Δέκα ποιήματα της Ξένιας Καλαϊτζίδου

Δέκα ποιήματα της Ξένιας Καλαϊτζίδου

Η καλεσμένη μου στη στήλη "Στα βαθιά" είναι η ποιήτρια Ξένια Καλαϊτζίδου. Γεννήθηκε στη Ρωσία, αλλά από την εφηβεία της ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Πολυτεχνείο κι είναι πτυχιούχος του ινστιτούτου ρώσικης γλώσσας Αθηνών Πούσκιν. Εργάζεται ως μεταφράστρια και καθηγήτρια ρωσικών. Έχει μεταφράσει πληθώρα ξένων λογοτεχνών κυρίως από τη Ρωσία,την Αμερική και την Ασία.  Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές κι έχει συμμετάσχει σε μια ανθολογία βραβευμένων ποιητών. Έχει συνεργαστεί με λογοτεχνικά περιοδικά στον τομέα της μετάφρασης. Έργα της έχουν φιλοξενηθεί στον έντυπο κι ηλεκτρονικό τύπο. Ως ποιήτρια κινείται στα μονοπάτια του υπερρεαλισμού. Ο λόγος της είναι πληθωρικός, αξιοποιώντας μια πανδαισία συμβόλων κι αλληγορικών εικόνων. Σκιαγραφεί με χέρι ζωγράφου ανιχνεύοντας τις λεπτές αποχρώσεις των νοημάτων και της συγκίνησης. Η πολύχρωμη γραφή της συνεπαίρνει τον αναγνώστη. Η ποίησή της συχνά μοιάζει να είναι βιωματική,αλλά ξεπερνά τα στενά όρια της προσωπικής εμπειρίας. Είναι ανθρωποκεντρική και βαθιά κοινωνική, γι'αυτό προκαλεί συναισθηματική φόρτιση και ταύτιση. Την απασχολούν τα δύσκολα αυτού του κόσμου όπως η μετανάστευση, η φτώχεια,η αποξένωση,τα οποία καταγράφει μ'ευαισθησία και ορμή. Θα τη γνωρίσουμε καλύτερα μέσα από δέκα εκπληκτικά, ακυκλοφόρητα ποιήματά της!

χίλιες και μία σφαίρες.

              مانعِ وحشت خرامیہاۓ لیلیٰ کون ہے
              خانۂ مجنونِ صحرا گرد بے دروازہ تھا

             (Who is a forbidder of the madness-walkings of Laila?
             The house of Majnun the desert-circler was door-less)
             —Mirza Ghalib

Μαζεμένα τα ’χω
και κοιτάζει η Λέλα στην έρημο
γιατί σπίτι είναι του δαιμονισμένου της
ένα σπίτι δίχως πόρτες.

Πάλι καλά που θυμάμαι κι ένα παραμύθι.

Δεν είναι και καμιά τυχαία
-αν λογαριάζουμε την παράμετρο τύχη-
κάποια που την βγάζει η πιάτσα
προσφυγομάνα —
όνομα είναι αυτό για κορίτσι;

Κι όμως το φόρεσα.

Από τότε εκπαιδεύομαι
μετράω τους πρόθυμους
να κομματιάσουν αυτά τα σύννεφα
πριν γεμίσουνε δυο μάτια παιδικά.

Μαζεμένα τα ’χω
βαθιά στα διαμελισμένα σπλάχνα τα κρατώ
για κείνους που μάτωσαν τα παραμύθια
και συνεχίζουν τυφλοί
χάρτινοι γιακομπίνοι και αριστοκράτισσες
που καμαρώνουν δημόσια αξιώματα
μπροστά στο Θερμιδόρ.

Αν είναι έτσι ο πολιτισμός του αύριο
να μου το πούνε
να φυλάξω απ’ αυτόν τη νομαδική αμορφωσιά μου
να κρύψω τους συνοδοιπόρους μου
στη στέπα και στην έρημο που με κατοικούν
σε σκηνές από προβιά αδιαπέραστη
γιατί αν δεν είναι τζάμι το νερό μας
αν το φαρμάκωσαν και δεν βρίσκουμε να πιούμε
καμιά μεγάλη σπουδή τους δε θέλω
να με μολύνει.

Δεν είναι και άσχημα να πάω σ’ αυτόν τον ιερό πόλεμο
ως ερασιτέχνιδα Σαχραζάτ
να ξέρω πως μπροστά στους χάρτινους εκτελεστές
δε θα με κάνει πανωφόρι να γλιτώσει φτηνά
των ιστοριών μου ο πιστός ακροατής.

