Το κερί στην ποίηση (Ποιήματα)

Το κερί στην ποίηση (Ποιήματα)

Κερί. Σύμβολο θρησκευτικής λατρείας. Ελπίδα για το φως που θ'ανάψει στις ψυχές μας... Για να δούμε τι μας είπαν οι ποιητές!

Κεριά-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κοιτάζω τ’ αναμμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.

[1893, 1899]

Πηγή: [1897–1904],Τα αναγνωρισμένα

Το κερί σου θα'χει λιώσει-ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΔΡΙΒΑΣ

... Το κερί σου θα `χει λιώσει
η σκιά του κεφαλιού σου θα στενεύει στον τοίχο.
Ξαπλωμένος στο μελετηρό ακτινωτό κρεβάτι σου
θα ριγείς ανώδυνα
θα οσφραίνεσαι το μύρο
τον ανθό μιας μήλινης εξαϋλωμένης σάρκας.

Αλλά το ξίφος που αδρανεί στην κόχη
σου φωνάζει
με την ευγένεια της αιχμηρής σιωπής του
σημαδεύει σκληρά το πεπρωμένο σου
χωρίς προσωπείο.

Πηγή: Μια δέσμη αχτίδες στο νερό,Πρόσπερος,1978

Το κερί-ΤΑΚΗΣ ΚΟΛΙΑΒΑΣ-ΜΩΛΙΟΤΑΚΗΣ

Απ'την Ανατολή κι ως με τη Δύση
ψυχροί κρατούν κι ανίεροι καιροί.
Η λογική πασχίζει να φωτίσει
μ'ένα της σκέψης άγρυπνο κερί.

Άφωτα κι ανερμάτιστα τα βράδια
σ'ένα στημόνι πλέκονται ρηχό,
και το κερί δακρύζει στα σκοτάδια
και σε μιαν άκρη λιώνει μοναχό.

Πηγή: Ραγισμένη πέτρα, Νέα σκέψη,Αθήνα 1994

Το κερί-ΤΑΚΗΣ ΚΟΛΙΑΒΑΣ-ΜΩΛΙΟΤΑΚΗΣ

Στης πέτρας το ξερό χορτάρι
με λαβωμένο το κορμί,
αχνοθωρεί το παλικάρι
κοντά του τη στερνή στιγμή.

Ακούει πένθιμη καμπάνα
και σ'εγκρεμό βλέπει βαθύ
την μαυροφορεμένη μάνα
την άμοιρη την αδερφή.

Μες στην απελπισιά γυρεύει
να στείλει μήνυμα γραφτό.
Ψυχή κοντά του δεν σαλεύει
κι ούτε κουνιέται φτερωτό.

Παραδομένο παλικάρι
στη μοίρα τη φαρμακερή.
Σκύβει περίλυπο φεγγάρι
κι ανάβει νεκρικό κερί.

Πηγή: Ραγισμένη πέτρα, Νέα σκέψη,Αθήνα 1994

Το κερί-ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ

Απόψε μου μαθαίνεται η ζωή
μέσα από ένα κερί που δε θέλει να σβήσει.
Φυσάω κι αυτό
απλά γέρνει το σώμα του.
Το κλείνω στα δυο μου δάχτυλα
κι αυτό αναπαύεται.

Απόψε μου εξηγείται ο θάνατος
μέσα από ένα κερί που δε λέει να ανάψει.
Λαμπαδιάζει το δάκτυλό μου
μα αυτό αρνείται.
Το πλαγιάζω με τη φωτιά
μα δε φλογίζεται.

Απόψε μου γνωρίζεται η αθανασία
μέσα από ένα κερί
που λιώνει.
Μέσα από ένα κερί
που λιώνει όμορφα.

