσσης,
κι όταν τη νιώσεις μια φορά
ποτέ δε θα ξεχάσεις.

Απονομή ΕΠΑΙΝΟΥ από τον Όμιλο για την UNESCO, Τεχνών,Λόγου και επιστημών Ελλάδος, στον Διαγωνισμό Ποίησης 2017.

ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΙ ΑΡΜΥΡΑ

Με το κεφάλι μου θολό μες στο RADAR χωμένο,
μετρώ τις ώρες της σιωπής, γαλήνη περιμένω,
βουνό το κύμα έρχεται δεν ξέρω τι να κάνω,
παίρνει θωριά, υψώνεται, σκάει στην πλώρη επάνω.

Στο περιβόλι της ψυχής η ερημιά φυτρώνει,
κοιτάζοντας τον μπούσουλα, κρατώντας το τιμόνι,
τα γόνατά μου λύγισαν απ' το βαρύ φορτίο,
του πόνου και της μοναξιάς στον ναυτικό μου βίο.

Κτυπώ την πόρτα μοναξιάς, ο πόνος μου ανοίγει,
και μ’ ένα δάκρυ καυτερό θέλω για να ποτίσω,
της προσδοκίας τον ανθό που με αγάπη σμίγει,
με τα γλυκά σου τα φιλιά να πιω και να μεθύσω.

Σκόρπισε νύχτα το πυκνό και μαύρο σου σκοτάδι,
για να ’ρθει γλυκοχάραμα κι ο ήλιος να μου ρίξει,
τις λαμπερές ακτίνες του, το απαλό του χάδι,
κι ουράνιο τόξο της χαράς εις την καρδιά ν’ ανοίξει.

Με τα φτερά του λογισμού τη μοναξιά μου σπάζω,
σαν το πουλί μες στο κλουβί χωρίς αέρα μοιάζω,
και τ’ άστρο όπου ξέκοψε φωτολουρίδ’ αφήνει,
δροσοσταλίδες της αυγής ο ήλιος που τις σβήνει,

και ποια ψυχούλα έσβησε
στης νύχτας τη γαλήνη;

Απονομή Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟΥ από το ΙΔΡΥΜΑ ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΣΙΑΦΛΑ-ΜΠΑΛΟΓΛΟΥ, στον Διαγωνισμό Ποίησης το 2019. 

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΥΓΙΟ

Ο ήλιος εβασίλεψε και χάνεται στη Δύση,
κι απλώνει το ροδόχρωμα να μας παρηγορήσει,
να μας χαρίσει ομορφιά στον νου μας για να φέρει,
κάποια παλιά ανάμνηση απ’ το δικό μας ταίρι.

Και μιας αγάπης θύμησες, της νιότης αυταπάτη,
στης Φρεατίδος τα νερά με την δροσιά του μπάτη,
που γρήγορα τις έσβησε το πέρασμα του χρόνου,
τις σκέπασε ο χωρισμός η συντροφιά του πόνου.

Μου έσβησαν τα όνειρα κι εγώ για την τιμή της,
γυρνώ παντού ταξιδευτής τού πόντου ερημίτης.
Μόνος σε άγριες ξενιτιές μόνος σε κάποια άκρη,
το σμίξιμο και το φευγιό πάντα μαζί με δάκρυ.

Σαν πλέκω όνειρα χαράς για να ’ρθουνε γυρεύω,
στον δρόμο τούτο της ζωής μερόνυχτα παλεύω,
και τις νεράιδες του γιαλού μην τύχει και χαλάσουν,
όταν τα χέρια τ’ όραμα απλώνονται να πιάσουν.

Ο γυρισμός και το φευγιό ρίζες βαθιές απλώνουν,
και με βαρύ καρκίνωμα τα στήθη μου πληγώνουν.
Μου τρών’ τη νιότη, τη ζωή, τα άγρια τα πελάγη,
και χάνεται ο λογισμός στου χάους την αρπάγη.

Στο σμίξιμο και στο φευγιό δάκρυα καυτά ποτίζουν
το πρόσωπο, μα την καρδιά με πόνο τη γεμίζουν,
τα χείλη τρέμουν κι η φωνή, πνίγετ’ από τα ρίγη,
φουρτούνα, δάκρυ, μοναξιά, τους ναυτικούς τυλίγει.

Απονομή ΑΡΙΣΤΕΙΟΥ από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων, στο Διεθνή Ποιητικό Διαγωνισμό το 2020.

ΛΕΡΩΜΑΤΙΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Στα χρόνια που ταξίδευα στην άπλα της θαλάσσης,
κατράμι, αρμύρα και μπογιές το σώμα μου γεμίσαν,
λιμάνια, νύχτες ’ξωτικές και οι χαρές της πλάσης,
τον έρμο κήπο της καρδιάς με πάθος πλημμυρίσαν.

