Δέκα ποιήματα της Αφροδίτης Κατσαδούρη

Δέκα ποιήματα της Αφροδίτης Κατσαδούρη

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" έχω προσκαλέσει την ποιήτρια Αφροδίτη Κατσαδούρη. Η καλεσμένη μου σπούδασε κλασική Φιλολογία κι έπειτα έκανε μετεκπαίδευση στην Ειδική Αγωγή. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή που τιτλοφορείται «ΑΝΘΡΩΠίΝΑ». Ασχολείται με την αρθρογραφία. Η ποίησή της είναι αφηγηματική και προσωποκεντρική. Στην πρώτη συλλογή της ζωγραφίζει το αστικό τοπίο με τους ήρωες της καθημερινότητας που διαβιούν σ'αυτό. Ο φτωχός, ο μετανάστης, ο μαθητής, η νοικοκυρά κι οι άλλες γνωστές φιγούρες της πόλης, με τις όμορφες πινελιές της ζωής τους και τα ζόρια τους απασχολούν την πένα της. Τους βλέπει με ρεαλιστική ματιά, μα κι ευαισθησία σαν δικούς της ανθρώπους. Ο λόγος της πλούσιος, περίτεχνος, με παραστατικές εικόνες , μεθυστικές αλληγορίες και πρωτότυπα ευρήματα. Πειραματίζεται με τη γλώσσα και πλάθει ενδιαφέροντες νεολογισμούς και λογοπαίγνια."Αγχωνάκι, ΠΑΝΙΚστανός, Άστυ άλατος" είναι μερικά τέτοια κεντήματά της. Μιλά με καταιγισμό εικόνων σε μια κινηματογραφική ροή δράσης που συνεπαίρνει τον αναγνώστη. Θα τη γνωρίσουμε καλύτερα μέσα από δέκα καταπληκτικά ποιήματά της!

Αγχωνάκι Φράουλα

Έγλειφε
με όλη την ανεμελιά του κόσμου
το τριανταφυλλένιο κέλυφος
του παγωτού της
γι’ αυτήν
ο κόσμος τώρα άρχιζε
οι εποχές
είχανε πάντα ζέστη
κι οι σπόροι απ’ τη φράουλα
που έθαβε
συνωμοτικά
στις ρίζες
των καινούργιων δοντιών της
για να ξεγελάει
τη θλίψη
του χειμώνα
ακούγονταν
από την πλατεία του χωριού
ως την Αθήνα.

Άστυ άλατος

Πύραυλοι είδατος θα εκκινούν από τα σωθικά της
σε ώρα αιχμής
θα εκπυρσοκροτούν
για να ξυπνήσουν τα απογεύματα
που από παιδί
θυσίαζες
στη χαβούζα της πόλης
αφού οι γονείς σου δεν είχαν λεφτά για ιδιαίτερα
έμαθες
όμως
στους «κακούς» της κύκλους
να μεταφράζεις κουρασμένα
αρχαία βλέμματα
να λογαριάζεις
πώς χωρά η ανθρωπότητα σε μια πλατεία
και να μαθαίνεις
απ’ έξω
όλες τις πρωτεύουσες
από τα κάτω Πατήσια ως την Ινδία.

Ευαίσθητα

Απαρηγόρητη
το βραδινό πλυντήριο

με μια υπερχείλιση θνησιμότητας – πώς βαριέται να απλώσει

μην και έρθει αντιμέτωπη με τον καθρέφτη

και δει

το αρμεγμένο γάλα της να διασχίζει
όλο της το μπούτι

από την έκρηξη φλεβίτη
κάθε πρωί

εξήντα βαθμοί
πώς λιώνει το κορμί

με μάσκαρα υγρή|

Αθηνάς

Στην Αθηνάς που συναντιόμασταν
φανταζόμασταν
τις μυρωδιές
το σώμα σου
το σώμα μου
ένα σωρό αγγίγματα και αφορμές
το σώμα μου πάνω στο σώμα σου
τις διακαείς οπές
το άρωμα στο λακκάκι του λαιμού σου
πολλές φορές
την ανάσα σου
να πουλιέται σ’ ένα πάγκο με μπαχαρικά
εμένα
να μη θέλω να την αγοράσει κανείς
εσένα
να μοσχοπουλάς σαν το χασίς
στην Αθηνάς φανταζόμασταν τις εκδρομές
τα πολύχρωμα σακίδια με τις ραφές
να μη περνάει ο μήνας
αν δεν ασφυκτιούσε η ποσότητα του «με θες;»
τα μαγαζιά με τα εργαλεία αριστερά
κάποια στιγμή τα σώματά μας θα κάνουν νερά
τα κρέατα της Βαρβακείου στα δεξιά
εγγαστρίμυθες υποσχέσεις
να πάρουν να όνειρά μας σάρκα και οστά
ακόρεστα
στην αρχή
θα ξαπλώνουμε μαζί
μέχρι να ορκιστούμε αηδιασμένοι
πως δε θα πεθάνουμε μαζί
τους ξηρούς καρπούς
ποιος χέστηκε να κερνάμε φίλους και συγγενείς
να αφυπνιζόμαστε
να κλειδώνουμε τους αρμούς.

