Το όρος των Ελαιών κι ο κήπος της Γεσθημανή στην ποίηση (Ποιήματα)

Το όρος των Ελαιών κι ο κήπος της Γεσθημανή στην ποίηση (Ποιήματα)

Ο κήπος της Γεσθημανή,στους πρόποδες του Όρους των Ελαιών είναι σύμφωνα με τα βιβλικά κείμενα ο τόπος που συντελέστηκε η προδοσία του Ιούδα κατά του προσώπου του Ιησού. Για να δούμε τι έγραψαν οι ποιητές γι'αυτά!

Το όρος των Ελαιών-Γ.Θ. ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ

Στης γήινής σου πορείας το τέρμα σαν εγγίσεις
και των βημάτων σου διακόψεις τη γραμμή,
την υψηλή κ’ επίσημη τούτη στιγμή
σκέψου καλά το χρέος σου πόχεις να εξοφλήσεις.

Πρόσεξε στις αδυναμίες σου μην ενδώσεις,
που τις εκμεταλλεύτηκες τόσο πολύ.
Καιρό δεν έχεις πια για νέαν αναβολή.
Είναι η στιγμή που τον εαυτό σου θα δικαιώσεις.

Αν όμως σε λυγίσει κάποια αδυναμία,
όταν θα σέρνεσαι προς τη Γεθσημανή,
πρέπει πως λιποψύχησες να μη φανεί,
κάμνοντας την ανάγκη σου φιλοτιμία.

Όχι λυγμοί και "το ποτήριον παρελθέτω .... "
Κι’ ούτε να πεις: "Ηλί, λαμά σαβαχθανί;"
Μια φορά πάει κανείς στη Γεθσημανή.
Σαν τέλειος θεατρίνος το ποτήρι πιε το.

Μην κάμεις στα στερνά καμιάν απροσεξία
κι’ αηδιάσεις με κανένα μορφασμό.
Αν δεν παίξεις με τέχνη και θεατρινισμό,
χάνεις στερνά μαζί και την ευθανασία.

Πηγή: Άπαντα τα ποιητικά,Παρατηρητής,1990

Στο Όρος των Ελαιών-ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

Κι αν από ανήμερα σου γνέψω
να μ’ ακούσεις, μην ξεμακραίνεις.
Πίστεψέ με, τόσος δρόμος
με φοβίζει.
Έτσι κι έγνοια μου θα γείρει
στο προσκέφαλο
του μοναχικού βοσκού που σμιλεύει
σε σπόρο στάρι
ένα μελλοντικό φιλί.

Πηγή:Ξέρω! Είναι κάπως αργά... ,2000

Μαγδαληνή-ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του,
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.
Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες∙
κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.
Κι όμως μέσα σ’ αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ’ τον Ναό στο λιμάνι
κι απ’ την πόλη στο Όρος των Ελαιών.

Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλάβαστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.

Μ’ αυτό το μύρο θ’ αλείψω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.
Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.
Κι αν μια μέρα ασπαστώ τον χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του∙
κι αν μαρτυρήσω γι’ Αυτόν, θα ’ναι η αγάπη του που θα μ’ εμπνέει.
Γιατί, κύριε, ο έρωτας μου ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια
κι ίσως μείνει αιώνια τ’ όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν «ότι ηγάπησαν πολύ».

Πηγή: Εποχή των ισχνών αγελάδων, 1950

Η ηχώ της ψυχής (Β)-ΑΝΤΩΝΗΣ Δ.ΣΚΙΑΘΑΣ

Έκτοτε,
πέρασαν χρόνια δίσεκτα,
πέρασαν επιτάφιες κουστωδίες
με λευκές βιολέτες
και μελισσοκέρι σε ξύλο ανύπαρκτο.

Πέρασαν οι μάχες
των γόνιμων εγώ
και οι μητριές αγωνίες
κεντημένες στο χέρι
του τέλους.
Πέρασαν τα όρια
των επαναστάσεων
γεμάτα ανθρώπινα μέλη
και μισοφαγωμένα σεντόνια
από κορμιά με ατελή σκέλη.

Στην άκρη του τοίχου
μια χάρτινη εικόνα Εσταυρωμένου
να ψαχουλεύει
στο νοτερό παρελθόν
της Άνοιξης
τις μνήμες του κήπου των Ελαιών,
που είχε γκρίζες βροχές
και ένα στεφάνι υάκινθων
δίπλα σε μπρούτζινο βενετικό
μανουάλι
γεμάτο λευκές λαμπάδες
και άμμο με ρόδια.

