Δέκα ποιήματα της Μαριαλένας Δισακιά

Δέκα ποιήματα της Μαριαλένας Δισακιά

Σήμερα στη στήλη «Στα βαθιά» έχω προσκαλέσει τη λογοτέχνιδα Μαριαλένα Δισακιά. Η καλεσμένη μου σπούδασε λογιστική. Εξάσκησε για αρκετά χρόνια το επάγγελμα στην Αθήνα και στη Σκύρο,μέχρι που αφιερώθηκε αποκλειστικά στη γραφή και την ανάγνωση ποίησης και πεζογραφίας. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή,μια νουβέλα κι έχει συνεργαστεί με δυο συγγραφείς στη δημιουργία ενός βιβλίου ποίησης κι αφήγησης. Διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε τρεις ανθολογίες διηγημάτων και ποιήματά της σε δυο συλλογικά έργα. Η ποίησή της είναι αφηγηματική, υπαρξιακή, προσωποκεντρική,ενίοτε εξομολογητική.  Ο λόγος της είναι διεισδυτικός, πολύχρωμος, συγκινησιακά ισχυρός, με ξεχωριστή εικονοποιία ,γόνιμες αλληγορίες και καλοστημένη σκηνοθεσία. Την πένα της απασχολούν οι σχέσεις,η συνομιλία με τον βαθύτερο εαυτό,το άτομο ως κοινωνικό μέλος …και όλα τ’ανθρώπινα. Θα δούμε δέκα μοναδικά ποιήματά της!

Μέσο διαφυγής

Μετά το χρυσαφένιο δείπνο
κλείνουν οι πόρτες,
μα εμένα μου λείπουν πιότερο
τα ανοιχτά παράθυρα.
Όχι οι φάτσες σας
που γυροφέρνουν η μια την άλλη
σαν τρόπαια ούτε οι κουβέντες σας
που "λόγο" δεν έχουν.
Λάσπη που διαχώρισε τα χαρτιά
από τα πόδια.
Χάος που εισέβαλε κάπου ανάμεσα
στα μάτια και το μυαλό.
Πόσο ήσυχη είμαι όταν κάθομαι
εκεί απέναντι από το κλειστό παράθυρο,
μου βγάζω τη γλώσσα,
κάνω γκριμάτσες αστείες,
σε βλέπω που με κόπο κρατάς
τα χείλη σου να μην γελάσουν,
να μη φανείς γελοία.
Όσο το κάνεις αυτό τόσο χειρότερη γίνομαι,
τραβώ τα μάτια προς τα κάτω,
γυρίζω τα βλέφαρα προς τα έξω,
τραβάω τη γλώσσα στο λαιμό
και σου λέω, ποσό σε λυπάμαι.
Θέλεις να φύγεις τρέχοντας
μα σου κόψανε τα πόδια.
Άχρηστη να προστατέψεις το μόνο
μέσο διαφυγής σου απασχολούμενη
με τις αστείες γκριμάτσες μου.

Τελευταίο σκαλοπάτι

Δεν θέλω να σωθώ!
Κοιτώ τα μάτια σου
και ξεκινώ με το :
"κανείς μας δεν θέλει να σωθεί".
Κάθομαι στην κορυφή
της μεγάλης θλίψης.
Πονώ ζηλεύοντας
τους μικρούς μαύρους
δαίμονες την ώρα που ξεσκίζουν
το κρανίο μου
και να φεύγουν χαϊδεύοντας
το τελευταίο σκαλοπάτι.
Τους κοροϊδεύω γιατί
ξέρω πως ακόμα και αν φτάσουν
στη θάλασσα δεν ξέρουν μπάνιο.
Θα επιστρέψουν στην φωλιά της
σάπιας σκέψης μου!