Του οικοδομικού τετραγώνου

είναι ένα παιδί
εδώ στην πολυκατοικία
κάθε φορά που τελειώνει το σχολείο
σηκώνει την πολυκατοικία στο πόδι

έτσι,
όπως το κρεμμύδι τσιγαρίζεται
κάνει φούσκες στο καυτό λάδι
κι αψηφά
τα βάσανα και τις έννοιες
του απορροφητήρα της Μαίρης.

|οι πόλοι εάλω|

Η αίσθηση του γυμνού
αποδίδεται καλύτερα
στις ξυλισμένες πατούσες
ρώτα Εβραίους
στα στρατόπεδα συγκέντρωσης
άστεγους
τον Δεκέμβρη μήνα
αναστενάρηδες
σε πυροβατικό αμόκ
τυράννους
επί ασπαλάθων
και μένα
όταν μ’ αφήνεις το χέρι
και μου κόβονται τα πόδια.

Έλ(τ)α Ξανά

Να με διαβάσεις σαν μικρό παιδί
να με ψηλαφίσεις σαν κλοπιμαίο
να με ταΐσεις σαν αρκούδι νηστικό
και ν’ αγγιχθούμε
με την λαχτάρα ερωμένης ξεγραμμένου ναυτικού
στο πρώτο γράμμα του.

Ένα αδύναμος ΠΑΝΙΚστανός

Ο ήλιος έκπαγλα
εκσπερματώνει τους πορτοκαλοκκόκινους χυμούς του

τα τζάμια
απολαμβάνουνε το τελευταίο τους μπάνιο
στις σύγχρονες μητροπόλεις

η πόλη
ωραία κοιμωμένη
ετοιμάζεται
μπροστά από τον κοσμικό της καθρέφτη

μόνο ο Χασάν
δεν έχει ακόμα τελειώσει
αργοπεθαίνει
στα παρατημένα λακκουβάκια της Μενάνδρου
με το σιδερένιο του καρότσι
μαζεύοντας
και τις τελευταίες δεκάρες του δήμου
που γι’ αυτόν δε δίνει

εμείς
τρελά ευτυχισμένοι
αλαλάζοντας πόσο ωραία είναι η πόλη όταν νυχτώνει
σφίξαμε τις παλάμες
και τον προσπεράσαμε
όπως αψηφάει η κανονικότητα στο δείλι
χυμένους στα πεζοδρόμια
ανθρώπους
και πάσης φύσεως
βιοπαλαιστές

Τρωικά εδέσματα

Βλέπω τη γάτα σου
κι ευθύβολα
λογίζομαι
τον Δούρειο Ίππο
Πώς παραμύθιασαν έτσι τον κόσμο
οι χαρωπές ουρές
και κλαίγαμε ως τα ξημερώματα
για την Ελένη
και εκείνα τα φλοράλ πουκάμισα
που ξεχαστήκαν
σε άλλες ιαχές.

Του Πατρός

Τον μήνα που γεννούν τα γιδοπρόβατα
τον μήνα με το πιο λαμπρό φεγγάρι
ανελεήμονα
βροχή
πώς κοσκινίζεις
παρατημένα τιμαλφή
αλλά κυρίως
τον βοσκό και το κοπάδι
τον μήνα με τα χέρια κόκκινα
τον Κρυαρίτη
κόκκινο γάλα
άσπρα όνειρα
πρωμάδα δέκα δάχτυλα στο τζάκι
ψωμί και στεγνωτήρι
τον μήνα με το ξέφρενο σάλεμα του ανέμου
από τις αγριοκορφές
κατάσαρκα στα αυτί και πνευμονία στα χείλη
με τις πλαγιές ξεκολλημένες
κάτω από το κρεβάτι
φυσάει έρεβος
τον μήνα με το μένος του χειμώνα
αίμα αναβλύζει
κάθε βράδυ στα επείγοντα
μόνο κάτι γάτες να διανυκτερεύουν
μπορεί και λύκαινες
με ένα νυστέρι στη θωριά τους
αχ, μωρ’ καημένε μου
μη θρηνεύεις
τους είπα – χωρίς να με δεις
να προσέξουν το καλοκαίρι στην καρδιά σου.

Βιογραφικό σημείωμα

Η Αφροδίτη Κατσαδούρη σπούδασε κλασική Φιλολογία στα Ιωάννινα και στη συνέχεια ασχολήθηκε με την μετεκπαίδευση στην Ειδική Αγωγή. Τα μεσημέρια κάνει παρέα με σχολιαρόπαιδα και το βράδυ χάνεται στα κυκλάκια της πλατείας Ομονοίας. Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή με τίτλο «ΑΝΘΡΩΠίΝΑ» αλλά συνεχίζει ακάθεκτη να ψέγει την καθημερινότητα από τη μεριά της αρθογράφου.