Πηγή: Ευγενία,Εκδόσεις Πικραμένος,2016

Η αναπάντεχη κρυψώνα του Hans Rosenthal-ΕΛΕΝΗ ΓΑΛΑΝΗ

Βερολίνο

Υπάρχει μια πόλη που χτίζεται όταν οι πόλεις γκρεμίζονται
μια άνοιξη που ανθεί όταν όλα τα λουλούδια έχουν μαραθεί
υπάρχει μια ποίηση που γράφεται όταν οι λέξεις βουβαίνονται
μια πένθιμη Ανάσταση που ο θάνατος αθάνατος στο διηνεκές κυοφορεί
πίστη απίστευτη εκεί που κάθε πίστη έχει χαθεί

Υπάρχει ένας άνθρωπος που βγαίνει στον κόσμο όταν ο κόσμος κρύβεται
σε καταφύγια, σφαγεία, σε κοσμικά σαλόνια, σε ναούς, στη Συναγωγή
περιμένει με εκρηκτικά μάτια καρτερικά το ξημέρωμα
μέσα σε τόνους νύχτας
στο Όρος των Ελαιών
στο Lichtenberg
στο Ανατολικό Βερολίνο
έχει για μοναδική κρυψώνα τον ορίζοντα
τα φονικά τα άστρα του
που μόνος, απείραχτος
αιώνια ζει

Πηγή:Ανατολικό τέλος,Μελάνι,2016

Οι σκιές των χεριών σου-ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

Στα φωτεινά υπόγεια των καθρεφτών
Με τους κορυδαλλούς της ανάμνησης
Να φτερουγίζουν
Μάταια το βλέμμα σου
Κυνηγά
Τις σκιές των χεριών σου
Που όλο και ξεμακραίνουν

Θλιμμένες σαν τις Κυριακές
Που σίγησε η καμπάνα
Και του βασιλικού η οσμή
Από τις φλέβες του Θεού
Δε χύθηκε το αλάβαστρο του κόσμου
Πένθιμες και σιωπηλές
Καθώς ωχρές επιστολές
Προς αόμματους παραλήπτες
Κι απέραντα μοναχικές
Σαν παρεκκλήσια ερειπωμένα
Που απ’ τις τοιχογραφίες τις παλιές
Ξεθώριασε της Παναγιάς το χέρι

Κι ευθύς το Θείο Βρέφος γλίστρησε
Στων Ελαιών τον Κήπο

Πηγή:Εν τη ρύμη του νόστου,Εκδόσεις Αρμός, 1999

Από το " Όρος των Ελαιών" - ΑΛΦΡΕΝΤ ΝΤΕ ΒΙΝΙ

Είχε νυχτώσει κι ο Ιησούς βάδιζε μοναχός,
Ασπροντυμένος, σα στο σάβανό του ένας νεκρός.
Οι μαθητές κοιμόντανε βαθιά στο βουνορρίζι.
Μες τις ελιές που ένας κακός άνεμος τις λυγίζει,
Ανατριχώντας ως αυτές ο Ιησούς περπάτει ΄
Θλιμμένος ως το θάνατο, με σκοτεινό το μάτι,
Με χαμηλά το μέτωπο, τα χέρια στον χιτώνα σταυρωτά
Σαν ένας κλέφτης της νυχτός που αρπάζει στα κρυφά ΄
Τα βράχια ξέρει πιο καλά παρά ένα στρατί,
Και σταματά στον τόπο που λεν Γεσθημανή.
Πέφτει στα γόνατα,το κούτελο στη γη ακουμπά ΄
Μετά φωνάζοντας "Πατέρα!", τον ουρανό κοιτά,
-Μα μαύρος μένει ο ουρανός κι ο Θεός δεν απαντά.
Με απορία σηκώνεται και πάλι βηματίζει,
Τσακίζοντας τα λιόδεντρα που τρέμουν. Αναβλύζει,
Αργός και κρύος απ' την κεφαλή του ιδρώτας ματωμένος.
Πίσω γυρνά, κατεβαίνει, με φρίκη φωνάζει:
"Γιατί μαζί μου δεν προσεύχεστε, δεν αγρυπνάτε;"
Μα ύπνος θανάτου τους αποστόλους βαραίνει.
Σαν τους άλλους κι ο Πέτρος στη φωνή του Κυρίου κωφεύει.
Τότε ο Γιος του Ανθρώπου πάλι αργά ανεβαίνει΄
Καθώς Αιγύπτιος ποιμένας, στον ουρανό αναζητά
Αν ο Άγγελος στα βάθη κάποιου αστεριού λαμποκοπά,
Μα μια νεφέλη πένθιμη απλώνεται σαν πέπλος
Χήρας , και οι πτυχώσεις της κυκλώνουνε την ερημιά.
Αναπολώντας ο Ιησούς, όσα είχε υποφέρει
Τριάντα τρεις χρονιές, άνθρωπος έγινε κι ο φόβος
Του 'σφιξε τη θνητή καρδιά μ'ανίκητα δεσμά.
Εκρύωσε. Εφώναξε μάταια τρεις φορές:
"Πατέρα μου"΄ του απάντησε ο αγέρας μοναχά.
Πέφτει στον άμμο καθιστός κι ενώ στενοχωριόταν,
Τον κόσμο και τον άνθρωπο ανθρώπινα σκεφτόταν,
- Κι έτρεμ' η γης ως το βάρος γρικούσε
Του Σωτήρα που μπρος στον Δημιουργό γονυπετούσε.