σταθμός Θεσσαλονίκης ξημερώνει Χριστούγεννα.

Οι μέρες ταξιδεύουν
μουντές στα μάτια των επιβατών —
μάτια με δυο κόρες πρωινές,
ορφανές κι αυτές,
χαραγμένες στην περίφραξη με μπετόν
«Χάνομαι».
Στην άκαρπη μέθη του πόνου
ήχοι ηλεκτρικοί βουλιάζουν
με γλύκα ανήκουστη
για τους ουρανούς του Βαν Γκογκ.
Εκεί στα ύψη της
που ξαφνικά στα πόδια μου σκορπίσαν
όλα τα ονειρεύτηκα πια.
Εκεί βαθιά κι απρόσμενα
στα μύχια της θύελλας
φίλησέ με.
Το σώμα θυμάται
γιατί στέκομαι όρθια κι ανοιχτή
σε ανέμους φυματικούς
όταν θερίζουν τα καραβάνια.
Θυμάται —
να το ντύνεις νύχτα με προσοχή
όπως στόλιζε η Λένκα η καπνεργάτρια
τα καμένα σωθικά της
με λευκό λινό.
Σε όσα χειρόγραφα και όσα σπίτια
οι διαδρομές της καρδιάς μου χωράνε
χωρίς διαλογή σού τα ’χω δώσει.

οι αυτόχθονες μετανάστες.

Όταν η επέλαση του τσιμέντου
έσπρωξε τους ψηλοβλέμματους στην άκρη της ιστορικής αναστροφής
και παράγκες παραλλαγής
φύτρωσαν στα θερμοκήπια
κάποιοι είπαν πως η ματσέτα
είναι μια υπέροχη πυξίδα
στην πόλη των λύκων,
άλλοι φόρεσαν τα τομάρια που πήραν από αιχμαλώτους
και κάποιοι άλλοι γύρισαν
στον σκληρό τους παράδεισο για να ζήσουν.
Στα πολυτελή ιδρύματα δε χωρούσε η σαμάνικη προφητεία τους
για τον χειμώνα.
Ξεκίνησαν για να εξαγνιστούν
στην παγωμένη λίμνη
στη στέγη του κόσμου.
Ήθελαν να φύγουν από τους
κυρίαρχους της προσβολής
που έλεγαν πως θα κατακτήσουν τα αστέρια
και δεν κοιμούνταν δίχως χάπια
ούτε ξυπνούσαν δίχως σοκ -
όλα ειπώθηκαν για κείνους,
για τους οφθαλμοφάγους.
Γι' αυτό τους άφησαν
για μέρη που εκείνοι δεν πίστευαν πως υπάρχουν,
για μέρη που προστατεύονται όπως μπορούν,
τα λουλούδια με κέρατα
κι οι αίλουροι με αγκάθια.
Πήγαν εκεί όπου στο πιάτο της Γης
κυλάει μόνο ο ήλιος
και τα άγρια άλογα τον εξημερώνουν.
Πήγαν να προσκυνήσουν
την απροσπέραστη ομορφιά
των απραγματοποίητων βάλτων
όπου ζουν οι παλιοί μονάχα
σαν αιωνόβια έλατα
και ανάμεσα στα μονοπάτια της ταϊγκά
βουλιάζουν τα νεκρογέννητα παλάτια
των αδερφικών πολέμων.
Περπατώντας για τόσες μέρες
τώρα λουόμενοι στην ομίχλη
μπροστά στο ναό του βουνού
περιμένουν να δεχτούν με ευλάβεια
το αραιό τους οξυγόνο.
Με χείλη απαλά των ταράνδων
που αναζητούν τους βλαστούς του βρύου
στο αιώνιο παγωμένο έδαφος
πίνουν τον έρωτα της οικουμένης
μακριά από ξένα βρώσιμα μάτια
ελεύθεροι.

ταυτότητα.
Ι

Γεννήσεως πιστοποιητικό.
Ένα σφυροδρέπανο χαραγμένο
στο γεγονός της ύπαρξης
ενός νέου πολίτη.
Στάχυα το κοσμούν
μα τη σοδειά τους χιλιοπερπατημένη
ποιος και πότε θα καρπωθεί;

ΙΙ

Η Θλίψη χλοερή και βραδυφλεγής
έπεφτε ανάμεσα στα κουτιά
των παντοτινά προσωρινών οικοδομών
τρυπώντας τα πράσινα μήλα στάλα στάλα
στη φυλακή ενός αδιέξοδου καλοκαιριού.
Πριν φτερουγίσει η καρδιά
η πλάση σήμανε
πως βιάστηκε να γεννηθεί.