Πηγή: Σπύρος Αραβανής, " Η ανοσία της άγνοιας", εκδόσεις Οδός Πανός 2008

Κερί αναμμένο-ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Τούτη την άνοιξη πρώτη μου φορά
κράτησα δυο κεριά στον Επιτάφιο
Εγώ που δεν πολυπιστεύω

Όμως εδώ και τρία χρόνια
ανάβω πάντα δυο κεράκια
στα πιο μικρά ξωκκλήσια

Επειδή λέμε η ψυχή τρεμοσβήνει
εγώ τα ανάβω με επίμονη αφέλεια
και προσδοκία πιστού

Ύστερα λέμε –έσβησε
Όμως ποτέ δε θα ξεχάσω
πώς άστραψε το πρόσωπό σου αυστηρό

όταν με είδες κάποια νύχτα να φυσάω
τη φλόγα του κεριού
Του παίρνεις την ψυχή. Ποτέ

να μην το σβήνεις έτσι. Πάντα
με σαλιωμένα δάχτυλα ν' αγγίζεις το φιτίλι
–μες στο χέρι σου

μάζευε τη φλόγα μην
τη σκορπάς στον αέρα
Από τότε προσέχω πάντα

χωρίς να εξηγώ κι ας με πειράζουν
για τούτη την παράξενη φροντίδα. Αξίζει
τον κόπο να βρέχεις τα δάχτυλα

τρυφερά να πιάνεις τη φλόγα
αξίζει τον κόπο
ο ελάχιστος κίνδυνος μήπως καεί

το διστακτικό δειλό σου χέρι
–μήπως σε κάψει μια ψυχή
που – προσωρινά – αποσύρεται

Όμως εχθές πριν κοιμηθώ ξεχάστηκα
φύσηξα τη φλόγα –ο τοίχος πάνω
από το παραπανίσιο μαξιλάρι πιτσιλίστηκε
λειωμένο κερί
Μ' έπιασε τότε ένα παράπονο
Λες ήταν άνθρωπος –και έφταιγα εγώ

Πηγή: Σωσίβιο, εκδόσεις Καστανιώτη, 2008

Το κερί-ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

Αυτό το κερί που άναψα
περαστικός από τον οίκο Σου
δεν είναι η προσευχή μου
για να Σε φτάσει εκεί ψηλά
δεν είναι οι παρακλήσεις μου
ούτε βεβαίως καμιά ελπίδα
που εναπέθεσα σε Σένα.
Η καθαρότητα της ύλης του
δε συμβολίζει το ακηλίδωτο
της πρόθεσής μου
και η μαλακή υφή του
καθόλου δεν υπόσχεται
την εύπλαστη μεταστροφή μου
στη μετάνοια
όπως οι αλληγορίες εγγράματων πιστών Σου
ξέρουν να τυλίγουν.
Μπορεί να μοιάζει μ’ όλα τ’ άλλα
όμως αυτό
ανάφτηκε για να Σου πει
πως ευτυχώς
στέκομαι εδώ αβοήθητος
και πως ακόμα
όσο μπορώ θα λάμπω.

Πηγή: Ο άνθρωπος μόνος, εκδόσεις Κέδρος, 2009

Τα κεριά-ΜΑΡΙΚΑ ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ

Μέσα σε κέρινα σπίτια η ζωή σιγοκαίει
και το κερί λιώνει
μέχρι να περάσουν τα χρόνια που θα σε σημαδέψουν.

Και μετά θα μείνεις ν'αναπολείς
τα παλιά
κεριά.

Πηγή: Με τα μάτια των άλλων,Εκδόσεις Γαβριηλίδης,2010

Σκιές των κεριών-ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

Έτσι γίνονται αυτά
πώς δεν το ξέρατε;
Ρωτήστε τους νομομαθείς
κι ελάτε ξανά
(αν φυσικά θελήσετε
ή αν οι φρουροί το επιτρέψουν)
στα κάστρα της φιλανθρωπίας.

Δεν μπορούσαν οι φρουροί να προβλέψουν
πως η λαμπάδα που άναψαν
στο κέντρο της πλατείας
θα παραδιδόταν σύντομα
στις διαθέσεις του ανέμου;

Δεν ήξεραν πως η φύση δεν αστειεύεται
έστω κι αν κάποτε μειδιά με τα καμώματά μας;
Πόσο εύκολα ξέχασαν
τα κεριά των θερμοκοιτίδων
που κι αυτά παρασύρθηκαν
από το μένος του ανέμου;

Οι δικηγόροι γνωρίζουν βεβαίως καλά
τους πολυπλόκαμους διαδρόμους
τα περάσματα και τις γωνίες του κάστρου
μα έλα που οι δρόμοι γέμισαν
σκιές των σβησμένων κεριών
που δεν ανάβουν με τίποτα
και το σκοτάδι γέμισε
με λάσπη την ψυχή μας
και στοιβαζόμαστε πανάθλια σώματα
στους ορόφους του κάστρου.