Στον Άκη

Τα λέμε όταν γυρίσεις,
μου είπες.
Εγώ γύρισα.
Εσύ ήσουν σε ένα κρεβάτι
τυλιγμένος με γάζες,
τόσες πολλές γάζες
θεέ μου που τις βρήκαν
και σε τύλιξαν σαν μωρό
στα φασκιά;
Μίλα μου. Ήρθα!
Μου είπες
θα τα πούμε μόλις γυρίσω,
γύρισα δες με,
κοίτα με διάολε!
Δεν με κοίταξες ποτέ ξανά.
Τα λέμε όμως.
Κάθε που κλαίω
νιώθω το χάδι σου.
Κάθε που αναρωτιέμαι
ακούω την συμβουλή σου!
Κάθε που σε ψάχνω όμως λείπεις!
Κάθε σήμερα έρχομαι.
Κάθε αύριο σε ψάχνω.
Τόσες γάζες που τις βρήκαν;
Ποιος τους είπε διάολε πως μπορούν
να κρύψουν το πρόσωπό σου
από τα μάτια μου;
Σήκω!
Σήκω να σου πω.
Σήκω να με ακούσεις.
Τόσος εγωισμός αδελφέ μου!
Να φύγεις νωρίς και να με αφήσεις μόνη να κοιμάμαι με τους λύκους!

Χορός

Έπιασε χορό
ο Ιούλης με το Φλεβάρη
στην αυλή μου.
Τραγουδάνε εναλλάξ,
μα μένα το μυαλό μου
με μπερδεύει.
Θάλασσα διαχέεται
από την ματιά του Ιούλη.
Χιόνι από κείνη του Φλεβάρη.
Αίμα από τα μάτια μου με πνίγει.
Θα θέλανε και οι δυο λόγια
του χρόνου να πούνε.
Γύρνα πίσω και δες!
Τι να δω ;
Όλα κόκκινα τα βλέπω… όλα!
Τη θάλασσα, το χιόνι.
Δεν είναι λεν.
Μην ακούς.
Με τραβάει το βράδυ
στα φιλιά της χαράς, του ταξιδιού
Όμως εγώ φοβάμαι τ’ αεροπλάνα
και τα καράβια
Δεν μπορώ να ταξιδέψω
παρά μόνο στις σελίδες
ενός παλιού ημερολογίου.

Αδιαφορώ

Καμιά φορά θυμώνω.
Θυμώνω με εμένα πάντα.
Κάπου κάπου με βρίσκω αλλού.
Είναι οι στιγμές που βγάζω τα νύχια μου
ξεσκίζω την ψυχή δεν υπάρχει χώρος
για δάκρυα ή για ύπνο, φιλιά ή πόνο.
Δεν πονάω, πια
Αίμα σταλάζουν τα μάτια μου
όμως χαίρομαι που μπορώ
ακόμα να βγάζω νύχια σε μένα
δεν με νοιάζει αν θες η όχι, ούτε
καν αν αυτό το φοβάσαι!
Ξέρω πως εσύ πονάς, αγαπάς, νοιάζεσαι...
μα για να το δεχτώ πρέπει
πρώτα να με σκοτώσω.
Ακούς;
Γνωρίζω πως όχι!
Δεν με νοιάζει τι θα 'ναι ταράτσα,
τρένο, ύπνος ό,τι και αν είναι
θα με αναγεννήσει.
Θα πιάσω το βυθό και από κει
θα σταλάξω αγέρα ανάσας.
Τώρα όμως φύγε δεν θέλω να σωθώ.
Σε ξέρω...

Αναδρομή

Η αρπαγή της μήτρας
αποφασίστηκε αιώνες πριν
όταν ένα κοκκινομάλλικο
έκθετο πόρνης
αφέθηκε να υπηρετήσει
το ναό της γυναικείας αποστροφής,
έτσι έμαθε να ζει υμνώντας
το ρόγχο του θανάτου,
κρατώντας το ρούχο της απογοήτευσης
στάχυ που θερίστηκε νωρίτερα
από του καλοκαιριού τη στάση.

Αυτός που κοιμόταν

Μάτια μεγάλα με φόβο λαού,
θυμό πλημμυρισμένα, αίμα
ποτάμι ξεχυνόταν από
τον δάκριο αδένα του δεξιού ματιού
θρασύτατο.
Ορμή κυλούσε ανοιχτά της
οροσειράς της μύτης και εκβάλλει
στην αριστερή χαραμάδα
ανάμεσα των χειλιών του
Βόμβα μου είπε…
κοιμόταν με τη μάνα και την αδελφή του
ήταν ο μόνος που ξύπνησε
ώρες μετά,
μέρες δεν ξέρει,
μετά από το μεγάλο κρώξιμο π’ άκουσε
Τώρα εκδίδεται για 5 ευρώ
σε πούρα που βαριανασαίνουν,
ρίχνοντας ιδρώτα στο δικό του
εσωτερικό ματωμένο ποτάμι.

