Δέκα ποιήματα της Δήμητρας Γρίβα

Δέκα ποιήματα της Δήμητρας Γρίβα

Φιλοξενούμενή μου στη στήλη "Στα βαθιά" είναι σήμερα η ποιήτρια Δήμητρα Γρίβα. Η καλεσμένη μου είναι εικαστικός, κάτοχος MBA και ιδιοκτήτρια μιας από τις πιο σπουδαίες εταιρίες επεξεργασίας και παραγωγής προϊόντων τσιμέντου στην Ελλάδα. Μαθήτευσε κοντά στους διάσημους ζωγράφους Παναγιώτη Μπελέτεκο και Κώστα Νιάρχο. Ασχολείται με τη δημιουργία πινάκων από ακρυλικό χρώμα, λάδι και άλλα υλικά συνδυασμένα με το τσιμέντο σε μασίφ καμβά από μπετόν. Τα έργα της εκτός από την Ελλάδα, προωθούνται με μεγάλη επιτυχία στο εξωτερικό. Συνοδεύει τους πίνακές της με ποιήματά της. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή που τιτλοφορείται «Άσπρες Μαύρες Καλημέρες».Η ποίησή της είναι λυρική, εξομολογητική, υπαρξιακή. Ο λόγος της είναι μεστός, αρμονικός, ζωντανός, αισθαντικός. Κυλά πολύ φυσικά και διακρίνεται για το αίσθημα οικειότητας που δημιουργεί στον αναγνώστη. Εκφράζεται συχνά στο πρώτο ενικό κι απευθύνεται σ' ένα άτομο συγκεκριμένα, δημιουργώντας κλίμα ενός άτυπου διαλόγου. Εμπνέεται από τις σχέσεις, τον έρωτα, τη συνομιλία με τον βαθύτερο εαυτό, τα όνειρα. Θα σας παρουσιάσω δέκα ξεχωριστά της ποιήματα και δέκα πανέμορφους πίνακες!

Αγγίζει αθόρυβα χωρίς να το καταλαβαίνει.
Μόνο μια μικρή αίσθηση στο δέρμα
σαν αεράκι καλοκαιριού, μα το νιώθεις και πάλι.
Γράφω κάθε μου λέξη κάθε στιγμή απλά για να θυμάμαι αυτό το άγγιγμα στα ξεχασμένα
στενά του μυαλού μου που θυμούνται πόσο πολύ σε ψάχνω στις σκέψεις, μα δεν στο λέω.
Απλά το κρύβω.
Κι ας μην καταλαβαίνεις.
Σαν άρωμα που πλανάται στο αέρα θα σου φυσάω για να μ' ακούς, απλά, γράφοντας.
Κρυφά, απωθημένα και αναμνήσεις που γυρίζουν στο μυαλό μου κάθε φορά που κοιτάζω
τα μάτια σου.   


Έκανα χώρο στα σωθικά μου για να περάσεις.
Κράτησα μια μικρή λεπτή γραμμή ίσα ίσα να σε κοιτάζω.
Ήταν τόσο ξαφνικό όλο αυτό λες και μας έλουσαν τα αστέρια με ροδοπέταλα.
Δεν άναψα το φως.
Περίμενα.
Περιμένω, απλά σου μιλώ.
Ξυπνάω τις αισθήσεις σου
και εσύ τις δικές μου.
Το είχα ξεχάσει όλο αυτό.
Και όσο θα με πλησιάζεις θα σου
δίνω αυτό που θες, κι ας μην το ζητάς.
Θα κοιτάζω τα μάτια σου στη σιωπή, θα ακούω κάθε σου χτύπο χωρίς να μιλάω, απλά θα
νιώθω την ανάσα σου πάνω μου αυτή τη διαφορετική που σε κάνει να πιστεύεις ότι
υπάρχει η ευχή σου ακόμα και πραγματοποιείται.

