Δέκα ποιήματα της Στέλλας Δούμου

Δέκα ποιήματα της Στέλλας Δούμου

Σήμερα θα σας παρουσιάσω τη λογοτέχνιδα Στέλλα Δούμου. Η καλεσμένη μου γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά έχει ζήσει σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, στη Γερμανία και στις Η.Π.Α. Ασχολείται με τη δημιουργία κοσμήματος από φυσικά ή εναλλακτικά υλικά.Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές κι έχει συμμετάσχει σε ανθολογίες. Εκτός από την ποίηση ασχολείται με την ποιητική πρόζα και τα πεζά μικρής φόρμας.Για την πρώτη ποιητική της συλλογή "Χαμηλές Οκτάβες" τιμήθηκε με το Α΄Βραβείο του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός. Έργα της έχουν δημοσιευθεί στον προσωπικό της ιστότοπο "Ψυχοναύτες",στον έντυπο και στον ηλεκτρονικό τύπο.Η ποίησή της είναι χειμαρρώδης κι εκστατική. Ο λόγος της είναι πολυσύνθετος,ζωντανός, με τολμηρές μεταφορές και φανταχτερές εικόνες. Είναι μια γραφή που συναρπάζει και συγκινεί. Θα περιηγηθούμε στον κόσμο της φαντασίας της  μέσα από δέκα καταπληκτικά ποιήματά της!

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ

Ο ουρανός γέμισε δαντέλες και κηλίδες.
Σημάδι πως κάτι θα ερχόταν. Μια μπόρα ίσως μια
αλλαγή.
Το ρολόι συστρεφόταν σαν φίδι
ακολουθώντας τη θάλασσα
που σάπιζε στην άκρη.
Τα πυροτεχνήματα φτιάχνανε ωραίες κουρτίνες
μπροστά από το μάτι
της κρυμμένης στην κάμαρα γυναίκας
που κάτι σημάδευε στο υφαντό
σκοτάδι ίσως και τελείες πουλιών.
Το πρόσωπο όλο προσευχή
δεν είχε στόμα.
Μια λύρα με επτά φωνές
θρύλησε στον αέρα
ενόσω μια ανεμώνη από αμμωνία
καθάριζε το επικείμενο τοπίο – που είχε διαφύγει της
προσοχής
εραστών εν ευθυμία.
Κάτι ερχόταν. Μια μπόρα ίσως μια αλλαγή.
Η νύχτα έδειξε τα δόντια της μα ευπρεπώς.
Κι ο κρόκος της σελήνης
υδραργυρικώς υποβάσταζε το αρθρόποδο σκοτάδι όταν
ένα χέρι τράβηξε το κορδόνι
της γέφυρας όλων αυτών
ένα σκυλί αλύχτησε κι ύστερα πέθανε σαν χελιδόνι
και η γνωμάτευση του ταριχευμένου γεωμέτρη ασαφής:

«Δεν ξέρω, παιδί μου, να διαβάζω τα ιώδη.
Και η λέξη Οδυσσέας μελανιάζει».

ΜΙΣΟΦΩΤΙΣΜΕΝΟ

Οι δρόμοι με θυμώσανε.
Oι γοργές αναπνοές
οι πηλοί στα νύχια
στα χαλίκια, στα κατράμια
τα γούνινα καθαρματάκια
που ρουφούσαν το φεγγάρι
τα τσιγκέλια των δέντρων στην πλάτη
το μαύρο μέταλλο
που έβραζε από χάος κι από χάος
το ξεραμένο μου λαρύγγι
και στα πλευρά της Ανδρομέδας
μπηγμένη
του μυαλού η αποκριά.

Τελικά ο επίλογος υπήρξε τροχοφόρος

(από τη συλλογή ΧΑΜΗΛΕΣ ΟΚΤΑΒΕΣ και την ενότητα ΜΕΛΙΣΣΕΣ ΣΦΟΥΓΓΑΡΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΚΟΙΛΑΔΕΣ)

ΟΓΚΜΑ

Α λογάκια από ζάχαρη
κι ευχαριστώ τα καλοκαίρια των φιλιών
γιατί είμαι ακτή γυναίκας
γεμάτη καθρέφτες.

Με τόλμη ο Θάνατος χρόνους χίλιους τριακόσιους με γιορτάζει
μέχρι από σε να με ξανακερδίσει
κι εγώ κρατώ σε μπουκαλάκι αέρα ραγισμένο
όπως η έφηβη του αγαπημένου τα μαλλιά.
«Αγαπημένου», είπα, και σε γεύτηκα
υγρή αψίδα και Χειμώνα μου, που,
όταν στο βρύο της μασχάλης σου κοιμάμαι,
μπαίνουν λύκοι μες στο χρόνο, τον ξεσκίζουν

ρίζα του κέλτικου αίματός μου, ρίζα,
ξανθέ μου Κόελχεν,
τραχιά Φωνή σε νύχτα παχιά στο Τάμπθαμορ,
πόσα φεγγάρια σε φοβήθηκαν
εσένα που χάλασες τους
ειρμούς της Ιστορίας
για να με καταπιείς ατσάλινη Ανδρομέδα
και τώρα μαρτυρικά που με ξερνάς απ’ τους καρπούς
γιατί με ζήτησες λυμένο κύμα καταπάνω σου.
Ναι τώρα

Α λογάκια από ζάχαρη
στα χείλη που αναβλύζουνε φαράγγια
και στο λεπίδι του παλιού μου τρόπου ν’ αγαπώ
μόνον Εσύ να κόβεσαι.
Είμαι εδώ ανείπωτη.

