Δέκα ποιήματα της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου

Δέκα ποιήματα της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου

Η Μελίτα Τόκα- Καραχάλιου, η ποιήτρια που υποδέχομαι στη στήλη μου "Στα βαθιά", είναι λογοτέχνιδα με μεγάλο έργο και πολλές περγαμηνές. Σπουδάζοντας Γαλλική Φιλολογία, έχει εκδώσει δεκατρείς ποιητικές συλλογές, οι έντεκα εκ των οποίων στα ελληνικά και γαλλικά. Έχει βραβευτεί με μετάλλιο διαλόγου των Πολιτισμών από τις Χρυσές λέξεις της Γαλλοφωνίας. Έργα της έχουν μεταφραστεί σε διάφορες ξένες γλώσσες.  Διάλεξε για μας δέκα ποιήματά της! Θα δείτε μια αριστοτεχνική χρήση της γλώσσας και μια βαθιά συνομιλία με τον εσώτερο εαυτό!

Στην αντίπερα όχθη

«Επτά πόλεις μάρνανται σοφήν
δια ρίζαν Ομήρου, Σμύρνη . . . . . »

Στην αντίπερα όχθη σας αντάμωσα
να λούζετε τα μαλλιά σας
στο φως «του ηλίου του πρώτου»,
όπως λεν,
στο διάβα των αιώνων.

Καίτη, λάμψη χλόης υπερήφανης
δάκρυ πετρωμένο στα γαλάζια ρήγματα.

Κατινάκι, ξέσπασμα σαντουριού μελαγχολικό
στους μαύρους καπνούς άλλων καιρών.

Κατίνα, άρωμα τζιτζιφιάς ερεθιστικό
στις ρίζες της σκόρπια φυλάγει ρουμπίνια.

Αικατερίνη, ολοπόρφυρη ανεμώνη θαλασσινή
μέτοικος στων ίσκιων την καλημέρα.

Όλες αυτές είσαι εσύ
μοναδική και μία
φλόγα, ιστορία, θύμηση,
μία φωτογραφία.

Σώμα

Σώμα σμιλεμένο, σφριγηλό,
από μέλι και χυμό φτιαγμένο,
τρυφερό βλαστάρι μοσκομύριστο.
Πως μεταλλάσσεσαι σε γέρικο κουφάρι,
πως καταντάς κουβάρι δύσκαμπτο,
καράβι που το διαλύει η σκουριά.
Σε διαβρώνει του χρόνου το ροκάνι.
Μοιραία ακολουθείς και εσύ
την φυσική ροή των πραγμάτων.

13 Οκτώβρη 2017 

Υγρή κραυγή

Στη Σούλα Τσατσάκου

Παράπονο φθινοπωρινής βροχής
αθόρυβα κυλάς
απ’ τον γαλάζιο παγετώνα του κορμιού της
σε αρχαία ρυάκια πυρετικά,
που άπλωναν στον ήλιο τη χαρά τους
τις υποσχέσεις τους ντυμένα.

Θα 'ρθούν πολλές ημέρες να το γευθούν
θα ΄ρθούν πολλές ημέρες
για να το μοιραστούνε.

Η μνήμη σιωπηλή μοιάζει ατέλειωτη
κι απ’ τα μικρά παράθυρά της
υάκινθοι φεγγίζουν,
κι όλο το μυστικό των φλογισμένων στιγμών
σε στήθος ήρεμων κυματισμών φωλιάζει.

Στην κουπαστή του χρόνου αραγμένη,
υγρή κραυγή, η νιότη σου.

