Δέκα ποιήματα της Φαίας Καλδερίμη

Δέκα ποιήματα της Φαίας Καλδερίμη

Η σημερινή μου καλεσμένη στη στήλη "Στα βαθιά" είναι ένα κορίτσι ,που δεν έχει κλείσει ακόμη τα δεκαοχτώ του χρόνια. Λέγεται Φαία Καλδερίμη. Από την τρυφερή ηλικία των οκτώ ετών έδειξε το ενδιαφέρον της για την ποίηση και τις τέχνες. Αργότερα ασχολήθηκε εκτενώς με τη λογοτεχνία. Αυτό τον καιρό ετοιμάζει την πρώτη της ποιητική συλλογή, που τιτλοφορείται “La fenêtre athénienne” (Το αθηναϊκό παράθυρο). Το θέμα της πρώτης εκδοτικής της απόπειρας είναι η ελληνική αισθητική μέσα από διάφορες ιστορικές περιόδους, ιδίως μέσα από τα μάτια των ξένων. Η ποίησή της κινείται στα μονοπάτια της λυρικής γραφής. Ο λόγος της είναι πλούσιος, περίτεχνος, αιχμηρός, με εντυπωσιακές εικόνες και πρωτότυπα σχήματα. Εμπνέεται από τη μυθολογία, την ιστορία, την τέχνη και τη σύγχρονη πραγματικότητα ,που ορίζει μέσα από το πρίσμα του παρελθόντος. Θα ταξιδέψουμε με δέκα πολύ ξεχωριστά ποιήματά της!

Αττικός Μελανόμορφος Αμφορέας

Άπαντες αμφορείς,
Περίτεχνα διακοσμημένοι
Ακολουθούν τους νόμους της υποκειμενικής τους ευρυθμίας.
Αμφορείς που άλλοτε συνθέτως ποιησάμενοι
Βαστάνε τα κρίνα της Αιόλιου κλίμακος,
Άλλοι δε, που τεθρυμμένοι αναζητούν τα σπασμένα τους
στα πόδια των κατόχων τους.
Οι απελπισμένοι λοιποί,
από αγγεία σε χαμαιλέοντες τρέπουν το είδος τους,
και αντί να βαστάνε φυλλώδη κλωνάρια στο ένδον τους,
καβαλάνε γυμνά και μαραμένα ραϊβόκλαδα στο έξω τους,
προσαρμόζοντας την πολυχρωμία τους,
στην Ουδετερότητα των στείρων κλάδων.

Μα, υπήρχε ένα αγγείο που διέφερε,
κάτω από τους Ιωνικούς Αττικούς Κίονες.
Είχε μορφή κλασικήν.
Ωστόσο το μελανό χρώμα του,τύλιγε τα γυμνά κάλλη του.
Απέπνεε μελωδίαν Υποφρυγικήν,σε τόνο Μινόρε.
Στο ένδον του, ελλοχευμένα αφροδίσια ερπετά καιροφυλακτούσαν.
Όποιος εθελότυφλος αγνοούσε,
την χρωματικήν του όψη,
τα ανύπαρκτα άνθη,
και το εμπνευσμένο εκ των Σειρήνων άσμα,
τολμώντας τας χείρας του να βάλει εις την σάρκα του αμφορέα,
τα ερπετά άνθιζαν σε γαρδένιες.
Η μελωδία θα γύριζε σε Μείζονα,
Και στο μαύρο θα χαραζόταν μια χρυσή Αθηναϊκή περικεφαλαία.

Γαία μιχθήτω πυρί

Η κόρη,
Η κόρη των Αθηνών γονατισμένη λυγίζει προς τα σκαλοπάτια του.
Με τα νωπά της δάχτυλα,
Αγγίζει το ξηρό και άγονο χώμα.

Να της πέφτουν μετάξια & δαντέλες,
Δάκρυα, σάλια και κορδέλες,
Ενώ το βιβλίο <Ηθική>
Να γλιστράει απ'τα δάχτυλά της,
Στάχτη εγένετο, απ'τα μαρμάρινα χέρια -εκείνου-,

Εκείνου,που το συναίσθημα οι Άρπυιες ξερίζωσαν,
Ως Νέμεσις για τα δεινά που προκλήθηκαν,
Στες ωραίες κόρες της Καλλίπυγου Αφροδίτης.

“Γαία μιχθήτω πυρί” φώναξε η κόρη,
Και ο πορφυρός Φοίνιξ που καιροφυλακτούσε στα κλαδιά της οικείας του,
Αυτοπυρώθηκε.
Μετατράπη σε στάχτη,για την αναζωπύρωση νέων αισθημάτων.
Στο χέρσο χώμα, κρίνα άνθισαν.
Οι τουλίπες μαράθηκαν.
Και τα ύδατα, βρήκαν άλλη πηγή για την αέναη ροή.