Έμαθα να διαβάζω στη σιωπή,
βλέπεις δεν είχαμε λάμπα τότε.
Κοιτούσα τα μάτια σου και εσύ
μου τραγουδούσες ψιθυριστά.
Μου άρεσε τόσο πολύ που μιλούσαμε χωρίς λέξεις, ήταν σαν όνειρο που απλά περιμέναμε
και οι δύο αυτό το πρωινό ίσως και κάποιο άλλο.
Δεν ανησυχώ κάνε εσύ τα υπόλοιπα και εγώ θα είμαι εδώ κι αν δεν το πιστεύεις να με
κοιτάς στα μάτια και να μου μιλάς, σ’ ακούω να ξέρεις.
Κι αν δεν σου μιλώ πολλές φορές ίσως σε νιώθω περισσότερο, ίσως φοβάμαι, μπορεί να
είμαι και δειλή.
Ξέρω όμως ότι μπορώ να σπάσω τα δεσμά.
Κι αν δεν τα καταφέρω να ξέρεις σε θέλω κι αν με θες και εσύ άναψε την λάμπα και μείνε
έως το πρωί ώσπου να ξημερώσει ώσπου να σε συναντήσω.
Θα κρατώ κάτι για σένα ένα ζευγάρι κλειδιά φύλαξέ τα
ένα για μένα και ένα σένα.
Και μετά κλείσε τα μάτια σου και ανάπνευσε, ανάπνευσε μωρό μου και εγώ θα είμαι εδώ.

Νύχτωσε.
Έλα να κεντήσουμε μαζί τα όνειρα.
Κι αν τελειώσουν οι κλωστές έχω στο ντουλάπι πάνω-πάνω εκεί ψηλά, στις είχα φυλάξει
από χρόνια.
Έλα να κεντήσουμε τις χαρές και τις λύπες που θα 'ρθουν.
Μην διστάσεις.
Μαζί κάτω απ' τη λάμπα θα πλέκουμε ζακετάκια για τους χειμώνες που θα ζήσουμε.
Κι αν δεν ξέρεις, μαζί και πάλι.
Θα σε μάθω βελονιά- βελονιά και εσύ να θα μου χαρίζεις υπομονή και πάθη.
Και έτσι θα περνούν οι μήνες, τα χρόνια υφαίνοντας στιγμές και όνειρα μόνο
για μας, μόνο για πάντα.


Κι η θάλασσα μιλάει στη σιωπή
να την ακούς.
Κι όταν ο ήλιος πέφτει να θυμάσαι τις στιγμές που κολυμπούσες
στα κύματα μονάχος σου κι ας μην έβλεπες στεριά.
Φωνάζει από μόνη της.
Έχει μια κρυφή ηχώ που μπαίνει
μέσα σου συγκινεί, σου ψιθυρίζει.
Να την ακούς.
Κι όταν τα κύματα ηρεμούν να
κάθεσαι να την κοιτάζεις με μια
λησμονιά μ' ένα βλέμμα απορίας.
Και να σκέφτεσαι κάθε στιγμή
το άγνωστο μέχρι να πιάσεις λιμάνι.


Μύρωσα τους δρόμους και σ' άφησα να πατήσεις χωρίς πολλά πολλά.
Ίσα ίσα ένα ζευγάρι κάλτσες να ζεσταίνεις την ψυχή σου μ' αναμνήσεις και όνειρα.
Να 'ξερες πόση κρυμμένη αγάπη έχω σαν απόθεμα!
Όχι, δεν την ξόδεψα ακόμα ούτε θα την ξοδέψω. Γραμμή γραμμή θα σου δίνω αίμα απ' τις
φλέβες μου και εσύ θα ακολουθείς μ' ένα ρυθμό γυμνός και θα μυρίζεις το μύρο σαν μια
αφορμή για ηδονή και έρωτα.


Γέμισαν τα στόματα αμαρτίες.
Τυφλές αυταπάτες που έμοιαζαν με σύννεφα έτοιμα να βρέξουν κίβδηλες ελπίδες σε μια
κόλαση που ζούμε χρόνια τώρα.
Και ήρθες εσύ.
Φαντάσου ήρθες και δεν σε περίμενα.
Από μακριά με μια λάμψη στα μάτια λες και φορούσες φωτοστέφανο.
Δεν ήσουν Άγιος.
Αλλά ήσουν εσύ για μένα ένα σώμα μια ψυχή και έφερες τα πάνω κάτω.
Σε κοιτούσα λες και ζούσα όνειρο.
Κατέβασα εγωισμούς και τείχη και άρχισα να ζω ότι ονειρεύτηκα χωρίς πρέπει χωρίς μη.
Κι οι αμαρτωλοί μας κοιτούσαν και εγώ περίμενα στη γωνία μοιράζοντας γαρδένιες
γιορτάζοντας τη λύτρωση σε ένα παράδεισο που χτίζουμε μαζί.