Πηγή: Δοκιμές συγκολλήσεως,Φαρφουλάς,2013

Το κεράκι-ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ

Στα σαραντάμερα μνημόσυνα
Της εκκλησίας των Αγίων Αναργύρων,
- Καπακλή της δεκαετίας του 50-
Μας μοίραζαν δυο σπόρους στάρι
Κι ένα κεράκι.
Η αφή του τελευταίου ήτανε μια προσευχή,
Για την ψυχή που πέρναγε από την πρώτη κρίση
Και έμπαινε στον τόπο της μεγάλης προσμονής.
Ήταν και μια υπόσχεση ότι ο κεκοιμημένος
Θα'χει τη μέριμνά μας, όσο ζούμε.
Ετήσια και τριετή και κομποσκοίνια.
Γι' αυτό, φροντίζαμε, μη σβήσει τη φλογίτσα
Ο άνεμος ή ο άγριος νεωκόρος.

Πηγή: Ποιήματα, Ενδυμίων,2018

Η φλόγα του κεριού-ΠΑΝΟΣ ΝΙΑΒΗΣ

Θα φυλάξω τη φλόγα του κεριού
μες στις παλάμες μου
μέχρι να γίνουν στάχτη.
Ίσως έτσι γίνει κατανοητή
η εξέγερση της Αγάπης,
και η επιστροφή των αποδημητικών
που φέρνουν πάντα μια Άνοιξη.

Πηγή: Η Τριγωνομετρία των Παθών,Εκδόσεις Μελάνι,2019

Σβηστά κεριά-ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΝΙΝΟΣ

Άναψα του μυαλού μου τα σβηστά κεριά
δειλά προχώρησα στα κρύα σκαλοπάτια,
φωνές τριγύρω μου... στοιχειά κι αερικά...
καρφιά στην πλάτη μου δέκα χιλιάδες μάτια.

Ποιος είμαι άραγε τον ίσκιο μου ρωτώ
καμιά απάντηση το ξέρω δεν υπάρχει,
ψίθυρος έγινα... γυμνός ακροβατώ...
ήρωα τέλος το κορμί μου θέλει να `χει.

Άχραντο φως και μυστικά πρωτόκολλα
ο χρόνος δικαστής το χθες με κατακρίνει,
πύρινα δάκρυα που τέμνουν τις στιγμές...
αναρωτιέμαι από μένα τι θα μείνει...

Καράβι φάντασμα, στα βράχια τσακισμένο
κλάψε καρδιά μου σιωπηλά και παραδόσου,
σπονδή στο αύριο το διχασμένο τώρα
γδάρε τις σάρκες σου... δοξάσου... εξιλεώσου!!!

Πηγή: stixoi/info

Ωδή Τρίτη (Εις θάνατον)-ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ (Απόσπασμα)

ς΄

Και ένα κρύον φωτίζει
λευκόν, σιγαλόν μάρμαρον·
σβησθέν λιβανιστήριον,
κερία σβηστά και κόλυβα
έχει το μνήμα.

Πηγή: Η λύρα

[Η τρέλα της Μαρίας]-ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Ο παπάς για το γάμο όλα ετοιμάζει,
κι είναι αναμμένα τα κεριά του γάμου·
ο Λάμπρος τρομασμένος τηνε κράζει:
«Σήκω, δυστυχισμένη, έλα κοντά μου.»

Εις τη φωνή του Λάμπρου ανατριχιάζει
και παρευθύς σηκώνεται από χάμου
και τραγουδάει, και τραγουδώντας κλαίει·
και αυτός, «Μην κλαις, μην τραγουδάς», της λέει.