ΙΙΙ

Τα βράδια με κεριά και ραδιόφωνο,
τα φθαρμένα σχολικά βιβλία
και τα καρτ ποστάλ της Πρωτομαγιάς,
η γη με τα διψασμένα πράσινα χέρια
που στα σπλάχνα της σιγοψήνονται
οι τελευταίοι καρποί του χρόνου -
όλα προσφέρθηκαν άφθονα
τον καιρό του θερισμού
και σύντομα ήρθε η ώρα να πετάξουν
για μέρη πιο ζεστά.

IV

Ήρθαν στο ναυάγιο της γειτονιάς
κομματικά χρυσόψαρα
κι επαναστάτες αρουραίοι.
Διάβασαν την καταδίκη,
έπλυναν τα χέρια
κι έσβησαν τους ζωντανούς απ' τα τεφτέρια.
Δεν χωρούσαν.
Οι ζωντανοί βούτηξαν στην αλμύρα
τις πληγές
και με χέρια γυμνά
άρχισαν την επισκευή.
Σας το λέω από το κατάρτι εδώ πάνω.
Οι ταξιδιώτες της γυάλας εντυπωσιάζουν.
Χίλιοι μύριοι αόρατοι έξω
αρμενίζουν στα χαλάσματα.

Αυτοεξορία μη αποδημητική

Σε κοιτάζω στα μάτια πάντα αργά –
κάποια παρηκμασμένη αυγή μάλωσα με το χρόνο
και με εκδικείται
με αποδόσεις ευθυνών και αναστολές ονείρων.
Εδώ είναι πάντα αργά –
το θυμικό αργοσέρνει το δοξάρι
πάνω στη φλέβα που με συγκρατούσε
να μείνω λίγο ακόμα για σένα.
Του χρόνου το χρυσάφι πάντα στερεύει,
δεν φτάνει.
Στον γυάλινο κόσμο βρέχει αρσενοπυρίτες
και χίμαιρες ηδονικές παραμονεύουν,
σουλατσάρουν στα στενά με πεταλούδες στην τσέπη,
αφουγκράζονται
πότε ο έρωτας θ’ ανοίξει όλα του τα ρόδα
μέχρι το κόκκαλο.
Τότε να δεις:
έρχονται ανέμηδες από χίλιες μεριές να θερίσουν
ξερά χλωρά πιονέρους και πιόνια
την ύπαρξή μου
κι εσένα ακόμα.
Γι’ αυτό σ’ αυτά τα τελευταία αναχώματα
θα μείνω να γεμίζω απώλειες παλιές
και κάτω από το δέρμα
τα δικά σου άλγη να φοράω.

Υπόγεια διαδρομή

Εκείνος ο αχανής βυθός
πλημμύρισε της ανοιχτωσιάς μου
το αλησμόνητο χορτάρι
και το βράδυ χάσκει
δοκιμάζοντας τους τοίχους και το πάτωμα
του επίπλαστου κινδύνου —
πρόκληση θαρρείς για τα παράθυρα με φως
που δεν έχουν τι να διακινδυνέψουν —
μα όσο ματώνουν οι βράχοι
στην προσμονή να λυτρωθείς,
το κύμα ξαναχτυπάει στο μπετό.
Τα μπλοκ υψώνονται
στο κοιμητήριο των ονείρων
και γέρνω αναρριχώμενη
στην αγκάλη τους που γράφει κενό.
Κομματιάζεται ο φλοίσβος
πριν αγγίξει την κάψα της ημέρας,
χιονίζουν τα άνθη άκαρπα
στην τσιμεντένια θερμοκοιτίδα.
Κι όταν στα πέταλα ωχρά πήγα το σώμα μου ν' αφήσω
όπως άφηναν οι πιστοί τα υποδήματα στο κατώφλι του ναού,
μπροστά στην κρίση του ηλιοβασιλέματος με πέτρωσε η ομορφιά,
ανάμνηση παντοτινή στα ακροδάχτυλα,
αλμυρά αφρισμένη που δεν άνθισε.