.Η λιχανός χορδή. (Ποίηση σε Σολ μινόρε)

Ο μουσικός, στέκονταν στωικά σε εκείνες τις πέτρες, ενώ
άγγιζε τρυφερά τις χορδές της σεμνής λύρας του.
Ήθελε να συγκινήσει με την αποπνέουσα αρμονία του,
κάθε λογής καλλιτεχνικό κέντημα, εν ώρα παραστάσεως.

Στο Ηρώδειο, δεν απουσίαζε ουδείς.
Οι παραστάσεις του γλαφυρές, σαν να ήταν ντυμένες με τα πανωφόρια της ζωής.
Οι μελωδίες του σε εναρμόνιο γένος & υποφρυγικής κλάσης, γέμιζαν με ηχόχρωμα
κάθε μονότονη φαντασία.
Και οι περίτεχνες “συμφωνίες” του, έδεναν την μελοποιία τόσο δα,
ίσα για ένα φιόγκο,
στα μαλλιά της Ξεχωριστής.


Με το χτύπημα της Νήτης(Σι)*,οξεία άχνα αναδύονταν εκ του γυναικείου λάρυγγα.
Με το χτύπημα της Μέσης(Μι)*,τα πνεύματα ήταν μεταξύ παραφοράς και γαλήνης.
Με το χτύπημα της Υπάτης(Λα)* εκείνες έσπαγαν.
Σαν μάρμαρα κατακρεουργημένα,
έτοιμα για συμπόνια, στον σπαραγμό της Αντιγόνης.

Δεν άργησε να κατέβει η Πιερίδα(μούσα),
για να δωρίσει την χορδή.
Αυτή η νότα, που θα έφερνε σε ισορροπία τα πάθη και τις ορμές
Η λιχανός*.

Τέτοια γοητεία που θα πρόσθετε στην μελωδία του,
Άπαντες θα ευφραίνονταν, και οι γυνές δεν θα μαραίνονταν.
Οι λοιπές νότες θα ζήλευαν, και θα γεννιόταν η “διαφωνία”.

Μα η νότα αυτή, εγεννήθη αποκλειστικά για το κάλεσμα της Ξεχωριστής.
Κανένας άλλος δεν την άκουγε,
Κανείς άλλος δεν γοητεύονταν με το αφροδίσιο άκουσμα μίας
Υποφρυγικής -σαν εκείνου- μελωδίας.
Παρά μόνο Εκείνη.

Την έσπασε.
Το ιδιαίτερο -λέγει- , φέρει δέος.
Και το δέος, είναι άνευ σημασίας δίχως ευρεία θέαση.
Γιατί η ηδονή του ήταν μονάχα “μείζονα”.
Γιατί η λιχανός τελικά, πλήττεται με τον δείκτη.

Η οργή του Ορφέα..

*Νήτη, Μέση, Υπάτη: Οι πρώτες τρεις νότες της μουσικής κατά την αρχαιότητα: Διακρίνονταν σε ψηλή, μέση και βαρεία.
*Λιχανός: Μεταγενέστερη χορδή(αντίστοιχα και νότα)που αντιστοιχεί στην σημερινή Σολ(G string).

Το Άσμα Του Κουφού Κύκνου.

Το κορίτσι αγνάντευε τα σύννεφα,
Το κορίτσι ήταν μικρό, πλασμένο για τα μεγάλα.
Το κορίτσι ανατράφηκε με τους πιο όμορφους κύκνους,
τον πιο άσχημο καιρό.

Μα δεν την έμελλε η ζοφερότητα, με τέτοια ζεστασιά.
Έπλασαν οι κύκνοι μία λύρα απ' τις ίνες των πτερών τους,
για την παρηγοριά της.
Και αυτή έγραφε μουσική με ρυθμό, τον χτύπο των κύκνων.

Ο Απόλλωνας αυτοπυρώθηκε.
Οι Μούσες εζήτησαν την, για την δέκατή τους αδερφή.
Και ο Έρωτας μετατράπηκε σε χορδές
για να τον αγγίζει η νεαρά διαρκώς.

Η μητέρα της η Τέχνη,
Την επαράτησε στην μιζέρια του κόσμου,
Στην φωλιά των πιο όμορφων πτηνών.
Έτσι ώστε να μάθει στους άτεχνους,
Πως το “ωραίο” είναι πλασμένο από την ιδέα της ασχήμιας,
Και κάτω από τα θεμέλια της βασιλικής απλότητας.
Στο εσωτερικό φτερούγισμα,
και την εξωτερική κακουχία.