Πηγή: Ο Λάμπρος 

Για νά ’ρθουν -ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

Ένα κερί αρκεί. Το φως του το αμυδρό
αρμόζει πιο καλά, θα ’ναι πιο συμπαθές
σαν έρθουν της Αγάπης, αν έρθουν οι Σκιές.
Ένα κερί αρκεί. Η κάμαρη απόψι
να μη έχει φως πολύ. Μέσα στην ρέμβην όλως
και την υποβολή, και με το λίγο φως —
μέσα στην ρέμβην έτσι θα οραματισθώ
για νά ’ρθουν της Αγάπης, για νά ’ρθουν οι Σκιές.

[1920]

Πηγή: [1919 – 1932, χρονολογική συλλογή], Αναγνωρισμένα

Ενδύματα-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

Μέσα σ’ ένα κιβώτιο ή μέσα σ’ ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου.
Τα ρούχα τα κυανά. Και έπειτα τα κόκκινα, τα πιο ωραία αυτά από όλα. Και κατόπιν τα κίτρινα. Και τελευταία πάλι τα κυανά, αλλά πολύ πιο ξέθωρα αυτά τα δεύτερα από τα πρώτα.
Θα τα φυλάξω με ευλάβεια και με πολλή λύπη.
Όταν θα φορώ μαύρα ρούχα, και θα κατοικώ μέσα σ’ ένα μαύρο σπίτι, μέσα σε μια κάμαρη σκοτεινή, θα ανοίγω καμιά φορά το έπιπλο με χαρά, με πόθο, και με απελπισία.
Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι την μεγάλη εορτή — που θα είναι τότε όλως διόλου τελειωμένη.
Όλως διόλου τελειωμένη. Τα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες στες αίθουσες. Πιάτα και ποτήρια σπασμένα καταγής. Όλα τα κεριά καμένα ώς το τέλος. Όλο το κρασί πιωμένο. Όλοι οι καλεσμένοι φευγάτοι. Μερικοί κουρασμένοι θα κάθονται ολομόναχοι, σαν κι εμένα, μέσα σε σπίτια σκοτεινά — άλλοι πιο κουρασμένοι θα πήγαν να κοιμηθούν.

Πηγή: [Κρυμμένα Πεζά Ποιήματα, 1894;–1897;]

Αγάπη μου, θυμάσαι;…-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Αγάπη μου, θυμάσαι την ημέρα
που αλλάξαμε τα στέφανα του γάμου;
Κόσμου άλλου η παρθενιά σου περιστέρα
προτού φύγει στον άλλο κόσμο πέρα,
στερνοφιλιόταν με τα ονείρατά μου.

Ίδια σ’ ένιωθα, του Ήλιου θυγατέρα,
να σπέρνεις άνθος νέο μες στην καρδιά μου.
Ευωδιές μπαλσαμώναν τον αέρα.
Αγάπη μου, θυμάσαι την ημέρα
που αλλάξαμε τα στέφανα του γάμου;

Το φως από ιλαρότατον αιθέρα
με τους ίσκιους γλυκόσμιγ’ εδώ χάμου,
ώρα σα χαμογέλιο από μητέρα
στο παιδί της… Θυμάσαι την ημέρα
που αλλάξαμε τα στέφανα του γάμου;

Το αλαργινό θυμάσαι το ξωκλήσι
που αλλάξαμε του γάμου τα στεφάνια;
Ολόγυρά του βούιζε το μελίσσι,
το μαρτυρούσε η μουρμουρίστρα η βρύση
κι ας το κρύβαν τριγύρω τα πλατάνια.

Θυμάσαι το ιερό μας το μεθύσι
στ’ άνθια και στα κεριά και στα λιβάνια,
που μας είχε κατάβαθα σκορπίσει
το Χόρευε Ησαΐα; Ω το ξωκλήσι
που αλλάξαμε του γάμου τα στεφάνια!

Αργογλιστρώντας ο ήλιος προς τη δύση
τα φιλιά του μας έστειλε τα ουράνια
και στάθηκε για να μας χαιρετίσει
σα βγήκαμε ταιράκι απ’ το ξωκλήσι
που αλλάξαμε του γάμου τα στεφάνια.