ΥΠΕΡΣΙΒΗΡΙΚΟΣ

Χελιδόνια βυθίζονταν στον τελικό τους ουρανό με τις ψείρες του ήλιου ακόμη στα φτερά. Η σέπια του καιρού βαθιά τα είχε αναστατώσει. Βαστώντας μόνο μια τρίχα έμπιστης σιωπής, εγώ, σε λεμονί δαντέλες, προνύμφη στα σφυρά της απουσίας μπερδεμένη. Είχε φυσήξει χρόνος δίχως ίριδα, είχανε σπάσει πια οι ραφές των λουλουδιών, λύκοι φυλάγαν τις μακριές γραμμές των οριζόντων κι ένα μαύρο φτερό πάνω στο χιόνι ζυγίζει τόνους αποστάσεων.

Επειδή χειμωνιάζουν τα χέρια
και κόπτονται τα συντελεσμένα να φθαρούν
καμιά φορά συμβαίνει
από αίμα και δικαίωμα
ο υπερσυντέλικος να μου θυμίζει τον Υπερσιβηρικό.

(Από τη συλλογή ΕΡΩΣ ΑΡΟΔΟ)

ΧΡΟΝΟΡΥΧΕΙΟ

Στη μέση της κάμαρας εκεί ακριβώς που έσταζε ο ουρανός
χτυπώντας το χέρι στο γόνατο, είπε:
Ε, λοιπόν ναι, Νταγκ, ποντάρω στο σπασμένο δόντι του θεού.
Και ξέρεις γιατί Νταγκ;
Γιατί σκάρτεψαν πολλά οχτώ για να γίνει
το πορτοκάλι οιωνός και τα μικρά μου μάτια μέλισσες.

Και δες τι βλέπω πίσω απ’ την γκρίζα ζώνη της φωτιάς:
πέρα απ’ το παντελόνι μου που καίγεται
ιδού το πρόσωπό μου, ένας μπάσταρδος ψίθυρος
που δεν κάνει άλλο από το να ζητάει χώμα
κι ας είναι και ξερό.

Πάλεψα Νταγκ, με λύσσα, σου λέω,
γύρεψα με τα μάτια τη γύρη του Κόσμου
και σιγοκάηκα να μηρυκάζω το αλάτι των χειμώνων.
Με στήθος επιούσιο κουράστηκα να αναπνέω ανάποδα, Νταγκ.
Έρεψε η μηλιά μέσα στα βροχικά των κήπων μου
κι ο θάνατος έχει διασχίσει πλήκτρα νερών
για να ’ρθει φέγγαρος ορθάνοιχτος να με πετύχει.

Μέχρι ν’ ανάψεις μια ακτίνα θα γειτονέψουμε, Νταγκ,
θα φοράμε μαζί τρύπιες κάλτσες
και τις ταμπέλες εκείνες των σπασμένων ανθρώπων
στην πατρίδα που δεν έχει όνομα.

ΦΟΒΑΜΑΙ ΜΠΛΕ

Γεννήθηκα σε θύελλα Σαββάτου
σ’ ένα λιμάνι που πλοία δένανε τα σπλάχνα τους
κι όλα τα σάλιωνα μια νοτιά αψίκορη.
Η μάνα πέθανε αμέσως.
Κείνη την ώρα έπεσε, είπαν, μια πόρπη φεγγαριού
μέσα στη θάλασσα, τη διέλυσε.
Κι ανάσανα το μπλε το μελανί ως το μεδούλι.

Μ’ ανάθρεψαν κοκότες σ’ ένα σπίτι παρδαλό
που από κάτω του δερβίσηδες χορεύανε νταλκάδες.
Και το πιοτό, το σπέρμα, ο βαρύς καπνός
για μας σημαίνανε ψωμάκι. Άλλοι το λέγανε κατάντια.

Φοβάμαι μπλε, ακούω μπλε
τις νύχτες μεγαλώνω άδεια χρόνια
και κρύβω τη σιωπή μου
στον ήλιο ενός πορτοκαλιού.

