Δέκα ποιήματα της Ιωάννας Αθανασιάδου

Δέκα ποιήματα της Ιωάννας Αθανασιάδου

Θα σας παρουσιάσω μια καταπληκτική ποιήτρια από τη Δράμα. Η Ιωάννα Αθανασιάδου εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές. Έργα της έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς κι έχουν μεταφραστεί στην ιταλική γλώσσα. Θα τη γνωρίσουμε καλύτερα μέσα από δέκα ποιήματά της!

ΣΧΟΙΝΟΒΑΤΕΣ (Από το βιβλίο ΣΩΜΑ ΦΥΛΑΧΤΟ, εκδόσεις Σαιξπηρικόν)

Γαλάζια λίμνη μακρινή.
Οι σκιές πεσμένες στα νερά της,
ένα αχνό φως στο βάθος της.
Η επιφάνειά της απύθμενη σιωπή.
Γλιστρούν τα μικρά της κύματα
ανάμεσα απ’ τα δέντρα και τους θάμνους στις όχθες της,
κυλούν με τους ψιθυριστούς όρκους,
δροσίζουν τ’ ασύνορα κορμιά
των ξαπλωμένων ονείρων,
τα ωραία σώματα των αγαπημένων
κάποιας χαμένης άνοιξης.
Τα σύννεφα ασυγκίνητα,
τα κλαδιά μελαγχολικά στο πέρασμα του αέρα.
Λευκοντυμένοι ακροβάτες σχοινοβατούν
σε κάποιο αόρατο σχοινί.
Ισορροπούν πάνω απ’ τη λίμνη,
αγγίζουν τη σιωπή του σώματός τους,
καθρεφτίζονται στις φευγαλέες στιγμές τους.
Οι ματιές τους φτερουγίζουν
με τις πεταλούδες της νύχτας.
Ο χρόνος τους κάπηλος των ημερών τους,
τραγουδιστής των ονείρων τους.
Περπατούν στα βότσαλα του ανέμου,
βαδίζουν στα σύνορα του κορμιού τους.
Προχωρούν σαν νεκροί στην αιωνιότητά τους.
Η πραγματικότητά τους στα κρύα νερά
ανερμήνευτη… άπιαστη.
Σχοινοβατούν πάνω απ’ τις μοναχικές σκιές τους,
διαβάτες άγνωστοι.
Αδιάβατο το κορμί τους,
αγέρας νοσταλγικός στην ερημιά.
Ασυντρόφευτη η ψυχή τους,
ξεχασμένη σε φτωχικά ερημοκλήσια.
Κι αυτοί σχοινοβάτες της ζωής τους,
λυγμός που χάνεται στ’ ακίνητα νερά.

ΜΟΝΑΞΙΑ
(Από το βιβλίο ΣΩΜΑ ΦΥΛΑΧΤΟ, εκδόσεις Σαιξπηρικόν)

