Δέκα ποιήματα της Αργυρώς Ψώρα Θεοδωράτου

 Δέκα ποιήματα της Αργυρώς Ψώρα Θεοδωράτου

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" έχω προσκαλέσει την ποιήτρια Αργυρώ Ψώρα Θεοδωράτου από τη Χίο. Η καλεσμένη μου σπούδασε Παιδαγωγικά κι εργάστηκε ως δασκάλα. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή κι είναι υπό έκδοση άλλες δύο. Βραβεύθηκε για έργα της σε πανελλήνιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.Ποιήματά της έχουν φιλοξενηθεί στον έντυπο και τον ηλεκτρονικό τύπο. Σταθερά δημοσιεύει δουλειά της στο ποιητικό περιοδικό-αναλόγιο "Σείστρο" της Χίου. Στίχοι της έχουν μελοποιηθεί και δισκογραφηθεί. Η ποίησή της είναι λυρική, εξομολογητική, υπαρξιακή. Ο λόγος της είναι πλούσιος, αριστοτεχνικός, αναλυτικός, μ' ευφάνταστα σχήματα κι εντυπωσιακές εικόνες. Η ματιά της, ευαίσθητη και διεισδυτική, φωτίζει τον πυρήνα του συναισθήματος. Την απασχολεί η επαφή με τον βαθύτερο εαυτό. Η πένα της καταγράφει συγκινησιακά την καθημερινότητα,τα όνειρα,τις επιθυμίες,τις προσδοκίες .Θ'απολαύσουμε δέκα θαυμάσια ποιήματά της!

ΘΑΛΑΣΣΑ

Στα σύνορά της η ζωή μου θάλασσα,
θάλασσα με συντεταγμένες ανατολικές
κι εδώ το όνειρο
βρίσκει πάντα καράβι να επιβιβαστεί
όχι για να φύγει,
πού να πάει;
Δυο πινελιές κόκκινο μόνο
και φλέγεται ο ορίζοντας
ως την άλλη άκρη του κόσμου.

Κι αν είναι να ονειρεύομαι, λοιπόν,
ας είναι όπως η θάλασσά μου.
Μέρες γαλήνης,
ν’ αστράφτει στα μάτια μου χάλκινο φως
το ξημέρωμα,
να βρίσκω τους γιαλούς της στα πόδια μου
και τα βάθη της στην ψυχή μου.
Μέρες τρικυμίας,
να αναπλάθομαι απ’ τα θρύμματά μου
όπως το κύμα της
που χάνει το σώμα του στην ακτή
για να το ξαναβρεί
οπισθοχωρώντας στο πέλαγος.

Απόψε δε θ’ αναζητήσω αλιπλανείς λογισμούς
στο πυροφάνι.
Διάφανος ως τα σπλάχνα μου ο βυθός
αναδύει από μέσα μου
φρέσκα φύκια και θαλασσόχορτα
πάνω τους να αλαφροπατήσουν
και να μερέψουν ένας ένας οι απόντες.

*Βραβεύτηκε στον Διαγωνισμό Ποίησης 2020 της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.

ΣΥΜΠΟΣΙΟ

Βροχή μου,
σταλάγματα απ’ τα μάτια
μέχρι τα χείλη που γεύονται
σώμα και αίμα του κυρίαρχου πόνου.
Συμπόσιο μέγα, θορυβώδες,
αξεδίψαστοι οι συνδαιτυμόνες στοχασμοί
κι ο αρχιτρίκλινος χρόνος
να κερνά ασταμάτητα
παλαιωμένους άκρατους λυγμούς
και ενθυμήσεις.
Άσπρο πάτο, μου λέει,
μην αφήνεις ούτε γουλιά.
Άλλως απ’ το ξεχασμένο απόπιωμα
θα αναγεννώνται ξανά και ξανά
έγκλειστοι φόβοι
και ανεπιθύμητες παρουσίες.
Άσπρο πάτο, λοιπόν!

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Θέλουν, λέει, επιτακτικά να ενσαρκωθούν.
Δεν είμαι θεός,
τους εφιστώ την προσοχή.
Εκείνες όμως
απ’ τη στιγμή που θα γονιμοποιηθούν
συλλαμβάνουν τη σκέψη
τρυπώνουν στην εύκαρπη μήτρα της
και αρχίζουν να εγκυμονούν κινδύνους.
Επαπειλούμενοι συνεχώς οι τροφοί πλακούντες.
Ο τοκετός επώδυνος,
μα όταν η καρδιά
αρχίζει να συνηθίζει πια τις ωδίνες της,
λύονται οι σπασμοί
αποκόπτονται οι ενδομήτριες διασυνδέσεις
και το πρώτο κλάμα τους
επιβεβαιώνει τη ζώσα υποστακτική τους πείνα.
Μακάριο βρέφος
κείται ειρηνικά στο λίκνο του!
Παίρνω το ποίημα στα χέρια μου,
το αγκαλιάζω τρυφερά πάνω στο στήθος μου
και του τραγουδώ:
Νάνι η ψυχή μου,
νάνι...

Ο ΦΟΒΟΣ

Ξέφυγε πάλι.
Γέμισε ο τόπος εύθραυστους δοκιμαστικούς σωλήνες,
ορούς συνήθειας,
συμφύρματα και αλχημείες.
Βλέπεις, όταν πειραματίζεσαι με την άνοιξη,
ποτέ δεν ξέρεις
αν θα μπορέσεις να φτιάξεις
το επόμενο καλοκαίρι.

Κι έτσι άρχισα ξανά
να σκαλίζω με μανία τα συρτάρια
να βρω μέσα σε ποιο απ’ όλα
ξέχασα την προηγούμενη ζωή μου.
Ξέρω πως του αρέσει να κρύβεται εκεί
κάτω απ’ τα παλιά μεταξωτά μαντίλια
στη λεπτή, σχεδόν διάφανη φθορά τους,
παράφορα δικός μου,
σιωπηλός
ασάλευτος
αόρατος διά γυμνού ουρανού
μα πάντα κλινικά ζωντανός
σαν έχιδνα στο χειμέριο ύπνο της.

Συγκάτοικοι εσαεί
και συνιδιοκτήτες
του αιώνια προσωρινού χρόνου μας
κι όμως ποτέ
ούτε μία θλίψη
ούτε μία λεηλασία
δεν απαλλάξαμε απ’ το βλέμμα μας.
Ο φόβος…
Πόσο άραγε θ’ αλαφροπατώ ακόμα
για να μη διεγείρω κι άλλο την παρουσία του;

ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Είναι οι ώρες
που θέλω να στεγάζω τη θλίψη
στους στίχους μου
να 'χει κι αυτή, όπως λένε,
ένα κεραμίδι δικό της
πάνω απ’ το κεφάλι της
και μια γωνιά στον κόσμο
να ξαποσταίνει και να αφουγκράζεται.
Την περιφέρω ανάμεσα στα κράσπεδα των λέξεων
άλλοτε σβήνοντας τα απρόσεκτα λάθη
κι άλλοτε μεταπηδώντας από λογισμό σε λογισμό σαν τότε
που παίζαμε μικροί κουτσό στη γειτονιά
κι έβγαινε η μάνα κι άρχιζε:
Θα τα διαλύσεις τα παπούτσια πάλι!
Αχ μάνα,
άσε με να λιώσω
τα παιδικά μου εκείνα βήματα στο χώμα.
Μ’ απείραγες τις σόλες
δε θα φτάσω ως το τέλος πουθενά.

Μεσάνυχτα
και μ’ ένα ποίημα
στριφώνω τον καιρό να μην ξεφτίσει
έτσι που ξεχειλώνει τελευταία τόσο
και μου πέφτει πλέον κατάφωρα μακρύς.

ΑΝΟΙΞΗ

Θα τρέξω όμως και φέτος
κάτω απ’ το δρόμο
στα κόκκινα και στ’ άσπρα χωράφια του Μάρτη
να στριφοδέσω όπως και τότε
το κάμα του ήλιου
στο ωχρό μου χέρι.
Να προλάβω
τους εωθινούς αναστεναγμούς της φύσης
καθώς κολατσίζει στα γρήγορα,
με μια μπουκιά αφράτο ουρανό
και δυο γουλιές τρεχούμενη λιακάδα,
ν’ ακούσω τα άγρια μπουμπούκια
να το σκάνε με τη νιότη τους στον άνεμο
και να γεμίζει ο μέσα τόπος μου
άρωμα βάλσαμο, ανθικό.
Χαίρε, λοιπόν, Μάρτη
που με γεννάς και με αναγεννάς
μέσ’ απ’ την υγρασία των στίχων μου!
Χαίρε, Απρίλη
που με το βουερό σου θίασο
-ταρατατζούμ-
ζωντανεύεις τη μικρή μου
ανεξιχνίαστη ακόμα ελαιογραφία
που ο χώρος μου έχει γίνει από παιδί!
Χαίρε, Μάη
που με αφήνεις
με συνοπτικές λεηλασίες πλέον
να κατοικώ
στο διατηρητέο σου Εφήμερο,
όσο να στύψουν πάλι
οι εξελκώσεις της ψυχής μου
στο ελάχιστο του σήμερα και του αύριο.
Μην και δεν το 'ξερα άλλωστε;
Με ρήτρα το απροστάτευτο φως
υπογράφει κάθε χρόνο τον ερχομό της
η Άνοιξη.

ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ

Η τυραννία των στίχων που διάβασα
αβάσταχτη.
Φοράω κατάσαρκα
τριμμένο το σώμα τους
κι ανασαίνω μέρες και νύχτες
με πνεμόνια δανεικά
τον αέρα μιας περιπέτειας
που ήθελα να μου οφείλεται.
Μα κάπου κάπου
στάζω φρέσκο όνειρο στα μάτια
και ενυδατώνονται με φυσικά δάκρυα
οι λανθάνουσες θεάσεις
και διαυγάζεται και η σκονισμένη περιπλάνηση
της σιωπής μου στα ξένα.
Άπληστο φως χαράζει
«έως ροής φοινίου σταλάγματος»*
τον αμετάφραστο πόθο.
Σηκώνομαι.
Από τα πρώτα κιόλας απόκρημνά μου βήματα
τεκμαίρεται δρόμος απάτητος,
δρόμος που όμως ποτέ δεν αναβάλλεται,
γιατί είτε πηγαίνω
είτε γυρίζω,
με φέρνει πάντα στο ολόδικό μου σώμα.

*από το στίχο 1235, Αντιγόνη, Σοφοκλής

ΕΚΜΑΓΕΙΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Πρωί
κι ανοίγω πόρτες και παράθυρα
να ξεμυρίσει πια το σπίτι απ’ τις σιωπές,
να μπούνε μέσα φρέσκος άνεμος οι φήμες
πως ο ήλιος θα μεταφράσει εκ νέου με λιακάδα
το μελιχρό του εντύπωμα
να εξαερωθούν και οι διαδόσεις
πως εθεάθη να κυκλοφορεί στα πέριξ
απώλεια θέρους οριστική.

Μα εσύ,
σε ποιο εκμαγείο φθινοπώρου
δακρυρροώντας χύθηκες
και ήρθε λες από άλλες πεπρωμένες εποχές
τούτη η γριά, η ετοιμόρροπη και μίζερη βροχή
να σύρει εδώ
την κούρασή της
στους γιαλούς
στους δρόμους
στις σκάλες
και σε όλα τα λησμόνησα που αγάπησες;
Κι ως πέφτει τόσο θλιβερό το στάγμα της,
λερώνει ανόρεχτα τη σκόνη
που άφησε ραβασάκι ο Αύγουστος
πάνω στους τελευταίους
αποδημητικούς του εναγκαλισμούς
για να 'βρει όπως πάντα λόγο σοβαρό
να καθαρίσει το φευγαλέο και το ανεκπλήρωτο
ο βαρύς που έρχεται χειμώνας μας.

ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ

Ετούτο δω
το μικρό κυκλάμινο, το γραικό,
που σπαρτάρησε ξαφνικά
κάτω απ’ την πέτρα
για να σηκώσει
το άχθος του πάνω κόσμου
με το άνθος του της κάτω γης
νομοθετεί με θάρρος απαράμιλλο
τη ρόδινη σεισάχθεια του φθινοπώρου.
Μες στα χαλάσματα και τις ρωγμές
άρωμα είναι ευσπλαχνικό,
μια ρουφηξιά ζωής απ’ την αρχή,
σαν από νέα ύλη καμωμένης.

Ετούτο δω
το μικρό κυκλάμινο, το γραικό,
που τρυπανίζει με το λιανό κορμάκι του
το φως,
κάνει το μίσχο της μέρας να ανασαλεύει
φρέσκος και εύχυμος
και να ανηφορίζει μελωδικά
για μια ακόμα δίχως φτερά
ουράνια πτήση.

LACRIMOSA

Πίσω απ’ τις παλιές φθαρμένες πόρτες
των έρημων σπιτιών
κοιμούνται τα μικρά παιδιά
που εγκαταλείψαμε μια νύχτα
μόνα και απροστάτευτα
στο πιο βαθύ σκοτάδι
που βαραίνει ολοένα και περισσότερο
πάνω στα κλειστά τους βλέφαρα
και σε όλα τα αύριο που εκκρεμούν ανίδωτα.
Εισβάλλει βίαια εκεί η σιωπή
με τους ψυχρούς χειμώνες της
και σφίγγεται ανεμπόδιστα
πάνω στις πένθιμες σκουριές
και στα χαλάσματα,
σφηνώνεται στους σύρτες και στα μάνταλα,
στάζει και κρύβεται
στις μοβ θλιμμένες μπουκαμβίλιες,
ίδια θάνατος
και εξόδια ακολουθία
σε χρόνο μέλλοντα
απλά συντελεσμένο.
Και τι περίεργο
να γίνεται σιγά σιγά συνήθεια
πίσω από πόρτες κλειδωμένες πια
κάποιον που κάποτε ήμασταν
να εγκαταλείπουμε για πάντα
και να ξεχνάμε ότι ακόμα περιμένει
παρόλο που το ξέρει πως ποτέ
ποτέ εκεί δεν θα ξαναγυρίσουμε.

Βιογραφικό σημείωμα

Κατάγομαι από τη Χίο, όπου και ζω έως και σήμερα.Σπούδασα στην Παιδαγωγική Ακαδημία Μυτιλήνης και εργάστηκα ως δασκάλα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Διαβάζω και γράφω ποιήματα από τα πρώιμα εφηβικά μου χρόνια. Το 1988 κυκλοφόρησε η ποιητική μου συλλογή «Εκπομπές», η οποία ήταν ιδιωτική έκδοση του Συλλόγου Φίλοι Οινουσσών (ΣΦΟ). Ποιήματά μου έχουν βραβευτεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς (με τελευταία βράβευση στο Διαγωνισμό Ποίησης 2020 της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών) και έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Επίσης δημοσιεύονται σε τακτική βάση στο ποιητικό περιοδικό-αναλόγιο «Σείστρο», που εκδίδεται και κυκλοφορεί στη Χίο από ομάδα φίλων της Ποίησης. Στίχοι μου έχουν μελοποιηθεί και κάποιοι απ’ αυτούς έχουν συμπεριληφθεί και σε δίσκο. Δύο ποιητικές μου συλλογές είναι έτοιμες προς έκδοση στο προσεχές διάστημα.

 

 Επιμέλεια-σκέψεις: Αγγελική Καραπάνου

Έννεπε Μούσα, Ιστότοπος ποίησης και μουσικής