Η μικρή, έμαθε την όμορφη μουσική, από κωφάλαλα όντα.
Εμπνευσμένη -πάντα- από τις αισθήσεις των άτεχνων.

Εν Πλω

Είναι στο πασαλιμάνι,
Μία βάρκα.
Με σπασμένη πλώρη
Και ζωντανή προπέλα.
Με χρώματα που σπαρταράνε στο εναέριο άγγιγμα,
από τα χείλη του Αιόλου,
Με χρώματα που οξυγονώνονται από τον οργασμό των Νηριήδων.
Η δε Άγκυρα,
Ή θα ήταν μονίμως στάσιμη στον Ιερό Βράχο,
Ή πάντοτε ανύπαρκτη
μπροστά στην εθελοτυφλία μου.
Διότι ή ήμουν πάντα στον προορισμό μου,
Ή είχα μονίμως ένα ταξίδι να διανύω,

Δε γνωρίζω.

Fauve Venecia (Φωβ Βενετία)*

Κίτριναι γόνδολαι,
Και πορφυρά κοκκινωπά ύδατα,
Μωβ μουχλιασμένα κτίρια,
Γίνηκαν συντρίμμια!
Μα στα στενόχωρα κανάλια,
Δεν περνούν οι γόνδολαι.
Είναι η καπονέρα φαρδιά,
Και η πλώρη τόσο δα αρχαιοπρεπής,
Και Αυτοί, είναι μοντερνιστές.

Ύφασμα εκρού,σατέν bralette
Χορεύει στην επιφάνεια των βαθέων καναλιών
Προτού εισέλθει στους αιματοβαμμένους υπονόμους.

Ένα κομμένο χέρι,
Στην γόνδολα
Και ο επιτηρητής του καναλιού,
Αυτοκτονεί.
Διότι υπήρξε,
Αλλά δεν έζησε,
Γι’αυτό το γυναικείο bralette.
Και το χέρι έμεινε,
Να οδηγήσει τες υπόλοιπες βάρκες
Στα γαλάζια ύδατα.,
Στα δωρικά & γοτθικά καλντερίμια,
Στες γυμνές σειρήνες,των ανοικτών πελάγων.

Ω Βενετία!
Πνίξε τα υφάσματα,
Μην πνιγούν οι άρρενες.

*Fauve (Φωβ<Φωβισμός)= Ο Φωβισμός (γαλλικά: Fauvisme‎) αποτελεί καλλιτεχνικό ρεύμα της μοντέρνας τέχνης, στη ζωγραφική. Τοποθετείται χρονικά την περίοδο 1905-1908. Η έννοια φωβισμός προέρχεται από τη γαλλική λέξη -fauve που μπορεί να μεταφραστεί άγριο θηρίο.

Πυρετώδης Αισθητική.

Μία δα,ξένη προς εμέ αύρα,
Αγαλλίασε από ξάφνου
Τα ιδεώδη απόκρυφα της καλαισθητικής μου.
Όπως ο Ήλιος,
Τα κέρινα & γλυπτόμορφα πτερά του Ικάρου
Ή όπως η Μέδουσα των φιλοπερίεργων και καιγόμενων επισκεπτών της.

Ήταν μία μορφή πύραυνου.
Και εγώ, -η φιλότεχνη-
Ένας πυρίμαχος εξοπλισμός.

Ο πιο ακαλαίσθητος άνθρωπος θα υποκλίνονταν,
Και ο πιο άθεος θα πίστευε.
Θα άγγιζε την απόσμια κάθαρση,
Με μια μονάχα ματιά σου.

Τέτοιο έκθεμα!Μία δαιδαλώδης αίγλη.
Που είτε έχει πάρει την ευχή του διαβόλου γονυπετώς,
Είτε την κατάρα του Θεού με θυμηδία,
Κατατρεγμένος εκ της ουράνιας χίμαιρας.

Αν η μητέρα σου,άνδρα, η Τέχνη,
Και πατέρας σου ο Απόλλων,
Σε βωμούς θυσίες θα έκανα για σε.
Την ανδραγαθία & την αθωότητά μου θα παρέδιδα,
Και τα σκέλια μου θα άνοιγα για την τελετή των βακχικών μυστηρίων.

Η πυρά, εκ της οποίας φλέγεται το δανδήδες κύρος σου,
Ακολασίες προκαλεί
Δύστοκα συναισθήματα φέρει,
Και εγείρει ενδελεχώς τα αδηφάγα χείλη μου.

Έγχορδα

Καμπυλωτά αντικείμενα
Έντεχνοι θησαυροί,
Προσωποποιημένες παρτιτούρες,
Που με ένα άγγιγμα τρανταχτό,
Αφουγκράζονται μία νότα.

Γυναίκες.