Δεν χωρώ

Πού είναι αυτό το κορίτσι που γνώρισα;
Ανάμεσα στη ζωή και την άνοιξη !
Χωράω;
Όλοι χωράμε σε μια άνοιξη,
απ' την ζωή περισσεύουμε.
Μην ακούς την θλίψη μου
τελευταία μιλάω πολύ μαζί της.
Δεν χωράω στον κόσμο σας.
Ούτε στους στήμονες των ανθέων.
Κρεμιέται η ανυπαρξία μου
στα πόδια μιας σφήγκας
Φοράει την κορδέλα
ενός αγαθού δαίμονα στα στήθη.
Οι άγγελοι με μαύρες γλώσσες
προγραμματισμού με φτύνουν
Δεν θα κρίνω τους ανυπότακτους
σκώληκες που βγάζουν φτερά
Εσύ θέλω να είσαι καλά!

Συνεχίζω

Να σε φιλώ στο παγκάκι
του σταθμού σαν να σ' αποχαιρετώ για πάντα.
Δεν μ' αρέσουν οι αποχαιρετισμοί,
ούτε τα φιλιά στα παγκάκια
Αγαπώ όμως το βλέμμα σου όταν σου λέω «όχι».
Όταν σου λέω σ’ αγαπώ και φεύγεις.
Όταν φωνάζω αγάπη μου και σε χάνω.
Τότε σε βλέπω να με αφήνεις πίσω και πάλι
να συνεχίζω μόνη μου.

Φίκος

Τον πότιζα με γάλα
Ξύπνησα ένα πρωί και
είχε πνίξει το δωμάτιο.
Ξεκίναγε από την γωνία του
και ανέβαινε ήρεμα
στον ουρανό των ονείρων μου.
Του ψιθύριζα τα μυστικά μου
κάθε βράδυ.
Δεν με μαρτύρησε ποτέ.
Έπινε εκείνος το γάλα
της εγκατάλειψης και
ψήλωνε - ψήλωνε κάθε μέρα και πιο πολύ.
Είχα έναν ουρανό πράσινο πια...
Μα δεν μπορεί, κάπου
θα σταματήσει να πηγαίνει όλο και
πιο συχνά στα αστέρια.
Στάσου στου αιώνα
την παράγκα μαζί μου, του φώναξα
Μοιράσου μαζί μου το γάλα, αποκρίθηκε
Μα αυτό κάνω.
Όχι δεν το μοιράζεσαι
το δίνεις όλο.
Ναι είχε δίκιο και εγώ δικαιολογία
πως δεν άντεχα τη γεύση
της προδοσίας στον ουρανίσκο μου.

Βιογραφικό σημείωμα

Γεννήθηκα στην Αθήνα. Σπούδασα λογιστική. Εξάσκησα το επάγγελμα στην Αθήνα και στη Σκύρο. Γράφω παντού εκτός από το σπίτι μου. Συνήθως στα Μ.Μ.Μ. σε καφετέριες, πάρκα ακόμα και καταμεσής του δρόμου. Ασχολούμαι πλέον μόνο με τη γραφή και την ανάγνωση ποίησης και πεζογραφίας. Γράφω ποίηση, διηγήματα, θεατρικά, αφηγήματα και αρθρογραφώ σε διάφορους ιστότοπους.
Διηγήματα και ποίησή μου έχουν κυκλοφορήσει :
«Ανθολογία μικρού διηγήματος για την νύχτα» 2017 Εκδόσεις ΚΥΜΑ
«Ιστορίες πάθους και μαγειρικής» 2017 Εκδόσεις ΚΥΜΑ
«Παράξενες ιστορίες με γάτες» 2018 Εκδόσεις ΚΥΜΑ
«Οι στροβιλισμοί της Αστάρτης» 2018 Εκδόσεις ΛΕΥΚΟ ΜΕΛΑΝΙ
«Ασκήσεις επί χάρτου» 2019 Εκδόσεις ΚΥΜΑ
«Ρευστά όρια» 2019 Εκδόσεις ΕΝΤΥΠΟΙΣ
«Ανεμοδαρμένα ποιήματα» 2020 Εκδόσεις PROVOCATEUR
«Η σκιά της μάνας» Νουβέλα 2021 Εκδόσεις ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ - ΑΤΤΙΚΟΣ

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;