Και τότε, νά! σα θεό και σαν πατέρα
τον Ήλιο είδα μονάχα ολόγυρά μου…
Στο δικό σου βωμό από τον αιθέρα,
Θεέ και πατέρα, εκείνη την ημέρα
μας άλλαξες τα στέφανα του γάμου!

1891

Πηγή: Η πολιτεία και η μοναξιά,1912

Οι καιροί-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Πώς γύρω στους λαούς ουρλιάζουν οι καιροί, γιά ιδές!
Και ηρώων γεννήτορες, κι εθνών καταλυτές και θρόνων!
Μα πώς γυρνούν πάντα οι καιροί για τις φτωχές καρδιές,
πότε ιλαροί και πλανεροί, πότε δαρμοί χειμώνων!

Και τί για σένα είν’ οι καιροί; Είναι οι καιροί για σένα
παιδιών ωραίων γλυκόγελο σε δροσερά ακρογιάλια.
Και τί για μένα είν’ οι καιροί; Κεριά λησμονημένα
μιας εκκλησιάς που σώνονται στη νύχτα αγάλια αγάλια.

Και τί οι καιροί για τους λαούς την ώρα αυτή; Οι καιροί
σκοτεινά λόγια Σίβυλλας, φοβέρες Βαλκυρίας.
—Έλα, αποπάνου απ’ τους καιρούς, πιο πέρα απ’ τη ζωή,
στο ταίριασμα το εκστατικό μιας μυστικής λατρείας…

Πηγή:Περάσματα και χαιρετισμοί,1931

Στο Θεό-ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Τ’ αστέρια έχω πάψει να τηράω
κεριά σβησμένα στη[ν] πνοή του ανέμου
κι αφ’ τις πληγές τρελός που σπαρταράω
σ’ εσέ για λίγο φως πέφτω, Θεέ μου.

Φωτιά, που τους αιώνες σπίθες βγάνεις
ο νους που δε σε νιώθει μα η καρδιά μου,
νύχτα και μέρα ολόγυρα που φκιάνεις
και ξαγρύπνια μες στα σωθικά μου.

Με βλέπεις; Σ’ εσέ έρχομαι σαν γυιος σου
ζητώ κληρονομιά την ευτυχία
από το ακατάλυτο το βιος σου.

Που πήρα εντός μου κάτι από σένα
στέκω γι’ αυτό με μι’ άγρια ησυχία
σκληρός σ’ εσέ, όπως εσύ σε μένα!

Πηγή: Σονέτα, Πυθμένες

Το χώμα που στα ξένα έχεις θαφτεί- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ

Το χώμα που στα ξένα έχεις θαφτεί,
με τι η πατρίδα σου να το στολίσει;
Το ανθός, ώσπου να `ρθει, θα ξεφυλλίσει
ξερό το φύλλο, σκόνη θα τριφτεί.

Καρποί στο δρόμο σέπονται κι αυτοί,
και μόνο, απ’ αθηνιώτικο μελίσσι
στην πλάκα που νωρίς σ’ έχει σφαλήσει
σταλμένο ένα κεράκι θ’ αναφτεί.

Μες στο κεράκι εκείνο θα σου στείλει
σμιχτά σταλαματιά-σταλαματιά,
και φύλλα και καρπούς κι άνθη η πατρίδα

και στοργικά, στην άκρη απ’ το φυτίλι,
θα κρυφοδέσει του ήλιου της μια αχτίδα
για να `χεις λίγο φως στην ξενιτειά.

Πηγή: stixoi/info

Κλείσε τα παράθυρα-ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Κλεῖσε τὰ παράθυρα μὴ βλέπουν οἱ γειτόνοι,
καὶ τὴν πόρτα σφάλισε καὶ σβῆσε τὸ κερί.
Ἡ ἀγκαλιά μου ἐπύρωσε σὰν τὸ κερὶ καὶ λιώνει,
γιὰ σφιχταγκαλιάσματα κι ὅλο καρτερεῖ.

