Έντεκα ποιήματα της Γεωργίας Σχοιναράκη

Έντεκα ποιήματα της Γεωργίας Σχοιναράκη

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" έχω προσκαλέσει την ποιήτρια Γεωργία Σχοιναράκη. Η φιλοξενούμενή μου γεννήθηκε και διαμένει στο Ηράκλειο της Κρήτης, ενώ έχει μείνει για κάποια χρόνια και στη Γερμανία. Έχει σπουδάσει Ψυχολογία κι Ευρωπαϊκό πολιτισμό. Επαγγελματικά δραστηριοποιήθηκε στον τομέα του τουρισμού. Το 2018 εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή που τιτλοφορείται "Διόδια του Έρωτα". Γράφει τόσο σε παραδοσιακή ομοιοκατάληκτη φόρμα, όσο και σε ελεύθερη γραφή. Η ποίησή της είναι αφηγηματική, λυρική, υπαρξιακή. Ο λόγος της είναι περίτεχνος, γλαφυρός, με ζωντανές εικόνες και γνήσια συγκίνηση. Την έμπνευσή της κινητοποιoύν ο έρωτας, οι σχέσεις, η εξερεύνηση του βαθύτερου εαυτού. Θα ταξιδέψουμε με έντεκα πολύ όμορφα ποιήματά της!

Επιστροφή

Κρατούσε ανέκαθεν στα χέρια της μιαν ομπρέλα
Αν έβρεχε, έλεγε, ίσως… την χρειαζόταν…
Αν πάλι έλιαζε… θα την χάριζε στον ήλιο, μην βρεθεί σε κανένα σύννεφο αγνάντι
Πρόσφατα αποφάσισε ότι δεν την χρειάζεται πια
-Ήταν τότε που ο Ήλιος της αρνήθηκε την αγάπη-
Ήταν τότε που κι εκείνη αποφάσισε να την επιστρέψει για πάντα…
… στις μέρες της νεότητας

(Ανέκδοτο)

Μελωδική σιωπή

Έτσι και πίσω από το βλέμμα σου και πίσω από το βλέμμα μου
Θα ορθώνονται οι πόρτες ασάλευτες, τα πόμολα ακλόνητα
Θλιμμένα κι αυτά μέσα στο σκοτάδι του φευγιού σου
Κι οι κουρτίνες άλαλες θα καμώνονται πως δεν είδαν, δεν άκουσαν
Δεν θα ανεμίζουν πια το μελτέμι από τη γη ως τη θάλασσα, χωρίς σκοπό
Γιατί αγαπημένε η νύχτα κρύβει πάντα ένα άλλοθι
Του ερχομού και του αποχωρισμού
Έτσι, σαν θα μισέψει το φεγγάρι κυνηγημένο, όπως τα βότσαλα που τα ξεσηκώνει ο βοριάς
δίχως λόγο
Δεν θα το ρωτήσω τίποτε
Τίποτε
Όπως δεν το ρώτησα σαν ήρθες
Καθώς δεν ρωτάμε τα άστρα σαν έρχονται ακάλεστα και φεύγουν ένοχα στο άναμμα της αυγής
Έπειτα εγώ πριν να τρυπώσει η πρώτη αχτίδα στην κάμαρη της νιότης
Θα παλεύω τον ίσκιο σου να κρατήσω στα σκεπάσματα
Μα αυτά όλο θα μου ξεφεύγουν ξεδίπλωτα με τσαλακωμένες όλες τις τύψεις μου
Για μένα που δεν σε πλάνεψα
Για σένα που δεν πλανεύτηκες
Για αυτό σου λέω
Δεν θα αλλάξει τίποτε αγαπημένε
Τίποτε
Όταν η παρουσία ήταν πάντα απούσα
Σαν μια λεπτόλιγνη σκιά με τρύπες αντί για μάτια και καρδιά
Που μέσα τους βουλιάζουν και αφανίζονται ότι φιλιά και χάδια σαν τα καράβια
στους άπατους ωκεανούς
Γι’ αυτό και γω σαν σε μια συνηθισμένη μέρα,
θα λογαριάσω τις ώρες, τα μερόνυχτα
Και όλο το θέρος μέχρι να αποκοιμηθώ και μετά να ξυπνήσω
Και ξανά από την αρχή
Κι ύστερα μέσα στα κίτρινα φύλλα
Θα χωρέσω λίγο από τα μάτια σου θα φτιάξω έναν πράσινο κήπο στην καρδιά
του Φθινοπώρου
Θα κρεμάσω τις λέξεις μου στα δέντρα να κελαηδούνε “σε προσμένω”
Μα με ένα φύσημα πάλι θα γέρνουν άμοιρες στο χώμα το αμίλητο
Δεν θα ακουστεί τίποτε πια αγαπημένε
Τίποτε
Μόνο μια μελωδία από την σιωπή της ψυχής μου
Τίποτε…Τίποτε…Τίποτε…