Γέμισε η καρδιά καρφώματα, βογκητά, λέξεις, σκέψεις και το μαχαίρι ήταν το τελικό
χτύπημα.
Κι εγώ ήμουν εκεί κι ας μην με έβλεπες.
Μία αγκαλιά σαν σκιά σε τύλιγε κάθε φορά που πονούσες.
Ξέρω πότε πονάς.
Κι ας μη στο λέω.
Κι όσα μαχαίρια σου φυτέψουν θα στα πετάξω όλα με όλη μου τη δύναμη έτοιμη να
εκραγεί.
Κ' από σκιά θα πάρω μορφή θα σου χαμογελάσω και θα σου πω απλά σ’ αγαπώ χαρίζοντάς σου
τα χρόνια μου.

Ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο. Εκεί που η ηρεμία φωνάζει και η ψυχή γαληνεύει.
Εκεί γυρίζω το χρόνο και τραβάω κουπί με μια δύναμη αρματωμένη με ελπίδες και δώρα
χαρμόσυνα, λες και έχουμε γιορτή.

Πάει και αυτή η μέρα.
Κι όσα είχα φυλαγμένα στα έκανα στίχους.
Απ’ αυτούς τους χαρούμενους που βγάζουν φλόγες σ’ αυτούς που ξέρουν να διαβάζουν.
Μετράω τις ώρες και οι αναστεναγμοί φωνάζουν το όνομά σου.
Μην τους κλειδώνεις, μίλα μου.
Πάρε ανάσα, θυσίασε χρόνο
και χτίζε στιγμές απ’ αυτές τις ωραίες τις δικές μας.
Που νομίζαμε κάποτε ότι τις ζούσαμε αλλά τελικά ήταν απλές κραυγές για λίγο, ίσα ίσα να
ζούμε με μια χαρά στα χείλη.
Σε περιμένω.
Κράτα μόνο έναν αναστεναγμό, τον καλύτερο και χάρισέ τον μου λεπτό προς λεπτό την ώρα
που θα κοιτάζω τα μάτια σου. 

Βιογραφικό σημείωμα

Η Δήμητρα Γρίβα, εκτός από κάτοχος MBA και ιδιοκτήτρια μίας εκ των σημαντικότερων εταιριών επεξεργασίας και παραγωγής προϊόντων τσιμέντου στην Ελλάδα αφιερώνει τον περισσότερο χρόνο της στην τέχνη της, εισάγοντας στο ρωσικό κοινό τα τελευταία χρόνια, έναν μοναδικό τρόπο έκφρασης στα ζωγραφικά της έργα με βάση το τσιμέντο. Ξεκίνησε αυτοδίδακτη από τότε που ήταν παιδί και διετέλεσε μια μαθητεία με τους διάσημους Έλληνες ζωγράφους Παναγιώτη Μπελέτεκο και Κώστα Νιάρχο. Εξαιτίας της οικογενειακής επιχείρησης, από μικρό παιδί είχε μια ιδιαίτερη επαφή και γνώση του υλικού του μπετόν. Μεγαλώνοντας, οι καλλιτεχνικές της ανησυχίες εκφράστηκαν μέσω αυτού του υλικού και πλέον παρουσιάζει κάτι μοναδικό και πρωτοποριακό στα καλλιτεχνικά δρώμενα παγκοσμίως, πίνακες από ακρυλικό χρώμα, λάδι και άλλα υλικά συνδυασμένα με το τσιμέντο σε μασίφ καμβά από μπετόν. Κάθε πίνακάς της συνοδεύεται και από ένα ποίημα που τον χαρακτηρίζει. Πολλά από τα ποιήματα έργων της βρίσκονται στην πρώτη της ποιητική συλλογή «Άσπρες Μαύρες Καλημέρες».