Μοναξιά που περπατάς στους έρημους δρόμους!
Σβησμένα κεριά τα χαμόγελα,
δάκρυα λησμονημένα σε πεζούλια πέτρινα.
Ο καιρός ομίχλη ρευστή, άπιαστη.
Η ψυχή μας ξεχασμένη σε σοκάκια παλιά,
σιγοτραγουδά και μας κοιτά από μακριά,
μας αφήνει μόνους στην αγωνία μας.
Βιάζεται ν’ αποχαιρετήσει τους ζωντανούς της,
να θάψει τους νεκρούς της,
να στολίσει τις αναμνήσεις στα παραθύρια κάποιας παλιάς άνοιξης.
Κι όλο καθυστερεί να γυρίσει.
Όσο περνούν τα χρόνια επιστρέφει όλο και πιο αργά.
Πόσος χρόνος να φροντίσει τις αγάπες της.
Πόσος χρόνος να φυτέψει λουλούδια γύρω από τις φωτογραφίες.
Να χαϊδέψει τ’ αγαπημένα πρόσωπα,
να τρέξει μαζί τους στα δρομάκια τα παλιά,
να τους βάλει να πλαγιάσουν στα πονεμένα κοιμητήρια.
Κι όλο περισσότερο αργεί κι όλο η μοναξιά μας μεγαλώνει.
– «Περίμενε, θα γυρίσω» μας λέει.
Αλλά το ρολόι χτυπά πολλές φορές και δεν προλαβαίνει.
Και τη βλέπουμε από μακριά σε λησμονημένους κήπους.
– «Έρχομαι» λέει,
«να ποτίσω τα τριαντάφυλλα, να ρίξω νερό στις γλάστρες.
Έρχονται τα βράδια οι αγαπημένοι,
κάθονται κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο.
Μοσχοβολά το χώμα, λάμπουν τα μάτια τους,
κρατούν τη στοργή μου στο στήθος τους.
Πρέπει να είναι καθαρά τα σεντόνια όπου θα κοιμηθούν,
δροσερή η νύχτα στα σώματά τους».
– «Έρχομαι» λέει,
κι όλο φροντίζει τις έρημες κάμαρες,
τους χορταριασμένους κήπους,
τ’ αγαπημένα ξανθά μαλλιά.
– «Έρχομαι» μας λέει,
χαϊδεύοντας τα χλωμά τους χέρια.
Κι όλο και πιο πολύ αργεί.
Και παίρνουμε απόφαση τη μοναξιά μας.
Οι δρόμοι έρημοι.
Μόνο ο καιρός ακούγεται στα πλακόστρωτα.
Μα οι ρυτίδες μας βαθαίνουν,
η απουσία της ζωής μας αβάσταχτη.
– «Λίγο ακόμη» ακούμε την ψυχή μας να λέει,
«ν’ αγαπήσω τα δέντρα της αυλής,
να βάλω νερό να πιουν τα πουλιά,
να ρίξω θυμίαμα στους τάφους.
Οι νεκροί μιλούν τις νύχτες,
τους ακούν τα περιστέρια,
όλη νύχτα ξαγρυπνούν μαζί τους.
Τις μέρες περπατούν κάτω από τον ήλιο,
κοντοστέκονται στις σκιές,
γελούν δίπλα μας κάτω απ’ το μεγάλο κιόσκι
και δεν τους υποψιαζόμαστε».
– «Λίγο ακόμη» λέει η ψυχή μας,
κι εμείς της κάνουμε τη χάρη, γιατί έχουμε κατανόηση,
μα η μοναξιά μας μεγαλώνει.
Βαστούμε στα χέρια την ερημιά μας.
Θέλουμε λίγη αγάπη.
Αλλά πότε θα γυρίσει η ψυχή μας, όλο μας ξεχνάει.
– «Έρχομαι σε λίγο» μας λέει.
Κι όλο ξεχνιέται κάτω απ’ τ’ αστέρια να μετρά τις αναμνήσεις,
να ψελλίζει τραγούδια στα χελιδόνια που φεύγουν,
να καρφιτσώνει λουλούδια στα πέτα των αγαπημένων.
– «Έρχομαι» λέει,
κι εμείς την κοιτούμε μ’ αγάπη και δάκρυα,
γιατί καταλαβαίνουμε τον πόνο της.
– «Μείνε λίγο ακόμη» της λέμε, «δεν πειράζει».
Μα η μοναξιά μας γίνεται αβάσταχτη.
Η αγάπη μάς ερημώνει.
Και περιμένουμε.
Δέντρα γυμνά, ποτάμια στεγνά.
Περιμένουμε έρημοι,
βρέχοντας με δάκρυα το σταυρό της χαμένης μας ζωής,
της χαμένης μας άνοιξης.

ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΥ
(Από το βιβλίο ΣΩΜΑ ΦΥΛΑΧΤΟ, εκδόσεις Σαιξπηρικόν)

Σώματα αποδημητικά.
Το χώμα ζεστό στις φλέβες τους.
Αγάλματα λευκά δένουν βιαστικά τα σανδάλια τους.
Οι άνεμοι περιμένουν.
Κατατάχθηκαν εθελοντές σε αρχαία κοιμητήρια.
Οι χιτώνες τους λευκά πρωινά.
Κοιμήθηκαν με τις χούφτες ανοιχτές.
Τα δάκρυά τους μαρμαρωμένα.
Αντικρίζουν τις χώρες τις άχραντες,
σαλπίζουν αγγέλων στρατιές.
Σώματα αθάνατα οι θάνατοι οι άδικοι.

ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ
(Από το βιβλίο ΛΟΓΟΥ ΕΡΓΟΧΕΙΡΑ, εκδόσεις Βεργίνα)

Όταν ηχήσουν κάποτε των αγγέλων τα κύμβαλα,
κι αντικρίσουμε τη μορφή μας∙
όταν τα μυστικά φανερώσουν την αλήθεια τους
κι η μοίρα λύσει το γρίφο των ημερών∙
όταν όλα θα γίνουν εύκολα κι απλά
κι απορήσουμε που υπήρξαμε τυφλοί∙
τότε μόνο θα περπατήσουμε πάνω απ’ την Αχερουσία,
χωρίς φόβο και δίχως μοναξιά
και το «τίποτα» θα ντυθεί το χρώμα της στάχτης.
Θα μπορούμε να το ψηλαφίζουμε στο μέσα της παλάμης μας
και θα συνειδητοποιήσουμε τότε την αθανασία.
Σαν χάρτινη βαρκούλα καμωμένη από άνεμο και ταπείνωση,
θα τη δούμε ν’ αρμενίζει αμέριμνη.
Ένα πέρασμα, ένα άγγιγμα,
ένας αθάνατος βασιλιάς.
Τα βότσαλά μας θα γεμίσουνε ψιθύρους,
τα βλέφαρά μας θα γίνουνε σπαθιά στου ήλιου το ζωνάρι,
ο ορίζοντας θα παρασύρει τα μικρά μας σώματα.
Και μεις μια χούφτα σκόνη,
άνεμος στην κατεβασιά των αιώνων,
ένα τίποτε, ένας ψεύτης βοριάς.
Θ’ ανοιχτούμε τότε στο πέλαγος,
ήσυχοι για τις προσευχές που ψιθυρίσαμε στη θάλασσα,
γαλήνιοι για τη στοργή που της χαρίσαμε.
Ξανθισμένο λουλούδι στα δάχτυλά μας ανάμεσα η μοίρα,
θα μας διηγείται παραμύθια,
το φεγγάρι θα ξαπλώνει στους ασφοδέλους.
Θα καταλάβουμε τότε πως το «τίποτε» είναι χρώμα του ονείρου,
η ζωή πουκάμισο στον άνεμο
και μεις, οι πρώτοι ταξιδευτές του θανάτου.
«Το νήμα της αιωνιότητας πλέκεται από ταπείνωση κι ανάσταση,
από σκόνη κι άγρια πουλιά» θα μας ψιθυρίσει το αγέρι,
και σιωπηλοί θα περιμένουμε να ξημερώσει το χρυσό φεγγάρι.

Βαδίζουμε αργά κάτω απ’ τις λεύκες.
Πώς αδειάσανε έτσι ξαφνικά οι μέρες μας όλες;
Πώς ακολούθησαν την αιωνιότητα;
Άσπρες πλάκες στα κοιμητήρια των μικρών χελιδονιών,
πώς αντέξαμε τον πόνο;
Οι παπαρούνες γέρνουν κουρασμένες στ’ ανυποψίαστα χέρια μας
και μεις παιδιά ξυπόλυτα δίπλα στα σκιάχτρα,
γυμνοί στα μαρμαρένια αλώνια.
Πόσα καλοκαίρια ξενύχτησαν στο παραθύρι μας;
Πόσες θάλασσες μας ταξίδεψαν στα δειλινά τους;
Κλείνουμε όλα τα όνειρα στις χούφτες μας.
Ζωγραφίζουμε φεγγάρια
και τα ρίχνουμε στα νερά της απεραντοσύνης μας.
Ένα απειροελάχιστο πέρασμα η ζήση μας.
Ο καπετάνιος ακόμη ψάχνει το στίγμα μας στον ορίζοντα.

ΕΜΒΑΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ
(Από το βιβλίο ΛΟΓΟΥ ΕΡΓΟΧΕΙΡΑ, εκδόσεις Βεργίνα)

Ξανθά κυπαρισσόμηλα στις σφεντόνες μας,
οι άνεμοι, αγαπημένοι ημεροδείκτες στο καράβι κάποιου Οδυσσέα.
Αμέριμνοι σφυρίζουμε στις ερημιές.
Αφουγκραζόμαστε τη θάλασσα
να παλεύει με τις γοργόνες του ορίζοντα.
Ακουμπάμε ολόσωμοι στον βυθό
για να γευτούμε την αιωνιότητα.
Χαμογελαστοί μες στην πρόφαση της θνητότητάς μας.
Ελεύθεροι μες στην απεραντοσύνη.
Ήσυχοι στα ξαφνικά για όσα ποτέ δεν καταλάβαμε,
γαλήνιοι
όσο τα μαντολίνα του ανέμου,
όσο τα σταυρωμένα χέρια στο στήθος μιας άνοιξης
που προσπέρασε,
όσο τα γλαροπούλια στα καταστρώματα του ήλιου.
Αναπαυόμαστε στις λεύκες των παιδικών ονείρων.
Το αλώνι του φεγγαριού
μας υπόσχεται μιαν αναμέτρηση με τους αγγέλους.
Ποιος θα τραγουδήσει τα εμβατήρια
των γενναίων μας παραμυθάδων;
Ποιος θα πληρώσει τους αμαξάδες
που μας οδήγησαν στην άλλη όχθη των ημερών μας;
Στα γυμνά μονοπάτια γέροντες ουράνιοι
μας περιμένουν εορταστικοί.
Γερτοί στα μανουάλια των ονείρων,
ολόσωμοι στα εικονοστάσια της ψυχής.
Ποιος θα σβήσει το καντήλι στην κάμαρή τους;

ΓΛΥΠΤΑ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ
(Από το βιβλίο ΛΟΓΟΥ ΕΡΓΟΧΕΙΡΑ, εκδόσεις Βεργίνα)

Άυλα πρόσωπα λαξεμένα στους βράχους,
άπονη η ζωή στα κατάρτια του ανέμου.
Θολά τα πρωινά κι οι βράχοι σκληροί.
Πληγώνουν!
Ψυχές σκαρφαλωμένες στη μοίρα
ισορροπούν σε μια χούφτα ήλιο,
αγωνίζονται με το άπιαστο.
Κανείς ποτέ δεν έμαθε τον πόνο της αγάπης τους,
οι θύελλες σφυρίζουν.
Χιλιάδες βράχοι ανθρωπόμορφοι
αναμετριούνται με την άβυσσο,
παλεύουν οι αντρειωμένοι με τα κορμιά τους.
Πόσος πόνος να χαράξουν τη μορφή τους,
να κερδίσουν μια πατρίδα.
Σκληρός ο αγώνας,
η πέτρινη σάρκα πονά.
Κι οι βράχοι μαλακώνουν απ’ τη θλίψη τους,
τ’ αγέρι θρηνεί σπαρακτικά.
Βλέφαρα γερτά λαξεμένα στους βράχους,
αθάνατα, σιωπηλά γλυπτά.

ΤΟ ΒΟΛΙ
(Από το βιβλίο ΛΟΓΟΥ ΕΡΓΟΧΕΙΡΑ, εκδόσεις Βεργίνα)

Το ποίημα αναφέρεται στη σφαγή της Δράμας.

Στη μνήμη του παππού μου, Βασίλη Παγωνίδη,
που τον σκότωσαν οι Βούλγαροι
τον Σεπτέμβρη του 1941 στον Καλό Αγρό της Δράμας.