(Ανέκδοτο)

Ζαφειρένιο όνειρο

Μια γυναίκα κλείδωσε την εξώθυρα τρεις φορές.
Ψηλάφισε το ζαφειρένιο δαχτυλίδι στο σκοτάδι της παλάμης της.
Διστακτικά το εναπόθεσε δίπλα στο όνειρο κι αποκοιμήθηκε.
Τώρα που το συλλογιέμαι δεν ξαναείδα από τότε κείνο το ζαφείρι.
Χάθηκε σε κείνο το πράσινο όνειρο.
Η γυναίκα με τα μάτια τυφλωμένα από τη λάμψη του δαχτυλιδιού και του ονείρου,
κλειδώθηκε στο δάσος τρεις φορές.
Μια...
Δυο...
Τρεις...

(Ανέκδοτο)

Έκπτωτος έρωτας

Κόκκινη κουζίνα
Αναπάντεχη ερυθρότητα
σκυφτός ο πάγκος απ’ άκρη σ’ άκρη
σαν θεόγυμνος Θεός
Κρυμμένα στα συρτάρια με τα χρυσάνθεμα
τα κουτάλια, ο στύφτης,
τα μαχαίρια της αντοχής
Μια μέλισσα ψέλνει ροδαλά την απουσία σου
Στο περβάζι του μεσαίου παραθύρου
Ακόρεστο το φευγιό σου με υποτάσσει δεύτερη φορά
Αναλλοτρίωτης επιφάνειας η σκιά σου μπουσουλάει στο πάτωμα,
στα ξύλινα δοκάρια αναρριχάται ένας έκπτωτος έρωτας
Υπάρχεις…

Στην κόκκινη κουζίνα με τα διεσταλμένα μάτια από κάρβουνο,
τη μέλισσα, με τις χρυσομελένιες βλεφαρίδες,
το λυπημένο κυκλάμινο της περασμένης νύχτας
Και την παγιδευμένη σιωπηλή ποίηση
Δεν υπάρχεις…

(Ανέκδοτο)

Πανσέληνος προδοτική

Μισάνοιξε τα χείλη της σαν να πρόβαρε
Κάποιες παράλυτες νότες
Κλειδωμένες μέσα της,
σαν αυτές τις ανήκουστες από συστολή,
κάποιου ατάλαντου μα επίδοξου τραγουδιστή
Έτσι φαντάστηκε τις φράσεις τις μισοτελειωμένες,
να ελεούνται της αγάπης
Τότε τις είδε για πρώτη φορά,
να αχνίζουν την προδοσία και το αδιάφορο της καρδιάς
Τρομαγμένη, τοποθετώντας την παλάμη της στα χείλη,
Ήταν σαν να έκρυβε με το φεγγάρι ματωμένο,
ολάκερη την ντροπή
Όμως το στόμα γιγαντώθηκε και από μέσα του σκορπίστηκαν
Ορφανά πια από ουρανό, τα αστέρια που θρηνούσαν
Χίλιες φορές : γιατί, γιατί, γιατί,….γιατί….!!
Από τότε κάθε πανσέληνο τ' Αυγούστου,
Τραγουδά με σμιχτά χείλη

(Ανέκδοτο)