Και πότιζαν, σαν φύτρωσε των πεθυμιών το δέντρο,
που μες στα φυλλοκάρδια μου απλώνει τα κλωνάρια,
χώνει τις ρίζες του βαθιά εις της καρδιάς το κέντρο,
σαν ψάχνω για τη συντροφιά, στα κόκκινα φανάρια.

Ματών’ η ρίζα την καρδιά φωτιά πετούν τα φύλλα,
και οι καρποί λερωματιές με τίποτα δεν βγαίνουν,
για να τους κόψω προσπαθώ, με πιάνει ανατριχίλα,
και σαν κοπούν σαπίζουνε μα τα σημάδια μένουν.

Στο σώμα τις λερωματιές τις έβγαλα με νέφτι,
μα της καρδιάς δεν βγαίνουνε βαθιά έχουν ριζώσει,
ένα αστέρι ξέκοψε στον ουρανό και πέφτει,
και καρτερώ της λύτρωσης αυγή να ξημερώσει.

Απονομή ειδ. ΒΡΑΒΕΙΟΥ από την ΕΝΩΣΗ ΕΛΛ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης 2017.

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Αντώνης Μικέλης γεννήθηκε το 1939 στο Ξηροχώρι Ηλείας. Τελείωσε το γυμνάσιο Ζαχάρως το 1957 και τη Σχολή Εμποροπλοιάρχων ΥΔΡΑΣ το 1960, αρχίζοντας τη θαλασσινή του πορεία ως αξιωματικός και Πλοίαρχος Ε.Ν. Έχει γράψει 4 ποιητικές συλλογές. Ποιήματά του έχουν βραβευτεί από: Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών, Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, Αμφικτυονία Ελληνισμού, International Art Academy, Ε.ΠΟ.Κ, Όμιλος για την UNESCO, Πνευματικοί Ορίζοντες-Κύπρου, Ίδρυμα Ελισάβετ Σιάφλα, Ιδεόπνοον, Βραβρώνια, Εταιρεία Τεχνών/Επιστήμης και Πολιτισμού Κερατσινίου, Φιλοζωικό Σύλλογο Φθιώτιδας, Ένωση Λογοτ. Β. Ελλάδος, περιοδικό ΚΕΛΑΙΝΩ, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Λευκάδας, κλπ. Οι ποιητικές συλλογές «360 ΘΑΛΑΣΣΙΝΕΣ ΠΟΡΕΙΕΣ» και «ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΤΗ ΒΑΡΔΙΟΛΑ», έχουν βραβευθεί από τον ΕΠΟΚ ως «ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ 2018» και η ποιητική συλλογή «360 ΘΑΛΑΣΣΙΝΕΣ ΠΟΡΕΙΕΣ» από την International Art Academy με το βραβείο «ΕΡΑΤΟΣΘΕΝΗΣ» στον Διεθνή Διαγωνισμό το 2016. Η Ποιητική Συλλογή «ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΤΟ ΒΑΡΔΙΟΛΑ» έλαβε το Α΄ Βραβείο από το Λογοτεχνικό Περιοδικό «ΚΕΦΑΛΟΣ» ΤΟ 2020. Η δε (ανέκδοτη) ποιητική συλλογή «ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΜΕΘΥΣΙ», έχει βραβευθεί από τον ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΛΛΟΓΟ ΠΑΡΝΑΣΟΣ το 2019. Η ανέκδοτη επίσης ποιητική συλλογή «ΘΑΛΛΑΣΣΑ ΠΛΑΤΙΑ» έχει βραβευθεί με το βραβείο «ΑΝΤΙΜΑΧΟΣ» και Α΄ Βραβείο Αφηγηματικής Ποίησης από την INTERNATIONAL ART ACADEMY 2020. Ποιήματά του, έχουν δημοσιευθεί στη Φωνή των Πειραιωτών, ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΣ, εφημερίδα ΝΟΥΜΑΣ, Παλαίμαχος Πλοίαρχος, Λογοτεχνική Δημιουργία, Κυπριακή Φιλολογική Πρωτοχρονιά 2017-18-19, στη ΜΕΓΑΛΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ, τόμος 28-29), Δευκαλίων ο Θεσσαλός, και διάφορα Ποιητικά Ημερολόγια και Ποιητικά Ανθολόγια. Είναι μέλος της ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΓΟΤΕΧΝΩΝ, ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ, ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΩΝ, ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ, ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΛΟΓΟΥ-ΜΟΥΣΙΚΗΣ-ΤΕΧΝΗΣ «ΛΙΝΟΣ» ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΚΥΠΡΙΩΝ ΕΛΛΑΔΔΑΣ (Ε.Π.Ο.Κ.).