Δύο φίλοι

Πάνω σε βράχο ζηλευτό, στου Αλέξανδρου τη χώρα
δύο φίλοι συνομιλούν με στρατιές από λέξεις
στην έρημο της λευκής σελίδας.
Ο ένας καθισμένος στης Πίνδου τις βουνοκορφές,
έχοντας τον “Σταυραετό” παρέα,
μέσα από τις μοσκομύριστες του γεροπεύκου ανάσες,
το θρόισμα του ελάτου,
στον ήχο της φλογέρας ν’ αγγίζει του ουρανού τη γαλήνη,
με τη ματιά του ν’ αγκαλιάζει του Ολύμπου τις κορυφές,
να προσκυνά τον θρόνο του Δία
κι από κει να πλανάται στης Παναγιάς το Περιβόλι
ακούγοντας τις ψαλμωδίες των Αγίων.

Κι ο άλλος, στης Ελένης τα χώματα,
στον βράχο της Μονεμβασιάς καθισμένος,
του κυμάτου το θαλασσινό αγέρι να ανασαίνει.
Με βλέμμα ξάγρυπνο κι ανήσυχο
τ’ανθισμένα νούφαρα ν’ ατενίζει
σπαρμένα στου Αιγαίου την ποδιά.
Συντροφιά με τους κρωγμούς των γλάρων,
λέξεις να συντίθενται.
Κι αυτός να τις βάζει στη σειρά,
να τις ταξινομεί για να εκφράσει
διώξεις, κακουχίες, κραυγές θυμάτων.
Μα και οδύνη και σπαραγμό
για την καθημαγμένη Μεγαλόνησο.
Αλλά και για ιδέες και όνειρα ματωμένα,
που σκόρπισαν και διαλύθηκαν
στου χρόνου την σκουριά.
Αφήνοντας γεύση πικρή.

Σάββατο 19/10/2019
ώρα 11 το πρωί

Εμείς

Θα’ρθει η στιγμή που σαν σκιά αστραπής
θα φυσήξει o άνεμος της τιμωρίας
κι οι ένοχοι θα πληρώσουν.
Το βεβαιώνει η ευθεία τροχιά της Ιστορίας.
Από του χρόνου την καρδιά
που ηχεί μέσα στον εμπαιγμό της ατέλειωτης αθλιότητας
θα φυτρώσει το αγαθό της λύτρωσης,
σ' αυτόν τον τόπο τον αιώνιο,
στα συστατικά του περιελάμβανε
τόπους μελλοντικούς,
σ' αυτόν τον τόπο που ο ήλιος του
μέσα απ' τα αποκαΐδια του ανατέλλει.

“Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο δολοφόνος,
συγχέει τους νεκρούς με τους ζωντανούς”*
από την καταρράκωσή του το φως
θα ξαναγεννηθεί όμοια με τη συγκίνηση
που φτεροκοπά μέσα στον εκτυφλωτικό ήλιο.
Οι ψυχές μας θ' απλωθούνε σαν τη θάλασσα,
θα λατρέψουμε ξανά αυγές παρθένες,
όπως όταν από μιάν αυγή αργόσυρτη
γεννιέται η αγάπη,
εμείς, τα πλάσματα της θύελλας.

Επειδή οι άνθρωποι έχουν ανάγκη
να σμίγουν μεταξύ τους στο καφενείο ή στην ταβέρνα
για να ζεσταθεί η ψυχή τους,
ν' αφουγκράζονται την αλήθεια,
να βρίσκουν τη δύναμη να παλεύουν,
να ελπίζουν ν' αλλάξουνε τον κόσμο.
Από τη δίνη της παραπλάνησης,
από το κατακάθι της λάσπης
θ' αναστηθούμε.

* “Η τελευταία νύχτα” ποίηση και αλήθεια , Paul Eluard
Τρίτη 26 Αυγούστου 2014
ώρα 11 το πρωί.