Μετάφραση: Αλέκος Καΐρης
Πηγή: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση",Ναυτίλος

Γεσθημανή-Γ.ΒΕΡΙΤΗΣ

Κατάχλωμ'η Σελήνη,αχνή
βουβή,θλιμμένη,
αμίλητ'η Γεσθημανή
μαρμαρωμένη.
-Είν'εκεί γονατιστός
και προσεύχετ'ο Χριστός.

Κραυγές απ'την Ιερουσαλήμ,
μαχαίρια,ξύλα,
βλαστήμιες και ποδοβολή
-οργισμένη Σκύλλα.
Μανιασμένοι Χριστομάχοι,
που τους τύφλωσαν τα πάθη.

Αγώνας στη Γεσθημανή,
δέησες μεγάλες,
και στάζει ο ίδρωτας στη γη
σαν αιμοστάλες.
Σκύβει Εκείνος προς τα κάτου
λυπημένος του θανάτου.

Όλα τον απαρνήθηκαν,
πικρά τα χείλη΄
πιο πέρ'αποκοιμήθηκαν
βαθιά κι οι φίλοι.
Θα ξαναξυπνήσουν πάλι
στης ορφάνιας την αγκάλη!...

Πονεί η ψυχή,μακριά η χαρά
βαριά η καρδιά του,
και τον αγγίζουν τα φτερά
πικρού θανάτου.
Μα ας γενεί μ'υποταγή
του Πατέρα η προσταγή.

Και να σε λίγο η μαχαιριά:
φιλί προδότη΄
τα δέντρα στέναξαν γοερά
μέσα στα σκότη.
Κι ανατρίχιασαν κι οι φράχτες
τους κακούργους απελάτες.

Δένουν και βρίζουν και χτυπούν
και βλαστημάνε΄
κατάρας χείμαρροι ξεσπούν
και πάνε,πάνε...
Κι αγροικάς χίλιους-δυο βόγγους
στους νυχτοπαρμένους λόγγους.

Ψηλά τ'αστέρια κλαιν'κι αυτά,
ω φρίκη,φρίκη!
Τα δάκρυά τους πικρά,καυτά,
ρυάζοντ'οι λύκοι΄
μοιάζουν μέσα στο σκοτάδι
ξερνοβόλημ'απ'τον Άδη.

Νύχτα φρικτή και σκοτεινή,
κάθε στιγμή σου
χολή κερνά΄κι οι πετεινοί
που θα λαλήσουν
στο πηχτό σου το σκοτάδι
άρνησις κι αυτοί σημάδι.

Δίκες,αγκάθια και δαρμοί,
πληγές,φραγγέλιο,
πορφύρες,γύμνωμα,εμπαιγμοί
και περιγέλιο,
-κάθε πόνος-γέννημά σου΄
συ,δεν κλαις για το έγκλημά σου;

Κι Εκείνος σκύβει κι ακολουθά.
Τώρα δεν μένει,
μόνον να πάει στο Γολγοθά
που τον προσμένει,
θύμα Αγνό,για να Χαρίσει
τον αναπλασμό στην Κτίση.

Πηγή:Μεγάλη σχολική ποιητική ανθολογία,Σταύρου Ζήγου,Εκδόσεις "Μητρέλη",Πάτραι

Θαυματοποιός-ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ

Την ώρα που μονούς μας ρύθμιζεν ο ύπνος
υγρό το χέρι σου έρευσε να σου χαρίσει
άρτο και οίνο, κοινωνίας κρυφής μεθύσι
πλήρης ο πόθος ήτο ο μυστικός μας δείπνος.

Δεν είχε πλέον Γεσθημανή της προδοσίας,
βαθιά κι ηδέως μας εψιθύριζεν η κτίση
κι αν είχε τρεις φορές ο πετεινός λαλήσει
ήταν για να προφέρει λόγια αθανασίας.

Μ’ άνθινο, μ’ ακάνθινο της ομορφιάς στεφάνι
το γάλα σώμα σου είχε στέψει το κορμί μου.
άναψα τότε το στεφάνι και μου εφάνη.

