Δέκα ποιήματα της Μαρίας Φραγκιαδάκη

Δέκα ποιήματα της Μαρίας Φραγκιαδάκη

Σήμερα στη στήλη «Στα βαθιά» έχω προσκαλέσει την ποιήτρια Μαρία Φραγκιαδάκη. Η καλεσμένη μου γεννήθηκε στα Πάρτυρα Ηρακλείου και ζει στο Ηράκλειο. Εργάστηκε επί σειρά ετών ως φιλόλογος και διευθύντρια Λυκείου. Διετέλεσε Πρόεδρος της Ένωσης Φιλολόγων νομού Ηρακλείου (ΕΦΝΗ) και είναι Συντονίστρια της Λέσχης Ποίησης Ηρακλείου. Στα ενδιαφέροντά της συμπεριλαμβάνονται η νεοελληνική λογοτεχνία κι ο λαϊκός πολιτισμός. Έχει συμμετάσχει σε ημερίδες και συνέδρια με άξονα τον πολιτισμό. Έχει ασχοληθεί με την παρουσίαση και την επιμέλεια βιβλίων. Ποιήματά της έχουν φιλοξενηθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και σε Ανθολογία Κρητικής ποίησης. Η ποίησή της είναι λυρική, υπαρξιακή ,στοχαστική. Ο λόγος της είναι πλούσιος, γλαφυρός, συγκινητικός, με πρωτότυπα σχήματα και διαυγείς εικόνες. Με σπουδή και λατρεία στην ελληνική γλώσσα, η δημιουργός αξιοποιεί σπάνιες στην καθημερινή χρήση λέξεις και λογοτεχνικούς όρους, ενώ βαδίζει με ζήλο και στα μονοπάτια της λεξιπλασίας. Η πένα της συνομιλεί με τα ενδότερα της ψυχής, ψάχνει απαντήσεις σε διαχρονικά υπαρξιακά ερωτήματα, σκαλίζει μνήμες και όνειρα. Η ματιά της διακρίνεται για την ευαισθησία σε θέματα ανθρώπινων δικαιωμάτων και κοινωνικής ισότητας. Θα ταξιδέψουμε με δέκα υπέροχα ποιήματά της! 

ΚΡΑΥΓΗ

[21 Μαρτίου του σωτηρίου έτους 2022]

Κάτσε, κυρά μου, σήμερα στ’ αυγά σου
που θες γιορτές και κουραφέξαλα
Πού πας με τόση φρίκη
πηγάδια ανοιχτά
κραυγές παιδιών
παιγνίδια φονικά
πού πας; πού πας; και τι να πεις
Κάτσε στ’ αυγά σου...

Καιρό τώρα το λένε οι ποιητές
δε σταματάς τον πόλεμο –πάρ’ το χαμπάρι
δε γιαίνεις τις πληγές
ούτε να καταγγείλεις δεν μπορείς
τύμβοι εδώ κι εκεί και παρακεί
για ποιο να πρωτοκλάψεις

Ανόητοι θνητοί
με ανθρωποφάγες ρητορείες
για μάχες πάλι σου μιλούν
που αυγαταίνουν δικαιώματα
–στέρνα μπρος στα κανόνια–
αξιοπρέπεια του έθνους ζωτική
κι άλλα παρόμοια
αυγά φιδιού –τα έχεις ακουστά

Κι εσύ πασχίζεις
τις στάχτες να σκορπίσεις με δαφνόφυλλα
και να στολίσεις με ακακίες
μυρτιές και δάκρυα
χεράκια παιδικά.
Τα αυγά φιδιού τα έχεις ακουστά.

Κάτσε λοιπόν κι εσύ στ’ αυγά σου
μπας και ξεπουπουλιάσουνε
ποιήματα πουλιά
με βλέμμα Μέδουσας
ή μήπως καταυγάσει νέο φως
μέσα από εκατόμβες στεναγμών
και ξαναγίνει ιερό
στης μάνας γης την αγκαλιά
το τσακισμένο πρόσωπο του ανθρώπου.

ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Πολιορκημένη στη γης
αλλά περίοικος του ουρανού
ώρα αυγινή
φεγγοβολούσα
τσιμπολογώ άνθη ποιητικά
και τα απλώνω μαγικό χαλί
αφημένα ήσυχα στη χλόη

Έσφιξα τα σκοινιά μου
ως κληρονόμος πουλιών
ταξίδια ονειρεύομαι επί πτερύγων ανέμων
με πέταγμα ανάποδο
στοχεύω ουρανό μα προσγειώνομαι στη γης

Και καθώς οι Σημάντορες άνεμοι ιερουργούν
πετώ ρόδι ευγονικό στα κυπαρίσσια
κλείνω τα μάτια
γεμίζει το σκοτάδι άστρα
πυγολαμπίδες
χορεύουν ξέστηθες χορούς ευγονικούς

Χτυπούν καμπάνες του εσπερινού
ξεφτάει απόμακρα η μινωικὴ τοιχογραφία της δύσης
κι εγώ στο προσκεφάλι σου
νύχτα φέγγουσα
δεν ξεχνώ πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας
και κόρη φεύγουσα
χαίρομαι την αυγή των πραγμάτων
συλλαβίζοντας
Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
Κάθε ώρα είναι η δικιά μας ώρα.

ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΑ

Ράβω ξηλώνω τη ζωή μου
και δίνω πάλι το παρών
στις μύτες των ποδιών ακροπατώντας
τα καταγωγικά μου ίχνη αναζητώ

Με ειρωνεύεται η νοσταλγία
με νανουρίζει κάποια προσμονή
όνειρα εξόριστα με καρτερούνε
λουσμένα ακόμη μες στο ηλιοφώς.

Μας κλείναν τον ορίζοντα λόφοι τριγωνικοί
αόρατα δεσμά κανοναρχούσαν
με το φτωχό μας λεξιλόγιο επιμέναμε
πως δεν μας ξέχασε η ζωή.
Μια εποχή από λινάρι και μετάξι
και όλα είχανε μια τάξη
οι επιθυμίες μας λιτές.

Τώρα σκοντάφτω σε σκιές
Καθώς κοιτάζω τις απέναντι πλαγιές
μία παμπάλαιη καλλιγραφία οριζόντων
με μονοσύλλαβο χαμόγελο
η συμφιλίωση των χαμηλών γηλόφων
μου ψιθυρίζει στο αυτί
τούτα τα μέρη αν αγαπώ
όλη η γης πατρίδα και μητρίδα μου.

ΖΗΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ

Στα ογδόντα ο πατέρας
φύτευε στο κηπούλι μας και μπόλιαζε νέα ζωή.
Η μάνα στα ενενήντα της
τον έρωτα τραγούδαγε
και έπλεκε μαίανδρους και άνθη.
Εγώ στα εβδομήντα μου κοντά
με τρεμάμενο χέρι
«τα κλοπιμαία του χρόνου»
πασχίζω να σκαρώσω σε στιχάκια.

Ζήλος αθανασίας, θα σκεφτείς…

αχ, ποιητή μου
παλιώσαν οι καιροί
μα ξανακαινουργιώνουνε οι φόβοι
καθώς βαθαίνουνε οι χαρακιές
στο σταυρωμένο όνειρο του κόσμου.

ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΟΜΟΡΦΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ 

Γυμνόποδη τη γης πατώ
και μέσα μου βυθίζομαι.
Ύστερα τα φτερωτά γοβάκια μου φορώ
ψηλά μες στους αιθέρες να πετάξω.

Στίχους θέλω να γράψω ρωμαλέους
να καταγγέλλουν, να πονούν και να γελούνε
και να ξερνούν το ψεύτικο και τ’ άδικο να φτύνουν
αιώνιοι να μείνουν.

Ρακένδυτοι, διστακτικοί μού βγαίνουν.
Τους οικτίρω
καθώς μόνο εμένα περιέχουν
μα αμετανόητοι εκείνοι επιμένουν.