Η τελευταία βόλτα

«Θάνατε, άφωνε λόγε,
άμμο αποθεμένη . . . »
G. Ungaretti – άσμα δεύτερο

Δεν έμοιαζε,
αλλά ήταν αποχαιρετισμός
η τελευταία βόλτα στην πόλη σου.
Η νύχτα προχωρημένη, τα φώτα αναμμένα
και οι μελωδικές φωνές,
όμοια με του παραμυθιού τον μαγικό αυλό,
που λίκνιζαν θαμώνες του κεφιού,
πνίγηκαν ξαφνικά στα ουρλιαχτά της νύχτας.
Άρχισε τότε
με τον αήττητο εξουσιαστή να μονομαχεί,
γδύθηκε την κυρίαρχη ευθυμία,
απορυθμίστηκε απ’ τα ύπουλα χνάρια απελπισίας
η νύχτα με τις λαμπερές σταλαγματιές.

Χιόνι πυκνό έπεσε πάνω στα εβένινα μαλλιά της,
βαρδάρης παγωμένος χαράκωσε τα στήθη της
και τ’ ουρανού το γέλιο κεραυνός θρυμμάτισε.
Κι ούτε φτερό δεν παιχνίδισε
στ’ ασάλευτα κλαριά των δένδρων
κι ούτε ένας δρόμος προσιτός
μέσα του να καθρεφτιστεί η ελπίδα.

Θεά απαστράπτουσα

Ο τόπος μας φαιόχρωμος
με αυγές ανταριασμένες, με νύχτες παγερές,
ο ουρανός μας κατηφής,
χωρίς σοδειές η γη μας
κι εμείς στη σήψη οδηγημένοι
σαν αστέρια τρεμουλιάζουμε
σε μία εποχή παράλογη,
από αθλιότητα σημαδεμένη.

Κάποτε αναπνέαμε τον ίδιο μοσκομύριστον αέρα,
τον αέρα που γονιμοποιούσε τα σπαρτά
και χαίρονταν οι κάμποι,
τον αέρα που ευλογούσε της Άνοιξης τα χέρια
και σαν χάδι απλώνονταν σε χέρια μελλοντικά.
Στην πιο αξιοζήλευτη γη
λουζόμασταν στο φως που άναβε
μέσα στις φλέβες των ανθρώπων,
στο φως που όρθωνε στα μάτια τους την ελπίδα.

Απαστράπτουσα εσύ, λάφυρο λεηλασίας,
αδυνατείς ν’ ανασάνεις πια την αύρα του Αιγαίου,
ούτε η ομορφιά σου μπορεί ν’ αστράψει
μέσα στο κυρίαρχο φως,
που λαμποκοπά στον τόπο μας.
Ξέρεις, ακόμη και το λαμπερό μας φως
απαιτούν οι εκμεταλλευτές του κόσμου.
Και ούτε με το βλέμμα σου,
που μέσα του η οργή σπιθοβολάει
μπορείς, σαν ευεργετική βροχή,
τις μέρες μας να λυτρώσεις
από την αγωνιώδη πολιορκία του αιχμηρού ορίζοντα.

Κοχύλι ολάνοιχτο

Ο χρόνος ρέει ακύμαντα αδιάφορος.
Τι να θυμάται άραγε το φλύαρο πάφλασμα της θάλασσας.
Με το διάφανο γαλάζιο χρώμα του,
μου διηγείται την περιπλάνησή του πέρα από τον χρόνο,
πέρα απ’ τον αέρα, που σφυρίζει τον σκοπό του.
Σαν ένα κοχύλι ολάνοιχτο καταγράφει
ό,τι πρόλαβε να δει πριν κλείσει το κέλυφος του για πάντα.

Στο πρώτο του σκίρτημα στο φως
αντίκρισε ανθρώπους ν’ αλληλοσπαράζονται,
βάρβαρους κατακτητές να ποτίζουν
με αίμα αγάλματα σιωπηλά,
πρόσωπα οργωμένα από της φτώχειας το αλέτρι,
παιδιά ξυπόλητα ν’ απλώνουν χέρι για ένα ξεροκόμματο.