Της οδύνης διδαχές

Κι αν έγιναν τα μάτια Αράλη,
άγονος βυθός περασμένης αλμύρας,
στέρφα από χρόνο,
αδύναμα,
η ρόδα του ήλιου κυλάει απυρπόλητη
αλλάζοντας μέρες ρυθμικά
με φτερωτούς χορούς.
Το φως της ξεριζωμένο
απ' το θωρακικό κλουβί
χάσκει σπασμωδικά στην καθήλωση
και πέταλα οι άκρες της πληγής
ανοίγουν στον ουρανό.

Γράμμα στο παρελθόν

Αποφάσισα να συγχωρήσω
να χωρίσω τα "συν" κολλημένα στη μνήμη
όσα είπα "τέρας".
Είκοσι χρόνια μετά
τα γράμματα στο μέλλον
γύρισαν πίσω
στις πέτρινες κάσες τους.
Στην αργοπορία του κουκουλωμένα
τα μισά σωθικά μου
σκοτώνονται με τα άλλα μισά κάθε μέρα
για την επικράτεια του φόβου.
Ψυχροπολεμικοί παγετώνες εμείς
εκτιθέμενοι σε ακτίνες Χ της αλήθειας
πλημμυρίζουμε τον κόσμο
γεμίζοντας τις βαθιές πληγές του.

Γνώσεως Τίμημα

Σε κάθε καιρό μεγάλοι στοχαστές
τον παράδεισο στ' αόρατα αναζητούν
μα τόσο κοντά που είναι
πως να τον αντικρίσουν.
Πόσες φορές τον έχω δει
όταν απ' την καλή κι απ' την ανάποδη
του σώματός μου
σε φορούσα.
Πόσες φορές στην έρημη γη
τον πικρό καρπό της αλήθειας απαρνήθηκα
όταν απ' την αγκαλιά σου
με εξόρισε.

Δάκρυ

Από βυθό λησμονημένου αρχιπελάγους 
ναυάγιο της θωρακικής μου κοιλότητας
ανόητα χάσκει.

Το νόσημα που ονοματοποίησες
όμηρος λαβυρίνθου πιθανοτήτων
ένα μηδενικό θέλημά σου να γίνει.

Βλέμμα αόμματο ανυπαρξίας
νερό από νεκρικό πέτρωμα
σαν όαση στραγγίζει.

Βιογραφικό σημείωμα

Η Ξένια Καλαϊτζίδου γεννήθηκε το 1989 ως Ξένια Σορόκινα στην Πένζα της Ρωσίας ,όπου και ολοκλήρωσε την υποχρεωτική της εκπαίδευση. Με τα ελληνικά ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή στα 14 της ,όταν ως ανήλικη μετανάστρια υιοθετήθηκε από ελληνική οικογένεια, εξού και το ελληνικό επίθετο.  Έχει σπουδάσει στο Πολυτεχνείο του Α.Π.Θ και είναι πτυχιούχος του ινστιτούτου ρώσικης γλώσσας Αθηνών Πούσκιν. Τα ρωσικά είναι η μητρική της γλώσσα και η βασική γλώσσα μετάφρασης. Ασχολείται με τη δημιουργική γραφή και η κυριότερη γλώσσα στην οποία γράφει είναι τα ελληνικά.Το 2015 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "Ένεκεν" η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο: "Ήρωες άχαρων πόλεων", ενώ το 2019 κυκλοφόρησε η μικρή ποιητική συλλογή της "Τα ψυχομετρικά" (αυτοέκδοση) η οποία και διανεμήθηκε δωρεάν σε μορφή fanzine. Ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί στην "Ανθολογία 77 βραβευμένων ποιητών" στα φεστιβάλ ποίησης Θεσσαλονίκης 2000-2005 της Ε.Σ.Λ.Ε. και σε άλλα έντυπα. Έχει μεταφράσει Ρώσους κλασικούς και πρωτοποριακούς ποιητές και πεζογράφους, Εβραίους αναρχικούς ποιητές της Αμερικής από την Γίντις, ποιητές και πεζογράφους της Μπενγκάλι, κι άλλους Ασιάτες ποιητές από την αγγλική με επιμέλεια στην Μπενγκάλι και Ουρντού. Υπήρξε για δέκα περίπου χρόνια τακτική συνεργάτιδα του λογοτεχνικού περιοδικού "Ένεκεν", ενώ, άρθρα, μεταφράσεις και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί επίσης σε λογοτεχνικά ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστολόγια. Ζει στη Θεσσαλονίκη ,όπου το προηγούμενο διάστημα εργάστηκε ως καθηγήτρια ρωσικής γλώσσας και διατηρεί συνεργασίες με διάφορα μεταφραστικά γραφεία.