Ένα βόλι σφηνωμένο στην καρδιά μας,
ματωμένο, βουλγάρικο βόλι.
Πέρασε πάνω απ’ τον κάμπο με τα στάχυα τα χρυσά,
τα δέντρα τα πανύψηλα,
στάλαξε μαύρο αίμα στου παππού το στήθος το πονεμένο.
Ατέλειωτοι οι λυγμοί εκείνου του φθινόπωρου,
βολές αλάνθαστες στόχευσαν το ριζικό μας.
Τους στήσανε σιμά στις λεύκες και τους πυροβόλησαν.
Εκείνους τους λεβέντες.
Ο ήχος συρτός κι αξημέρωτος,
ο ήχος ο φονικός του θανάτου.
Τους στήσανε την ώρα της θλίψης και τους πυροβόλησαν.
Οι άνανδροι άνομοι του πολέμου.
Το αίμα γλίστρησε σαν φίδι στον κόρφο μας,
μαυροφόρεσε τα δάκρυά μας.
Γεννηθήκαμε με τον πόνο συντροφιά,
χρόνους και χρόνους κρατά το μοιρολόγι μας.
Ένα βόλι μάς έριξε κατάχαμα,
οι ψυχές μας ριζωμένες στον Άδη.
Θλιμμένα τα μάτια του παππού τα μεγάλα,
το αίμα νωπό στο πουκάμισό του.
Ολόρθος ξεψύχησε μέσα στο φως.
Λεβέντης περπατά στις νύχτες μας.
«Μη με ξεχνάτε» μας γνέφει ολοζώντανος.
Άνεμοι σκληροί ορίσαν τις ζωές μας.
Τρέχουμε με λαχτάρα να τον αγκαλιάσουμε,
το αδικοχυμένο αίμα μάς παγώνει.
Το βόλι το φονικό, καρφί στον σταυρό του ήλιου μας,
μαύρη κηλίδα στη ζωή μας όλη.

ΠΑΛΙΕΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ
(Από το βιβλίο ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΣΙΩΠΕΣ, εκδόσεις Βεργίνα)

Τα όνειρα κοιμήθηκαν στην άκρη της μνήμης,
βαθύς ποταμός η λήθη.
Οι άνθρωποι αμίλητοι,
τα νέα άργησαν πολύ.
«Όλα παλιά» φωνάζει ο εφημεριδοπώλης,
τα ημερολόγια δείχνουν παλιές ημερομηνίες.
Και τα δίσεκτα έτη ανύπαρκτα
και το φως ξοδεμένο στη θλίψη.
Ποιος ξόρκισε τους αγγέλους να κρύψουν τ’ αφανέρωτα;
Πόσο θα περιμένει η ανάσταση;
Κι όλο αργεί να ξημερώσει
κι όλο η πλήξη φωνάζει να της κόψουν επιτέλους τις αλυσίδες.
Οι φωτογραφίες άφαντες,
οι κορνίζες αδειανές,
πώς ν’ αντέξει κανείς τόση αγωνία;
Τα τελευταία άνθη έπεσαν το περσινό φθινόπωρο
και τώρα οι σκιές άπλωσαν ρίζες στο δακρυσμένο χώμα.
Ξέχασαν να κλείσουν την πόρτα όσοι έφυγαν για πάντα,
η χαραμάδα που έμεινε μας σημάδεψε πέρα ως πέρα.
Το βήμα ένα και μοναδικό ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί,
χωρίστηκε ο χρόνος στα δύο.
Άσπλαχνα όνειρα μας χτυπούν με λύσσα,
αρραβωνιάστηκε η νύχτα μας τους άκλαφτους ναυαγούς,
το νυφικό της κρεμασμένο στην αγχόνη της μοναξιάς.
Γέρασε ο χρόνος να περιμένει τον θάνατο,
ο Χάρος ξεχάστηκε στα μισά του δρόμου
και τώρα βιάζεται ν’ αποδώσει δικαιοσύνη.
Αλλά το τρένο με τις πολλές λαβωματιές
τρέχει ξέφρενο στο φως
και φυσά τρελός ο άνεμος.
Χρόνια πολλά μάς ξέχασαν οι ώρες,
μετέωροι περιμένουμε στους σταθμούς.
Αλλά ο σταθμάρχης δε σφυρίζει για μας
και ο πόνος στο στήθος μας
όλο και γίνεται αβάσταχτος.