(Από τη συλλογή ΧΡΟΝΟΡΥΧΕΙΟ)

ΕΠΙΠΤΩΣΗ

Όταν μιλάω για ποιήματα
Στην πραγματικότητα μιλάω για ένα δάσος και τον λύκο του
Που συνήθως χάνεται μέσα σ΄αυτό μονογενής
Μιλώντας στον εαυτό του σαν να ‘τανε πολλοί
Ισως το κάνει αυτό να μην φοβάται
Καθώς ακούει σφυριές από φεγγάρια
Και πέτρες να γεννούν σε κάθε χτύπο, μωρά
Όλο ήχους και φλέβες
Το δάσος είναι σαν τον διάβολο
Χώνεται παντού και τον σκεπάζει
Και μέσα εκεί ο χρόνος έχει εφτά πετσιά κι άφθονη λύσσα

Εγώ ξέρετε επηρεάζομαι πολύ από τις λέξεις
Κι από τις πέτρες που κουβαλούν αυτές κάτω απ’ τα σκέλια
Όλα μου τα δόντια σπασμένα

DOLOROSA

Στα σκαμνάκια προσευχής η ισορροπία είναι εύθραυστη
Η στόφα τους είναι τριμμένη
Αποκαλύπτοντας έναν πνεύμονα από καρφιά
Δίπλα, το κρεβάτι θάλαμος προσεδαφίσεως
Μια δυστοπία αναγκαία
Ώστε το σώμα να εισπνεύσει την ανάπαυση
Μες στο βαμβάκινο ασυνείδητο κουκούλι
Στο παραπλήσιο τραπεζάκι η αγυρτεία ρόδων
Κομμένων από τη δεξιά πλευρά του κήπου
Μαζί με μια μαρμάρινη Μαντόνα χωρίς μάτια
Η Καινή, Βίοι Αγίων, η αγαπημένη Σουλπικία
Κι ένα ποτήρι ανθόνερο
Ροζάρια παντού κυρίως στα δόντια
Και βαλεριάνα υπογλώσσια
Ωστόσο η υπνική κατάσταση δεν έρχεται
Αντ’ αυτού καίει το μηνίγγι στη διάσειση των πεπραγμένων.
Γιατί κοιτώντας πίσω ξέρει
Πως τα σκυλιά που αλυχτούν
Είναι οι πράξεις της που τη στοιχειώνουν.

ΔΕΚΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ

Στην αντανάκλαση συνεννοείται ένα σύμπαν με τον εαυτό του.
*
Η ανυπόδητη νύφη έγινε πάνθηρας
κι έσπασε το σβέρκο της ομήγυρης
*
Η βελούδινη κρεμάστρα που κρέμασαν το κοστούμι του νεκρού
Συγκινήθηκε
*
Ένα κερί που ανθίζει μαύρα μούρα
μια ροδαλή φωτογραφία, ο φόρος της ζωής ο τελευταίος.
*
Το δέντρο που μας έφτυσε ο ήλιος που κατάπιαμε
κι ένα κουκούτσι στο λαιμό για μοσχολίβανο
*
Κάθε συζήτηση είναι θάλασσα. Η πλεονεκτική θέση είναι νησί.
Σαρκοβόρο
*
Το μαλλί της γριάς είναι αντίσταση
*
Τα παραμύθια έχουν δυο πλευρές
Από τη μία μπαίνεις από την άλλη βγαίνεις. (Κανείς δεν είπε ολόκληρος.)
*
Τα ζάρια είναι κρυψώνες.
*
Θερίζει ο χρόνος.

ΘΗΤΕΙΑ

Οι φυλές των παραθύρων ζαρκάδια στο Μπρούκλιν
Έχω πυρετό στα δάχτυλα
Έχω έναν Καντίνσκυ κρεμασμένο στη γλώσσα
Κι ένα «ευλόγησον»
Των γρηγορούντων

Όταν τελειώσουν όλα αυτά
Πυροβολήστε με.

(Από τη συλλογή ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΠΟΥ ΕΓΡΑΦΕ)


Βιογραφικό σημείωμα

Γεννήθηκε τo 1962 στην Αθήνα. Πέρασε τα νεανικά και μαθητικά της χρόνια στην Αθήνα και σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Έζησε για ένα διάστημα  στη  Γερμανία, καθώς  και  για  μικρά διαστήματα  στις  Η.Π.Α  Μιλά τρεις γλώσσες. Ασχολείται με τη δημιουργία κοσμήματος από φυσικά ή εναλλακτικά υλικά. Διατηρεί στο διαδίκτυο το μπλογκ «Ψυχοναύτες» https://doumoustella.wordpress.com/. Γράφει ποίηση, ποιητική πρόζα  και  πεζά  σε  μικρή  φόρμα. Κείμενά  της  δημοσιεύονται  σε  έντυπα  και  ηλεκτρονικά  περιοδικά.

Εργογραφία:

Χαμηλές Οκτάβες, εκδ. Φαρφουλάς, 2013 *
Έρως αρόδο, εκδ. Κουκούτσι, 2015
Χρονορυχείο, εκδ. Θράκα, 2017
Το άλογο που έγραφε, εκδ. Σμίλη, 2020

*Το 2012 η συλλογή έλαβε το Α΄ βραβείο του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός