Έντεκα ποιήματα της Θέμιδας Ιππέκη

Έντεκα ποιήματα της Θέμιδας Ιππέκη

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" έχω προσκαλέσει την ποιήτρια Θέμιδα Ιππέκη. Η καλεσμένη μου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη κι αφού πέρασε τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής της στο Ηράκλειο Κρήτης, επέστρεψε στον τόπο γέννησής της. Έχει σπουδάσει Οικονομικά και φοιτά στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα του Δ.Π.Θ. στο τμήμα Φιλολογίας, με τίτλο << Ειδική Αγωγή και Τ.Π.Ε.>>. Ποίηματα, πρόζες και πεζά της κείμενα με κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο έχουν δημοσιευθεί στον ηλεκτρονικό τύπο. Έχει ασχοληθεί ενεργά με το ραδιόφωνο. Το 2018 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή <<Προσεκτικά Παραδοθήκαμε>> από τις εκδόσεις Πηγή. Η ποίησή της είναι στοχαστική, αλληγορική, υπαρξιακή. Ο λόγος της είναι πολύχρωμος, τολμηρός, χειμαρρώδης, με χτυπητές εικόνες και ισχυρούς συμβολισμούς. Η γραφή της είναι ατμοσφαιρική, υποβλητική και με έντονο προσωπικό στίγμα. Θα ταξιδέψουμε με έντεκα εκπληκτικά ποιήματά της!

Άγρυπνες νύχτες

Λαγκοί με κοφτερά δόντια και πράσινα νύχια οι παράνομες νύχτες
να κυνηγούν τρομακτικοί τους δραπέτες της νόμιμης υπνηλίας
κι όποιο κόκκινο μάτι δεν ξέρει να κοιμάται
κι όποια παλάμη σφίγγει τους καρπούς οργάνων άλλης,
- χορός ζευγαρωτός στο σιωπηλό χωριό-
κι όποιου ο πόνος ξοφλάει με τα γυμνά αστέρια
κι όποιου το παγκάκι παραμονεύει αδειανό, γύρω από τσόφλια πτοημένων μονολόγων
κι όποιου παιδιού τα δάκτυλα ζωγραφίζουν σχεδίες νεφών και πρύμνες αγέρωχων κρίνων
για τις έτοιμες νύφες στ’ ανοιχτά πελάγη
κι όποιου τα χαρτιά γεμίζουν ανθισμένα καφενεία κι αναστημένα μνήματα
σε παρελάσεις με σημαίες τα μελάνια αποστρατευμένα και τα πουλιά ελεύθεροι τίτλοι
κι όποιου η ξενιτιά ακόμη αλωνίζει ανάποδα στους σκοτεινούς δρόμους,
μαζεύοντας ξερά κλαριά από των ντόπιων τις φωτιές
κι φτερά από ιπτάμενους θεούς δανεισμένα στης γης την τύχη
Λαγκοί με κοφτερά δόντια και πράσινα νύχια οι παράνομες νύχτες
απ’ τον Λαγωό κυνηγούν, στοχεύουν, πυροβολούν με στιγμιαία λάμψη και σβήνουν
κάποιους που γεννιούνται στην άκρη του αόρατου, αιώνιου χειμώνα
κι άγρυπνες νύχτες παραμένουν
που όλο κι αρπάζουν τις ζωές και που ποτέ δεν χορταίνουν, παρανομούν.

Ανασκαφές στ’άπλυτα

Ανασκαφές στ’ άπλυτα
Λεκέδες λύπησης, σημάδια από δακρυσμένα μελάνια
φορέματα που κάπνισαν τενεκέδες μονάχα
τις νύχτες που το φεγγάρι κρατούσε αντίβαρο για τα συλλογικά μαράζια
εσώρουχα που μάσησαν την βουλιμία της ανέραστης υποταγής
παλτό που καήκαν απ’ την σφαίρα της ύπουλης προσμονής
μαντήλια που θυσιάστηκαν στην κρεμάλα της ασθενικής ταραχής
κι παπούτσια που λάσπωσαν απ’ τους βίαιους χορούς της μεθυσμένης υπακοής
στις τσέπες απ’ τ’ αρσενικά παντελόνια λόγια που δεν μιλήθηκαν
και δανεικά που ξοφλήθηκαν απ’ τη
μήτρα της εκδικητικής Μήδειας και της εγωμανούς δαίμονα Ισοδαίτη
τα χρώματα μπερδεύονται με τα νερά της σιωπής
τις χημείες που φέρνουν δύσπνοια, ύστερα μια βραχνή φωνή
γρήγορες ανάσες, διπλωμένες πλάτες, μαλακιές κοιλιές, βουλωμένες αρτηρίες
δονείται το πάτωμα, σκουραίνει η ζάχαρη απ’ το ταβάνι
κίτρινα σάλια κι σάλτσες απ’ τα πολύ φορεμένα χρόνια, μούχλες στα εξουσιαστικά
σκασμένα μπαλόνια
έπειτα μια ανιαρή παύλα, παύση ατονική
ούτε ένας στίχος παραπάνω, ούτε ένα συνθηματικό σημείωμα,
ούτε μια κόλλα δίχως νόημα, μια μισοτελειωμένη ζωγραφιά ,
ούτε μια θαρραλέα τελεία.
Απαγορεύεται
Άνω τελεία, ανάποδο κόμμα
Απαγορεύεται …
Βολεμένη παροδική ανία, λευκά σεντόνια ψυχιατρικής ακινησίας
κορδόνια να λυσσάνε για τους σπασμωδικούς ρυθμούς , εμετικά τα χέρια να ξεβράζουν
μάζες από αίματα ειρωνείας
κρέμες λιπαρές, οι κλειδώσεις ακούνητες, τη δράση καυτηριάζουν
εμβόλια στα στήθια , τ’ αθάνατα παιδιά πεινάνε
λευκά δισκία συννεφιάζουν τη γλώσσα, παραμιλά η έννοια,
διχάζεται η σαφήνεια
δυσνόητη η κατανόηση.
Ο παράλογος μονόλογος αρχίζει
Μηχανάκια στις φλέβες, πολλαπλασιάζουν τα κύτταρα , σκληραίνουν τον σβέρκο, κλείνουν
νωρίς τις μπλε οθόνες με κατακάθια καστανής μαντείας
παραλογίζεται η ζωή, επιμηκύνεται η φθορά, η σήψη δεν τελειώνει
τα παραφυσικά φορούμε , με αυτά προχωρούμε ,
γεννήματα της ανεξιχνίαστης μαφίας.
Ανασκαφές στ’ άπλυτα
μήπως κι κάποιο ζωντανό βρεθεί, στα χρόνια να τελειώνει
με τα δεινά του να μεταφέρει σ’ άλλη γη
Εδώ στο πλυσταριό της ματαιοδοξίας ,
τα αυτοματοποιημένα ηλεκτρονικά κερδίζουν αυτοδυναμία
κι ο συντεταγμένος βίος του σίδερου, του καυσαερίου κι του καυτού ατμού κρύβει βρώμα μεγάλη
μεταφέρεται απ’ το ένα ύφασμα στ’ άλλο
κι περιφέρεται αόρατος στους αόμματους, με δόλο για μάτια από διαμάντια
Εδώ το πένθος για τους ζωντανούς δεν τελειώνει
απαγορεύεται …
Μα ακόμη στ’ άπλυτα ψάχνω
για κάποιο κόκκινο φτερό, ένα θαλασσινό φυλαχτό,
για κάποιο ερωτευμένο σπέρμα ενός μωρού, αρχαίας αγόρευσης πάπυρο
για κάποιο πορφυρό λουλούδι με γαλανές ανταύγειες
για να ξεπλυθώ.

Η Άνοιξη του'20

Περνά της Άνοιξης το φως απ’ τη σχισμή βαθιάς πληγής
φορά η αμυγδαλιά μάσκα κι πλαστικά γάντια ,
πονά το χώμα απ’ την απάτητη φωνή ,
σωπαίνει η κόκκινη πλατεία απ’ την τάξη, την απραξία, την ξηρασία.
Σμίγουν οι καρέκλες μία μία –τακτικές, τακτικά-
κι τα κρεβάτια ενώνονται , σ’ ορθές γωνίες τα κούτσουρα,
τα μπουκάλια χαίρονται κι τα τσιγάρα γαργαλάνε,
τα νερά στέρεψαν απ’ τις λίμνες , τα ποτάμια
στέπα βρήκαν στα πολίτικα μωσαϊκά,
η νόηση ερήμωσε κι ο πάτος τ’ ουρανού ορφάνεψε.
Η Άνοιξη του '20 των 20 θρηνεί
Τα λευκά ταβάνια , οι μοναχοί θάλαμοι,
οι μαρμάρινες μορφές στ’ άσπρα ντυμένες , στα κρύα σεντόνια σιδερωμένες
οι σιωπές στις πλυμένες ελπίδες πετρώνουν ,
πετρώνουν τους 20 ζωντανούς ,
καραγκιόζηδες με κρεμασμένα χέρια, συλλέκτες ονείρων σε πράσινους τεκέδες, μοντέρ με
γυαλιά, κορίτσια με μολυβένιες παρενθέσεις στα χείλη , μωρά με τηλεσκόπια, νεαροί με
λαδωμένες σκιές στα μάτια.
Οι κοιλάδες στριμώχθηκαν στις κοιλιές
Φτάνει να νοσεί η ζήση σε μια παραφροσύνη υπόγειας δίκης.
Η Άνοιξη του ’20 των κλειδωμένων παραθύρων ,
των κρυμμένων ημερών ,
της φυγαδεμένης φαντασίας ,
της μασκοφορεμένης τρέλας
μιλά , φωνάζει, κλαίει , δέρνει , προοικονομεί ,
αποχαιρετά , αρχίζει ν’ αποχαιρετά
αποχαιρετάμε ,
λίγο πιο γρήγορα
από λίγο πιο μακριά,
μηχανικά,
άγραφτα ,
κάπου κοντά στις τελευταίες γραμμές
ενός μακρινού
μηχανικού
άγραφτου βιβλίου ,
δίχως σελίδες , μουτζούρες , κενά και χαράγματα,
μα με μόνη παύση , πίσω από την κλειστή πόρτα της δράσης
αποχαιρετάμε…

Άχρωμοι καιροί

Κροκοδείλιες σκέψεις τρίβουν βίαια τα δέρματα
τα υγρά αφήνουν λεκέδες, γίνονται σχήματα οι μελανιές
τα μελάνια δουλεύουν με υπερωρίες για να καλύψουν τις πληγές.
Αύριο θα ξημερωθούν άλλα δάκρυα, νέα χαρτιά θα τα λιμνάσουν,
θα ξαμοληθούν αλλά δόντια, άλλα όνειρα θα πεθάνουν, άλλη μια αγωνία θα παραιτηθεί.
Ο χρόνος καυτός, ανάβει φωτιές στις φτέρνες
καίει με λησμονιές και προσμονές τις κεφαλές.
Ο χρόνος τ’ αντικείμενο της ζωής
και η ζωή υποκείμενο της δοκιμής
η δοκιμή μια κολασμένη ηδονή
η ηδονή πέτρα βλάσφημη του σκανδάλου
κι η πέτρα( αυτή) πλένεται απ’ τα ορφανά του νεκρού.
Άκλαυτες οι μέρες κείτονται, με τους περαστικούς να τις ενώνουν μ’ άνω τελείες κι
οριζόντιες γραμμές
-δίχως παρενθέσεις ανοιχτές από χείλη καθαρά –.
Ασθενείς οι νύχτες νοσηλεύονται- κοιμούνται οι κιμωλίες-
με τους μεθυσμένους να τις δια σωληνώνουν με θαυμαστικά
με τους γιατρούς να τις νοθεύουν με σιωπές
-τελείες στην αρχή της παραγράφου-
Εκεί που πάει ένα κομμάτι φεγγαριού να φανεί,
λευκό γυαλί το απερίσκεπτο πρόσωπο του ασθενούς πνεύματος
της θολής ιστορίας
του φτωχού παιδιού
κι του άχρωμου καιρού
γιγαντώνεται.

Η γλώσσα

Τα λόγια χαρέμια
κι εμείς κρυμμένοι ,με παρδαλές μαντήλες και τσίγκινα φλουριά, τσιγγάνοι
να κουνάμε τα χέρια μας, ανοίγοντας τις παλάμες, κλείνοντας τα μάτια
αρπάζοντας κάθε περισπωμένη κοιλιά
καταλήγοντας γέρνοντας γερασμένοι
σε αόρατο επίλογο με δεμένους τους τόνους των δακτύλων
σε μια ανάσκελη ευθεία.
Τα λόγια χαρέμια
κι εμείς οι μεθυσμένοι χορευτές, οι μαστουρωμένοι μουσικοί
ξεχνώντας
στις στάχτες κι στα σβησμένα φώτα,
μέσα σε γκρίζες περιφράξεις και ακριβοπληρωμένους τσίγκους,
με τις σφιχτές μαντήλες και τα διχασμένα φλουριά
τι γεννήθηκε για να μας ενώνει.

Θλίψη

Ντυμένη στα γαλανά σατέν
με σφιχτούς μηρούς απ’ της Αρχαίας Ρώμης τους χορούς
κι με σάπια κοιλιά , κάτι φέρνει σε γερασμένο μήλο.
Με πρόσωπο λεπτό , μακρόστενο ,
όπως η φωλιά του νυχτολούλουδου
που δεν ξανά δε ιδιωτική λευκή νύχτα.
Πολιορκεί τα μαρμάρινα κρεβάτια , τα σκαλιστά σαλόνια , τους ρυτιδιασμένους δρόμους ,
στριμώχνεται με τα διακοπτόμενα κορμιά- σκιές με τραχεία πέτσα, με αδιάφορη μανία – .
Με καρτερεί από τόσο κοντά, τόσο στενά, που αρχίζω να την αγγίζω ,
η μυρωδιά της φέρνει με πεταμένο οξύ σε κίτρινο μαλακό ουρανό.
Αυτής τα μάτια αιμορραγούν
απάνω στα στήθη μου , που 'ναι φτιαγμένα από στάχυ.
Κι ο λαιμός μου βράζει
κι τα μαγούλα μου υγροί κήποι
που κάποτε ανθίζανε χείλη ζευγαρωμένα.
Με κυνηγά με τα τακούνια της
ίσα που σπάει ο λάρυγγας της σιωπής
κι αρχίζουνε πηκτοί περιπαικτικοί φθόγγοι κι ξεχωρισμένα φωνήεντα να ξεψυχάνε με δόσεις
κι ξεκινά ψυχή να τραυλίζει , να φωνάζει δυνατά, να ξεπερνά κούφια ηχεία
να μοιάζει με χαμένη νύχτα ακολασίας
μα με λευκή κατά λευκή σελίδα να στρογγυλοκάθονται οι παλάμες του φεγγαριού
που κοιμίζουν τα μικρά, ναρκώνουν τα κεφαλαία
που κλειδώνουν τις αυλαίες ,
φυλακίζουν τους ηθοποιούς στους περσινούς χαιρετισμούς
που αφρίζουν τις αναμνήσεις , τους κοιτάνε από κοντά με δανεικά μικροσκόπια χαρμολύπης
Κι αυτό που απομένει απ’ την παραδομένη , καθαρή, γδυμένη θλίψη
θα 'ναι η συμβολή της μνήμης
που την ντύνει, την φυλάει, τη στήνει , της μιλά, της αποστηθίζει στο λεμονί αυτί της,
την κάμει μάνα ξενύχτισσα εγωκεντρική κι κόρη κομπάρσα εκδικητική
κι αυτό που ξεγλιστρά απ’ την
είναι τ’ όνειρο που παιδικά όλο κι πάει να καεί , μα που ποτέ στάχτη δεν γίνεται.

καλοκαίρι

Με το φως της Ανατολής περιλουσμένοι, εσύ θαρραλέε Άρη κι συ αναδυόμενη λευκή
Αφροδίτη.
Στις χρυσές ακτίνες όταν κλειδώνουν τα καστανά βλέφαρα με ανοιχτά τα φύλλα
χορό δροσοσταλίδων προετοιμάζουν.
Όταν αφήνονται οι κρύες σκέψεις σε θεατρικές παπαρούνες γύρω από έρημα ξωκλήσια,
όταν ζητά το ιδρωμένο μέτωπο χρώμα πορφυρό και φως γαλάζιο ύστερα από τούλινες υποσχέσεις,
θα 'ναι που βρίσκεστε σε εργολαβίες Διός για κάστρα με ανοιχτά ταβάνια
-οι νότες ελεύθερες πετούν, οι πίνακες στάζουν χυμούς λωτών και μυρτιών καθώς οι
πεζοκράτορες μεθούν-
για πόρτες που δέχονται το βήμα ενός έργου του
καλοκαιριού
ανήλικης ψευδαίσθησης
αθέατης ελπίδας κι ενός γλυκού δακρύου
μιας ήσυχης δροσιάς
ενός σιωπηλού παραπόνου
που για λίγο ακόμη παύουν να ακούνε στο γοργό πέρασμα του χρόνου,
στο παρελθόν της ατάραχης δημιουργίας ,
ακόμη κι όταν εσύ Άρη μισητέ θα γερνάς
και συ Αφροδίτη μουτζουρωμένη για τον τέλος ενός έρωτα τροφή θα κλέβεις.

λησμονημένη κυρά η ζωή

Θα πάψω να σας συναντώ με τα μάτια
τώρα που οι μέρες παχαίνουν
κρύβουν με τις σάρκες τους τα ζητούμενά σας.
Θα σταματήσω να σας συγχωρώ με μια αράδα από γράμματα
τώρα που οι νύχτες τιμωρούν
αγριεύουν οι αγέρες, χάνονται τα φύλλα απ’ τις ρίζες ,οι λέξεις απ’ τις σημασίες
τα νέφη φουσκώνουν κι ρουφούν τα πάθη με τους καπνούς απ’ τ’ ατελείωτα τσιγάρα τους.
Θα πάψω να σας σκέφτομαι μ’ άνω τελείες και κοφτούς λόγους
τώρα που ο χρόνος υλοτόμος βιαστικός
τσεκουρώνει τις άδειες , ανέγγιχτες σελίδες της ζωής.
Θα σταματήσω να υμνώ τους αγρούς , τις κορυφές των λόφων , τις θάλασσες
αγριόχορτα έσπειραν τα βλέμματά σας στο γραφείο
απάνω σε κάκτους κάθισα γι’ να γεννήσω,
νυχτολούλουδα κλειστά ακόμη τα κόκκινα σχέδια στα κλειδωμένα, ξεφτισμένα ξενύχτια μας.
Θα πάψω να σας λησμονώ
Η ζωή μια ανήλεη ξενιτιά
με δανεικά παπούτσια, φαρδιά φουστάνια κι στενά σακάκια
μ’ απλήρωτα γραφτά κι μ’ άκλαυτες ανάσες.
Σεργιάνα απρόσεκτα, περιστασιακά, στους περαστικούς των στίχων,
στ’ αποτρόπαια της μνήμης
στα δύστροπα της θύμησης
στα βραχώδη σύνορα της παλάμης,
στ’ ανείπωτα της αγάπης,
στον απόπατο της δύσης,
τ’ αμοντάριστα σκηνικά του χάους,
στα υπόγεια του αδιάκοπου πολέμου
με των φίλων τις κοτσίδες ,κεντούσα πλεξίδες ανοιξιάτικης βροχής,
απ’ την κοιλιά της μάνας θρηνούσα για όλους τους πόνους κι τους χαμένους
κυνηγούς, γι’ τα καμένα παιδιά και τα κουτσά άλογα, για το πράσινο γάλα απ’ τις ρώγες κι
το κίτρινο χρώμα της ανορεκτικής δημιουργίας, για την εξορία της τέχνης και για τις
μουγκές κιμωλίες, για την ανέκδοτη ιστορία και τη λεηλατημένη ελευθερία.
Χόρτασα απ’ το φευγιό της σκέψης,
πρόφτασα ν’ ανταμωθώ με την ομορφιά του τόπου, τις παύσεις και τα θαυμαστικά του,
να πιω μια γουλιά γαλάζιο όπιο απ’ της μέθεξης την παράφορη τρικυμία ,
να κάμω έρωτα με τον ουρανό ,όλα τ’ αστέρια να χορεύουν σιμά μας
κι όλα τα σύννεφα ν’ ανοίγουν τις παρενθέσεις
πλέκοντας το εγκώμιο της αιώνιας κοινής κλίνης,
να προσκυνήσω με τα γόνατα ματωμένα τους αγγέλους που ζωγραφίζουν τα μωρά,
να φιλήσω ιδρωμένη τα πόδια του πατέρα ήλιου
κι να φροντίσω τη γέρικη πλάτη της μάνας γης.
Γιατί να λησμονώ εσάς ετοιμοθάνατα γιδοβύζια
που βουίζετε με του φόβου τα τριλίσματα, προκαλώντας φόνους, μες τον ύπνο μου
έτσι όπως βραχνά αιωρούμαι απ’ τον πορφυρό ορίζοντα της νιότης στον γκρίζο κατήφορο της σήψης.
Η ζωή μια λησμονημένη κυρά
κι μεις τα ορφανά της.

μοναξιά

Πουλιά αλλιώτικα, χαμένα από το νόημά τους , αγριεμένα κοράκια να τρώνε τα κόκαλά τους,
ξερόχορτα, σπασμένα κλαριά, ξεριζωμένα φύλλα
στο κελάρι της μοναξιάς πως τρύπωσαν κι απόκαμαν,
μην βλέποντας κάτι απ’ τη ζωντανή την ένωση στις άκρες των φρυδιών τους
ούτε ακούγοντας τον δρόσο να στάζει μεταμέλεια
να στέλνει όλα του κόσμου τ’ απάνθρωπα στα μετερίζια του Άδη
απ’ τις βαριές ημέρες πάνω απ’ τα καυτά χώματα,
στης στέπας το μπουντρούμι.
Ορφάνεψαν τα σώματα – κι η κυρά άφαντη-
μήτε πίνοντας τη βροχή να μεθάει με κρυστάλλους από ζάχαρη ,
ν’ ανοίγουν νυχτολούλουδα ,ν’ ανασταίνονται οι κρίνοι
απ’ τις πολύπαθες νύχτες , κάτω απ’ τα ξελογιασμένα άστρα,
στης κρυωμένης κουβέρτας το μόνο χάδι.
Ερημωμένοι οι βραχώδεις κρόταφοι, καημούς δαγκώνουν τα λεπτά χείλη
με τα χέρια ξεχειλωμένα βαριά φορτία, αφού μ’ άλλα δεν μοιράστηκαν τα βάρη
με τα πόδια δυο πέτρες θαμμένες στα πατρικά μάρμαρα, αφού ξένες χώρες κι άτσαλα
αλισβερίσια με του χρόνου τα καμώματα τις μίκρυναν
με την καρδιά αλλοδαπή παραδουλεύτρα μ’ αφεντικό την ντόπια εξουσία του πόνου,
στα κρυφά να μπαλώνει τις τρύπες της ποδιάς, τα φαγωμένα μαντήλια απ’ τα βάσανα του φόβου,
στα κλεφτά να στρώνει την μακριά πλεξίδα, οι γκρίζες τρίχες φεγγρίζονται
κι πέφτουν απ’ το φαρμάκι της λησμονιάς
είναι τούτο εδώ το μέρος, της μοναξιάς , φάλαγγα δίχως δόρατα
φτωχό κι μολυσμένο , σκληρό κι αλλοιωμένο
κυβερνά εδώ ο Χάρος, δίχως αργίες, Κυριακές κι καλοκαίρια
κι εμείς όλα τ’ απωθημένα, τ’ ανάπηρα παιδιά του ,
μαστόρια δικά του να δουλεύουμε, να τον ξενυχτάμε , να τον αναγεννάμε.

νύχτες τιμής

Ακούμπησα κι απόψε τις μύτες απ’ τα αστέρια με τον νου μου,
έσφιξε το μυαλό μια αράδα χαμένους φίλους ,
τ’ αλισβερίσι της μνήμης με τον ουρανό
δεν χάνεται, δεν παύει να μακραίνει
Όσο κι αν οι βροχές των μαλλιών αλλάζουν χρώμα
όσο κι αν τα μάτια σχίζουν εκθετικά μονοπάτια.
Έγειρα πάλι στο χρυσοκέντητο υφαντό της νύχτας απ’ τον αργαλειό της θύμησης
για να με σώσει, με αισθήματα συγκίνησης και μιας πολύωρης θυσίας
γι' εκείνους όλους που δεν πρόφτασαν
να ζευγαρώσουν με τον θάνατο,
ενώ η καρδιά τους χτυπά ακόμα.
Ακούμπησα απόψε τ’ αστέρια με τον θώρακα
κι έχω για πλάτη τώρα την απώλεια κι τα ετοιμόλογά της.
Με τα μάτια ενός μικρού παιδιού
μπορεί κι να προλάβω
να δω απ’ το εξής τις ακτίνες της αυγής να χαράσσουν λεωφόρους μ’ ανοιχτά τα στόματα
των σκύλων, με κλειδωμένα τα φτερά των νυχτολούλουδων,
κι τις χάρες μιας ζωής να μεταδίδονται απ’ τις ρώγες που μοιράζουν γάλα.

ποιητέ εσύ...

Τον βουρκωμένο ουρανό καθησυχάζεις
το σχισμένο πρόσωπο της κόρης βάφεις
το πέτρινο καταφύγιο με τους τσίγκινους θεούς αδειάζεις
το ποτήρι των νεκρών με μύρους μεθυστικούς αναθυμιάζεις
τις σιωπές των ζωντανών αποκρυσταλλώνεις
τους κόκκινους ήλιους στις ζοφερές νύχτες σου αναζητάς
τα πεφταστέρια με κρίνους ανασταίνεις
στους πολύχρωμους μπαξέδες με τους πορφυρούς δείκτες μας καθοδηγείς
τους έρημους δρόμους με ζωγραφιστά φτερά γεμίζεις
τη μοναξιά με μύριες οάσεις ζευγαρώνεις
τους καημούς σε γραμματικούς πάγκους ακουμπάς
τις αιθέριες έννοιες με κουκκίδες εξηγείς
το μυαλό παντρεύεις με τις αισθήσεις
οι κλειδώσεις βρίσκουν όργανα κι’ τα όργανα ξύπνιο σώμα
αποκαλύπτεται η ζωή,
στις σειρές σαν κάθε σκέψη σου πεθαίνει στο χαρτί.
Γίνεται ολόκληρη μορφή, εύμορφη, με γαλανές φλέβες
χείλη στο χρώμα του ιβίσκου,
με τα καστανά κλαριά να σκίζουν σύννεφα του παραδομένου κήπου,
να φτάνουν απ’ της μάνας την καρδιά ως του παιδιού το κλάμα.
Ακόμη κι τώρα που σαπίζουν οι μίσχοι της γριάς κι πρασινίζει του παιδιού το μάτι,
εσύ ιππότη που καταγράφεις με το σπαθί σου από μελάνι τα μύχια, τα κακοπαθήματα της ζήσης,
εσύ ψαρά της τρικυμίας που τσιμπάς με την πετονιά της κρίσης τ’ άδοξα, τα μονότονα με
τον αφρό, τα ξερά φύκια και τις σαβούρες τους,
και με τα ουσιώδη, με τα απαραίτητα πιασμένα από την απόχη της σοφίας σου μας θρέφεις,
ξεπέρασε υπερήφανα τον αρχαίο βράχο που όλο χαράσσουν των γενεών τα νύχια με δύναμη τη λέξη φόβος
που εμποδίζει τ’ ανοιξιάτικο ποτάμι να γεννήσει
κάτι που να 'χει απ’ το δικό σου αίμα.

Βιογραφικό σημείωμα

Η Θέμις Ιππέκη γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη τον Οκτώβρη του 1998, έζησε τα πρώτα τρία χρόνια της στο Ηράκλειο Κρήτης, ενώ επέστρεψε για την περάτωση των μαθητικών της χρόνων στην γενέτειρά της πόλη. Το 2016, ξεκίνησε να φοιτά στο Δ.Π.Θ. στο τμήμα των Οικονομικών Επιστημών. Ολοκλήρωσε τις πρώτες σπουδές το 2021 και εν συνεχεία άρχισε την φοίτησή της στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα του Δ.Π.Θ. στο τμήμα Φιλολογίας, με τίτλο << Ειδική Αγωγή και Τ.Π.Ε.>>. Από το 2018 και μέχρι σήμερα δημοσιεύει ποιήματα, πρόζες και πεζά κείμενα με κοινωνικό και πολιτικό εννοιολογικό πλαίσιο σε διαδικτυακά περιοδικά και ιστοσελίδες όπως στο Cignialo, Pause Art Mag, Poetrics, GreekPoetics, Ποιειν κ.α. Τον Νοέμβρη του 2018 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο <<Προσεκτικά Παραδοθήκαμε>> από τις εκδόσεις Πηγή. Συνόδευσαν την κυκλοφορία του βιβλίου παρουσιάσεις στην Θεσσαλονίκη και στην Ξάνθη, όπως και ραδιοφωνικές εκπομπές στο Ράδιο Παρατηρητής. Κριτική επάνω στο βιβλίο <<Προσεκτικά Παραδοθήκαμε>> δημοσίευσε η Αντιόπη Κουφού από το Books Harbor.

 

 

 

 

 

 

 

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;