ΕΙΔΩΛΟ (Από το βιβλίο ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΣΙΩΠΕΣ, εκδόσεις Βεργίνα)

Πρωινά γεμάτα φως και ψιθύρους,
γεύση του άχρονου κι ελπίδα.
Αντίπερα της ψυχής μας, θαμπό το είδωλό της,
ποια η αλήθεια και ποια η πλάνη άραγε;
Ακροβάτες ανάμεσα στο «είναι» και στη φθορά,
κοιταζόμαστε στου παρελθόντος τον καθρέφτη
και το μόνο που βλέπουμε είναι το παρόν που μας βασανίζει.
Φτωχά είδωλα τα πρόσωπά μας,
οι μέρες μας ξέπνοες,
η αγωνία μάς σιγοτρώει.
Τι άραγε είμαστε εμείς,
τι το είδωλό μας
και τι «τ’ ανάμεσό τους;»

ΑΓΟΥΡΟ ΦΩΣ

Ονειρευόταν κύματα να χτυπούν
τ’ αλαφροΐσκιωτα παγκάκια παραλίας ερημικής
κι έπειτα μεγάλα πουλιά να φτερουγίζουν
πάνω απ’ το ξαπλωμένο κορμί της.
Η μισή από άχυρο και αίμα,
η άλλη μισή από πέτρα και νερό.
Έμπαινε η θάλασσα λεύτερη στους κόρφους της
κι ένα ανέγγιχτο ουράνιο τόξο καταμεσής μιας νύχτας φωτεινής.
Στο ένα της χέρι ο σφυγμός του περασμένου καλοκαιριού,
στο άλλο μια ζωγραφιά
με πανηγύρια κι οργανοπαίκτες
χαμένους στη μνήμη.
Στο φουστάνι της ένα μεγάλο μπλε σημάδι από άγουρο φως,
στο στήθος της δύο αρχαίοι πολεμιστές
μονομαχούσαν οδεύοντας προς την αιωνιότητα.
Κι αυτή μικρό κορίτσι στα όνειρά της
μ’ ένα ηλιοτρόπιο στο χέρι να μετράει τον χρόνο.
Και πλήθος από άλογα κινούσαν να προλάβουν τον μεγάλο ξεσηκωμό,
γιατί η ώρα για το ταξίδι στα σταροχώραφα
με τα σκιάχτρα και τους αναστατωμένους αετούς έφτασε.
Μεγάλο αδιάβατο ποτάμι
κατέβαζε πέτρες και ξύλα και μνήμες,
και σταυροί πολλοί αγαπημένων κάτω απ’ το κόκκινο φεγγάρι.
Ανήσυχα βήματα όλο πλησίαζαν
και ράγιζαν την καρδιά των αγαλμάτων
κι έπειτα απότομες κατηφόρες
με κάρα απ’ την Πατρίδα
φορτωμένα πόνο και πρόσωπα με την μαχαιριά της προσφυγιάς.
Τόποι άγνωστοι στην ψυχή της,
ένα θολό σουρούπωμα έκανε τα δέντρα να λυγίζουν,
και μια μεγάλη σιωπή στους λόφους με τους κεκοιμημένους.
Φόρεσε κατάσαρκα τη ζωή της
και ξεκίνησε για τόπους μακρινούς
κι έτσι την βρήκε ο χρόνος να κείτεται στον κάμπο με τα μπλε πουλιά
και τις καμπάνες να χτυπούν όλες μεσάνυχτα.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου, φιλόλογος στη Β/βάθμια Εκπαίδευση Δράμας, έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: ΨΙΘΥΡΟΙ ΣΤΑ ΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ( ιδιωτική έκδοση, Δράμα 2013, βελτιωμένη έκδοση απ’ τις εκδόσεις Βεργίνα 2017), ΣΩΜΑ ΦΥΛΑΧΤΟ, εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2015, ΛΟΓΟΥ ΕΡΓΟΧΕΙΡΑ, εκδόσεις Βεργίνα 2017, ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΣΙΩΠΕΣ, εκδόσεις Βεργίνα 2018. Ποιήματά της έχουν βραβευθεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς και μεταφραστεί στα ιταλικά, ενώ ποιήματα και κριτικογραφίες της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικές σελίδες και περιοδικά.