Θυμάται ημέρες γκρίζες με υποσχέσεις μετέωρες,
σε χώμα άγονο θαμμένες.
Ανάμεσα σε πλαγιές μοσκομύριστες με τον περήφανο έλατο να θροΐζει,
μετράει πληγές, σε μαύρα σύννεφα κρεμασμένες.

Με καρδιά γυμνωμένη από ελπίδα,
ακίνητο ακούει τα μηνύματα της θάλασσας,
που το διάφανο μουρμουρητό της αγγίζει την απέραντη
σιγή του Γαλαξία.

Μην και ξεχάσει

Κι ο ουρανός έντρομος
προβλέποντας τον κίνδυνο,
μην και ξεχάσει της θάλασσας τη μορφή,
με ένα Φι να ολοκληρώνει το σχήμα του,
σαν φραμπαλάς στο φλογάτο φόρεμα της Κάρμεν,
έβρεξε μία άνοιξη,
με άνθη συνθέσεις από λέξεις σήμαντρα,
να επισημαίνουνε τις πιο επιθυμίες.
Σύγκορμα να συνεπαίρνουνε,
καθώς οι ήχοι τους, αισθήσεων διεργασία μυστική,
σπάζουν επάνω στο δέρμα ημέρας γιορτινής.
Καθώς παραδοχή τρόπαιου, σε ναό μοναχικό,
αυλακώνει σε κίνηση κυκλική,
την κυριαρχία των λέξεων.

Ορφέας Δροσουλίτης*

Και όταν
η κόκκινη ομίχλη διαλύθηκε
διέκρινε πως ο ορίζοντας
ακόμα πιο ακαθόριστος ήταν.
Και το πραγματικό τοπίο έρημο
δίχως πεταλούδας χορό
χωρίς την μοσκοβολιά των ρόδων
και ούτε αλόγων καλπασμό
κι η στέρνα ξεραμένη.
Μια ψευδαίσθηση οδυνηρή,
αστραπή που σημάδεψε το είναι της
με ουλές προσμονής.
Έτσι σαν σε νάρκη παρέμενε
τον χρόνο σιωπηλά ν’ αποκοιμίζει.
Και ο Ορφέας,
Δροσουλίτης ήταν ο Ορφέας,
και εκείνη μια Ευρυδίκη
που θαμπώθηκε
από της φύσης τ’ ανερμήνευτα παιχνίδια.

*Φυσικό φαινόμενο που παρατηρείται την αυγή, στα τέλη της Άνοιξης στην Κρήτη
 
Βιογραφικό σημείωμα 

Η Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, από γονείς εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η καταγωγή της μητέρας είναι από την Σμύρνη και του πατέρα από τη Λητή Θεσσαλονίκης. Πτυχιούχος της Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Μεταπτυχιακές σπουδές στη Sorbonne, στις οπτικοακουστικές μεθόδους διδασκαλίας. Δίδαξε σε πολλά σχολεία το «Ιδεόγραμμα».Έργα της: 13 ποιητικές συλλογές εκ των οποίων οι 11 είναι δίγλωσσες (ελληνική-γαλλική), 1 δοκίμιο και 4 μεταφράσεις έργων από τη γαλλική και την ιταλική γλώσσα στην ελληνική. Ποιήματά της μεταφράστηκαν στην γαλλική, ιταλική, ισπανική, ρωσική και αραβική γλώσσα. Μετάλλιο για τον «Διάλογο των Πολιτισμών» από τις Χρυσές Λέξεις της Γαλλοφωνίας (Παρίσι, 2010). Το δοκίμιό της «Από τον Θεόκριτο στο λογογράφημα» μεταφράστηκε στο Ελληνικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Aix-en-Provence το 1998 από την Renée Jacquin. Τιμήθηκε με αργυρό Μετάλλιο από την Renaissance Française, Γαλλία τέλη του 2013. Το περιοδικό «Κοράλλι» έκανε αφιέρωμα για το έργο της το 2015 στο τεύχος 6.