Από τον Θεό Πιο πέρα

Ζέστη, ζέστη, ζέστη
Κρέμεται από τα μπαλκόνια
Πολλή….
Για πολύ…
Για πολλά καλοκαίρια αναλλοίωτη
Από τα μουστάκια του γείτονα
Ο ιδρώτας ποτίζει την κόκκινη αυλή
Κι αυτά τα φισέκια πάντα στην ώρα τους
Μια κραυγή, απαράλλαχτη, στα καλά καθούμενα,
γυρνοβολά την ιστορία
Διαλύει την κάψα
Στεγνώνει όλες τις υδροφόρες γειτονικές πηγές
Ο ήλιος κρύβεται κατάτρομος
Προφασισμένος μιαν κούραση,
ανακόλουθη Ιούνη μήνα
Μέσα από κάποια ουράνια καταχνιά
Τα παιδιά της αυλής αναρωτιούνται... πού να πήγε και τούτο το καλοκαίρι
Πού χάθηκαν οι άνθρωποι
Πώς ξεράθηκαν οι καρδιές
Σκυθρωπά μα με παλάμες ορθάνοιχτες και γαλανές….
συνεχίζουν, λίγο πιο πέρα από το Θεό,
να σμιλεύουν το φως στον κόσμο

(Ανέκδοτο)

Το σπίρτο

Ζητούσα απελπισμένη στο σκοτάδι μια φωτιά.
Να 'ταν για το τσιγάρο, που εκκρεμούσε στο στόμα παγωμένο;
Για σένα, που εκκρεμούσες κάτι καιρούς;
Η απουσία, καλέ μου, δεν μετριέται με αριθμούς.
Το βάθος νοσταλγίας είναι που την πληθαίνει.
Ιδίως στην καρδιά της νύχτας, όπου κορυφώνεται η έλλειψη.
Του τσιγάρου και της ματιάς σου.

Στο συρτάρι, κρυμμένο ένα κουτί σε συσκευασία δώρου.
Ένας αναπτήρας…καλοκαιριού αναμνηστικό.
Ίσως ήταν για σένα, ίσως για μένα, ίσως για μας.
Λέω ίσως, αφού μόνο εγώ συνδαύλιζα,
τον προορισμό μιας ψευδαίσθησης.
Σπάζω το κουτί ...
από τη θύμησή σου με ανάβω.
Ρουφάω λίγο από τη φωτιά του τσιγάρου, λίγο από την φλόγα του κορμιού μου!.
Ο καπνός με κυκλώνει. Με διαθλάς ... η μορφή σου εξαϋλώνεται…. !
Περιτυλίγω την ψυχή μου, στο χαρτί.
Την φωλιάζω στο συρτάρι.

Κάποια στιγμή ίσως ζητήσεις φωτιά.

(Εκδόσεις Πηγή, Τα διόδια του Έρωτα ,2018)

Στο χάδι σου

Σιδέρωνα με νοσταλγία το πουκάμισό σου
Δεν γνώριζα γιατί..ίσως να σε είχα πεθυμήσει,
ίσως το είχε ανάγκη και το ρούχο
Λίγο να ζωντανέψει το ουρανί του.
Λίγο να φέξει η θάλασσά μου χίμαιρα ελπίδα.
Μύριζε ακόμα αγκαλιά, χάδι και υπόσχεση.
Έσφιξα τη θέρμη του.
Ζώστηκε ξανά η λαχτάρα στο κορμί.
Μια λίμνη δάκρυα το έπνιξαν.
Χάθηκε με ένα λυγμό,
στα τσαλάκια της ψυχής μου.

(Εκδόσεις Πηγή, Τα διόδια του Έρωτα ,2018)

Πως θα 'θελα

Πως θα ήθελα να ήμουν μέρα…!
Να ντύνονται οι άνθρωποι από τον ήλιο μου.
Τα όνειρά τους να βρίσκουν το φως τους.
Να προσκυνούν για τον κόσμο οι άνθρωποι,
με προσευχές…
για τα παιδιά, για τη χαρά!
Πως θα ήθελα να ήμουν χαρά…!
Να σκιάζω τα κύματα με τραγούδια, να γαληνεύει η μοίρα τις θάλασσες και τις καρδιές...
στα τέσσερα ρυάκια να ξεχύνω, ορμητικά ασκιά με μουσική και γέλιο!
Πως θα ήθελα να ήμουν γέλιο…!
Στον ανήμερο αγέρα να φυσώ απανέμι του Ιούλη,
να καθησυχάζονται οι έχθρες στο νου και στις ψυχές τα μίση...
και σ’ όλα τα χρώματα της γης από άκρη σ’ άκρη, να βασιλεύει αδιαπραγμάτευτη η αγάπη!
Πως θα 'θελα να ήμουν μέρα, χαρά, γέλιο και αγάπη…!!!
Πως θα ήθελα να ήσουν και συ…!!!