Πως ήμουν μέγα δέντρο εν μέσω της ερήμου,
γιγάντιο δέντρο, φουντωμένο ρόδα ή μήλα
και ζωντανό νερό στη ρίζα του που εκύλα.

Πηγή: Ηλίας Λάγιος:[Ενότητα:Ο τόπος], Το βιβλίο της Μαριάννας -Ίκαρος, 1993

Η ελάχιστη προσευχή του κήπου-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΥΡΙΤΣΗ

Σιωπή σκεπάζει άλλη σιωπή.
Κάπου μακριά ακούγονται θλιβερές
Μονοζυγωτικές καμπάνες. Πλησιάζει πάλι ο σημαδεμένος Κήπος.
Πέρα απ’ τις νεαρές ακτές
Πέρα απ’ τους χρυσοκόκκινους ορίζοντες
Πιο ψηλά απ’ τους πρόποδες
Στις πιο γέρικες σκιές του Όρους των Ελαιών
Γίνονται και πάλι Μεσάνυχτα.
Ξέρει. Σύντομα θα έρθουν για Εκείνον.
Ούτε ο θάνατος είναι, ούτε το φιλί, η προδοσία.
Οι σύντροφοι που αποκοιμήθηκαν και
Ο Πατέρας μοιάζει τώρα πιο μακρινός.
Η Μαρία δεν ξέρει ακόμη.
Έχει ακούσει μουρμουρητά στις αγορές
Αλλά πιστεύει ακόμη στα θαύματα, ότι μπορεί να έρθει η Άνοιξη μετά το Καλοκαίρι.

Πίσω απ'τα σύννεφα κρέμεται η Σωτηρία του κόσμου
Στο μέτωπο Του κόμποι από ιδρώτα, η αγωνία του φιλιού, οι σκόρπιοι φίλοι.
Μονάχα αυτή η γέρικη ελιά ξενυχτάει από αιώνες
Μονάχα αυτή η γέρικη ελιά τυλίγει λέξεις που σπάνε τρυφερά στις ρίζες της.

Σκοτεινή, ανθρώπινη Γεσθημανή
σε λίγες ώρες από τώρα θα αλλάζει κάθε χρόνο η περιστροφή του κόσμου.

Πηγή: stixoi/info

Αδίστακτη μνήμη-ΣΠΥΡΟΣ ΓΟΥΛΑΣ

Έρχεται κάποτε ο καιρός
στα αγκάθια πιάνεται ο λαιμός
στα σύρματα το ελάφι

Είναι πρωί, ανάλγητο φως
φανερώνει την τραγωδία
(Το σπίτι αγκαλιάζει το κορμί σαν τάφος
των τοίχων τα χρώματα αταίριαστα και λάθος)

Έρχεται κάποτε ο καιρός
καβαλάρης και λεπρός
στα χείλη κρούει βέργες

Είναι μεσημέρι, της Γεσθημανής οι ελιές
τον ήλιο κρύβουν
(σάβανο γίναν τα λινά
τα σκουλαρίκια ρήμαξε η σκουριά)

Έρχεται κάποτε ο καιρός
Λάζαρος που αρνήθηκε το φως
και σε θυμίζει

είναι νύχτα,
μιας ζωής το βάρος σε λυγίζει
(μνήμη αδίστακτη την ατραπό διαβαίνει
σε ξεχωρίζει με φιλί, με δάκρυα σε πλένει).

Πηγή: stixoi/info

Η Ερινύα των πετραδιών και του κάρβουνου-ΑΝ ΣΕΞΤΟΝ

Πολλοί μεταλλευτές μπήκαν
σε σήραγγα βαθιά
για να δεχτούν τη σκόνη ενός φιλιού,
ένα μετάλλευμα- κελί.
Πήγαν με τα φανάρια τους
γεμάτα μάτια που τρυπούν
βαθιά, πολύ βαθιά κι έβγαλαν
τον Χριστό στη Γεσθημανή.
Σώμα γεμάτο βρύα, σώμα από γυαλί,
σώμα από τύρφη
κείτεσαι τόσο κοφτερό, βαρύ σμαράγδι
όσο ένα γήπεδο του γκολφ, ρουμπίνι σκούρο
σαν υπόλειμμα γέννας,
διαμάντι άσπρο σαν τον ήλιο
πάνω στη θάλασσα, κάρβουνο, σκοτεινόχρωμη μητέρα
μητέρα που γεννοβολά, άφησε τα θαλασσινά πουλιά
να σε φέρουν στη ζωή μας
σαν από μακρινό νησί,
βαριά σαν θάνατο.

Μετάφραση: Δήμητρα Σταυρίδου
Πηγή:Anne Sexton – Ποιήματα , εκδόσεις Printa

Έρευνα-Επιμέλεια αφιερώματος:Αγγελική Καραπάνου

 

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;