Τουλάχιστον στιλπνούς ας γράψω στίχους
να τραγουδούν με χάρη να χορεύουν
ντυμένοι με την πορφυρή
εσθήτα της αγάπης.

ΘΛΙΨΗ

Κατάγυμνο και μοναχό
την πληγωμένη του φτερούγα
έσερνε

Θλίψη μεγάλη απλώθηκε
στα πετεινά του ουρανού
στη γης σκότος βαθύ
κι αργό ξημέρωμα.

Σερνόταν και πετάριζε
πάνω στο άσπρο του χιονιού
γερά φτερά με κόκκινο
ζωγράφιζε.

ΜΙΚΡΟ ΕΛΕΓΕΙΟ

Κατάστικτο άγουρο κορμάκι
λιγνό κλαράκι

να ’χες τουλάχιστον την τύχη
σαν το τζιτζίκι
το δέρμα σου να ξεντυθείς
πάνω σε γέρικη ελιά να τ’ απιθώσεις
λάφυρο άδειο
ή σαν τον όφι
το παλιό λερό πουκαμισάκι σου
στα θερισμένα στάχυα να απλώσεις

Απέκδυση που ίσως σε λυτρώσει

ΦΕΝΑΚΗ

Απλώσαν
ξεδιπλώσαν
τεράστια φτερά
και πέταξαν ψηλά
πάνω απ’ τα όρη τα Αστερούσια
τα αγέρωχα αρπακτικά πουλιά
από τις σάρκες χορτασμένα.

Κι εμείς
από τα χαμηλά
εκστατικοί θαυμάζαμε
τη φτερωτή τους δύναμη
τυφλοί -αλί και τρισαλί!
για τα αιματοβαμμένα ακράνυχά τους.

ΑΓΩΝΙΑ

Μασά ο χρόνος κι αγριεύει
αναμασάει και φτύνει
κουκούτσια και ψίχουλα
ψίχουλα και κουκούτσια

στα νύχια του μικρό πουλί φτεροκοπά η μνήμη
παλεύει να αλαργέψει
να σωθεί
ούτ’ ένα ψίχουλο να μη χαθεί
από του Δείπνου μας του Μυστικού
τα Άχραντα Πάθη.

ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ

Φόρεσα πανωφόρι
τη νύχτα
και ξενύχτησα εκεί στις παρυφές
της απόγνωσης

Περιπλεγμένη στους αροδαμούς της
με πήρε αγκαλιά η θύμηση
έσταζε γάλα και αίμα το στήθος της
αλμύρα και πόθο.

Σύναυγα ήρθες
σαν φως
σαν μύρο
και σαν κελάηδημα
Ιερή στιγμή
στον τοκετό της αγρυπνίας μου

Ένα μικρό κουκουναράκι η λύπη μου
στο πληγωμένο της νιότης μας αλσύλιο.

Βιογραφικό σημείωμα

Η Μαρία Φραγκιαδάκη γεννήθηκε στα Πάρτιρα, ένα χωριό της ενδοχώρας του νομού Ηρακλείου, και ζει στο Ηράκλειο Κρήτης. Είναι φιλόλογος, απόφοιτος του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Υπηρέτησε για 35 χρόνια στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση -τα τελευταία, ως Διευθύντρια Λυκείου. Διετέλεσε επί 4 θητείες Πρόεδρος της Ένωσης Φιλολόγων νομού Ηρακλείου (ΕΦΝΗ) και είναι Συντονίστρια της Λέσχης Ποίησης Ηρακλείου. Ασχολείται κυρίως με τη νεοελληνική λογοτεχνία και τον λαϊκό πολιτισμό, συμμετέχοντας με ομιλίες και εισηγήσεις σε ημερίδες και συνέδρια. Έχει κάνει αρκετές παρουσιάσεις βιβλίων, ενώ έχει επιμεληθεί και κάποιες εκδόσεις. Ποιήματά της –λίγα- φιλοξενούνται σε διάφορα περιοδικά και στην «Ανθολογία Κρητικής Ποίησης».

 

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;