(Ανέκδοτο)

Πεθυμιές

Το ποτάμι κύλησε.
Δεν μας παρέσυρε.
Ποτέ δεν θα ξανακυλήσει το ίδιο ποτάμι.
Ποτέ δεν θα πεθυμήσουμε όμοια κι εμείς.
Άλλα ποτάμια ...
πιο ορμητικά...
οι πεθυμιές μας άλλες
πιο αμείλικτες...

(Εκδόσεις Πηγή, Τα διόδια του Έρωτα ,2018)

Απολυτότης

Αυτό το νιαούρισμα στο πληγωμένο κεραμίδι, με εμποδίζει να σκεφτώ…
Είχα, έχω, δεν ξέρω και τι χρόνο να χρησιμοποιήσω, καιρό να γράψω.
Δεν πήγαιναν τα δάχτυλα, τα μολύβια άξυστα, το πληκτρολόγιο πολύ μαύρο, οι σκέψεις
άραχνες, είπα να μην τα ταιριάξω.
Διέγραψα έτσι όλες τις λέξεις τις καυτές, που ενθουσιάζουν που ελπίζουν, που πληγώνουν.
Ήλιος φωτιά, φλόγα, πόνος, δάκρυ έρωτα, αγάπη, απωλέσθησαν εν μία νυκτί.
Αποτραβήχτηκε σεμνά και το φεγγάρι.
Ο ουρανός και τα αστέρια είχαν ήδη μισέψει από το χαρτί εδώ και καιρό.
Αφανείς ήρωες σε ποίημα άφωνο, περίγελος της αλήθειας σου.
Για όλες τούτες τις απώλειες αποφάσισα,…
να μην ...σε συγχωρήσω.

(Ανέκδοτο)

Βιογραφικό σημείωμα

Η Γεωργία Σχοιναράκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου και διαμένει. Το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής της ηλικίας, το πέρασε με την γιαγιά της στην γενέτειρά της, αν και μετανάστευσε για κάποια χρόνια με τους γονείς της στην Γερμανία. ΄Αργότερα επισκέφθηκε ξανά την Γερμανία ως φοιτήτρια Ψυχολογίας. Με την επιστροφή της στο νησί ασχολήθηκε με τον τουρισμό. Το 1988 και το 1994 απέκτησε τα δυο της παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Η ανάγκη της για περαιτέρω γνώσεις την οδηγεί στο Ε.Α.Π., όπου φοιτά στο τμήμα του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. Στη διάρκεια των σπουδών ανακαλύπτει για πρώτη φορά με ένταση την αγάπη της για την λογοτεχνία και ιδιαίτερα για την ποίηση, ωστόσο, μονάχα τον Οκτώβριο του 2014 και μετά από παραίνεση ενός φίλου παίρνει το θάρρος να αναρτήσει στο διαδίκτυο κάποια από τα ποιήματά της. Η αποδοχή την εξέπληξε και της έδωσε θάρρος για περαιτέρω ενασχόληση. Έως τις αρχές του 2018, έχει καταφέρει να συγγράψει πάνω από 700 ποιήματα και συνεχίζει. Η αγάπη της για τον στίχο δεν στοχεύει σε ένα συγκεκριμένο είδος ποίησης. Αγαπά τόσο τον λυρισμό και την ρίμα, όσο την ελεύθερη έκφραση ή ακόμη και την ποιητική πρόζα. Ωστόσο στα περισσότερα από τα ποιήματά της ανιχνεύεται το κοινό χαρακτηριστικό του ερωτικού ρομαντισμού. Τα “Διόδια του Έρωτα” είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;