Δεν είναι η ύλη του οργάνου,
Μα μήτε οι χορδές που φανερώνουν τη ποιότητα του.
Είναι εκείνος ο μουσικός που θα άπτει τρυφερά κάθε μεριά,
του εύφλεκτου υλικού μας,
Αναγνωρίζοντας τις αυθύπαρκτές μας μελωδίες,
δίχως να προσαρμόσει τα “κλειδιά” μας

Εμένα μη με αγγίξεις!
Μη με αντικρίσεις.
Μην μπεις στον πειρασμό να με αμφιταλαντεύσεις,
Αν η μουσική σου γνώση θεωρείται ανεπαρκής.
Αν δεν γνωρίζεις να συνθέτεις τα αποσυντιθέμενα “κομμάτια” μου
Ή αν το άκουσμά μου ,σου φέρνει κούφιο.

Οι καμπύλες και οι χορδές,
Ανήκουν σε αυτούς που γνωρίζουν την ανατομία ενός οργάνου,
Και τις μελωδίες που αναδύονται από τις αέναες πηγές,
από ανάγκη έρωτος.

Ο Κέρβερος

Ο Ανυποχώρητος,
Ο Απαθής
Ο Ανελέητος
Ο Αγνώμονας
Ο Αδηφάγος,
-Ο Άνδρας-

Έχει εντολή,να μην εισέλθει το φως στον Άδη
Και η Αριάδνη σπαράζει,
Ο Ορφέας ωρύεται,
Διότι ο έρωτας, -έχει εντολή-,να μην εισέλθει στον Άδη.

Η Επανάσταση ζωντανών & νεκρών,
Κατέστησε τον Κέρβερο,
Έρμαιο και κατάρα της Καλλίπυγου.
Πνιγμένο σκυλί, ανάμεσα στα πόδια της.

Η αμβροσία & το νέκταρ της Ανάστασης.

Στο μπλε του Αιγαίου

Στα καλντερίμια του Αιγαίου,
Ακροποδητί,
Βαδίζω τις πέτρινες πλάκες
Τούτες,
Που με τρόμο βαστάνε το βάρος των
Ανθρώπων.

Το Αιγαίο,
Βασιλικής κλάσης,
Είναι αιματοβαμμένο.

Το Αιγαίο,
Ποδοπατήθηκε,
Σαν τα μανεκέν του Πικάσο.
Γυναίκες,
Που αντί πορφυρής αιμορραγίας,
Στάζαν μπλε ρουά,
Στον καμβά της ιστορίας.

Το Αιγαίο,
Μην το βλέπεις μπλε.
Το Αιγαίο σφαδάζει από πόνο.
Το διαμέλισαν Έθνη και Τουρίστες,
Και το απόσταγμα,
Μας έμαθαν οι Ζωγράφοι,
Να το βλέπουμε ως μπλε.

Ηρεμεί το μάτι του άξεστου,
Και ο Πικάσο γελάει με θυμηδία

Βιογραφικό σημείωμα

Η Φαία Καλδερίμη, γεννήθηκε στις 21 Αυγούστου του 2003 στην Αθήνα, και από την ηλικία των 8, άρχισε να εκδηλώνει ένα μεγάλο ενδιαφέρον για την ποίηση και τις τέχνες εν γένει. Με πατέρα ζωγράφο, εντρύφησε ενδελεχώς στα νερά της τέχνης, και ιδίως στην 4η, η οποία και είναι η λογοτεχνία. Στην ηλικία των δεκαοχτώ ετοιμάζει την πρώτη της ποιητική συλλογή “La fenêtre athénienne” (Το αθηναϊκό παράθυρο), με θέμα την ελληνική αισθητική, μέσα από διάφορες ιστορικές περιόδους, και κυρίως μέσα από τα μάτια και τον εντυπωσιασμό των ξένων. Θέλει να δώσει στους αναγνώστες, έναν πολιτισμό πολυσχιδή, που στον πυρήνα της, ήταν και θα είναι πάντα ίδιος. Η ποίησή της αποσυμβολίζεται μέσα από ειρωνείες, οξύμωρα σχήματα, εικόνες, μα κυρίως από την μυθολογία και τις ιστορικές περιόδους. Επιχειρεί να σατιρίσει την σημερινή κοινωνία μέσα από τον Μίτο του παρελθόντος. Οι εικόνες είναι μία πλάνη, είτε στην λογοτεχνία είτε στην ζωγραφική. Όπως θα έλεγε ο R. Magritte (διάσημος υπερρεαλιστής ζωγράφος), η εικόνα μίας πίπας, δεν σημαίνει ότι αντικρίζουμε πράγματι μια πίπα. (Ceci n’est pas une pipe).