Κλεῖσε μὴ μᾶς βλέπουνε λοξὰ οἱ ματιὲς τοῦ κόσμου,
δῶσ᾿ μου τὸ χειλάκι σου, ποὖναι ἁπαλό, νωπό.
Ἔχω κάτι ὁλόγλυκο γιὰ σένα ἀπόψε, φῶς μου,
ἔχω κάτι ὁλόγλυκο σὰ μέλι νὰ σοῦ πῶ.

Ἔλα πέσε ἀπάνω μου καὶ μὴν κοιτᾷς μὲ τρόμο.
Τὸ κερί μας ἔσβησε, δὲν μᾶς θωρεῖ κανείς.
Ξέχασε πὼς βρίσκονται κι ἄλλες ψυχὲς στὸ δρόμο,
κι ἄσε νὰ κυλήσουμε σὲ πέλαγα ἡδονῆς.

Ἔλα, ὡς τὰ μεσάνυχτα θὰ σὲ φιλῶ στὸ στόμα,
ἔλα, κι εἶναι οἱ πόθοι μου τρελοί, τόσο τρελοί,
ποὺ τὸ γλυκοχάραμα θὰ μᾶς προλάβει ἀκόμα
στὸ πρῶτο μας ἀγκάλιασμα, στὸ πρῶτο μας φιλί.

Κι ὅταν σὲ ρωτήσουνε τὴ χαραυγὴ οἱ γειτόνοι,
γιὰ ποιὸ λόγο σφάλισες, ἄχ! πές τους, νὰ χαρεῖς,
πές τους πὼς στὴν κάμαρα φοβᾶσαι ἅμα νυχτώνει,
κι ἔπεσες καὶ πλάγιασες νωρίς, τ᾿ ἀκοῦς; Νωρίς!

Πηγή:Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ποιήματα, Εκδόσεις Ζήτρος,2001

Απόψε πέθανε η γιαγιά -ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Απόψε πέθανε η γιαγιά στο αντικρυνό το σπίτι•
ένα κερί θαμπό θαμπό στο τζάμι σιγοτρέμει,
κλαίει με πικρό παράπονο σε μια γωνιά η ανέμη...
θα πέταξε η ψυχούλα της προς τον Αποσπερίτη…
Απόψε πέθανε η γιαγιά στο αντικρινό το σπίτι.

Κοιμήθηκε. Πόσο απαλά κοιμάται όποιος πεθαίνει!
όλα βουβάθηκαν με μιας και ντύθηκαν στα μαύρα,
μια σκιά προς τα μεσάνυχτα φτερούγησε στην αύρα…
Μην ήταν η ψυχούλα της η παραπονεμένη;
Κοιμήθηκε. Πόσο απαλά κοιμάται όποιος πεθαίνει!

Την ύστερή της την πνοή την άρπαξε το αγέρι,
όλα τα μύρα κ’ οι δροσιές ολόγυρα της ήσαν,
κι ήρθαν αγάλια οι άγγελοι και τη γλυκοφιλήσαν...
Σαν κύμα, μόνο τα παιδιά ψυχομαχούν κι οι γέροι...
Την ύστερή της την πνοή την άρπαξε το αγέρι.

Άσπρες ψυχές των συντριμμιών και των παιδιών πού πάτε;
Με τη γιαγιά, ολομόναχο, την αποκοιμισμένη,
πώς φέγγει το θαμπό κερί και τρέμει κι ανασαίνει!
Ανατριχιάζει το θαμπό κερί, σαν να φοβάται…
Άσπρες ψυχές των συντριμμιών και των παιδιών πού πάτε;

Πηγή:Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ποιήματα, Εκδόσεις Ζήτρος,2001

Η Μυρτώ χάθηκε-ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
«Μυρτώ ... Μυρτώ...» Γέμισα τον κόσμο.
Έσπειρα τον κόσμο με τ’ όνομά σου.
Μα εσύ δεν βρέθηκες.

Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
Ποια φτερά σε σήκωσαν απ’ τη ζωή;
Ρωτώ τους δρόμους:
«Μην ακούσατε κάτι βηματάκια; -ήταν πολύ αλαφρά».
Κείνοι πνίγονται στη σκόνη.
Δεν απαντούν.

Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
Αν μου το 'καναν αυτό οι ουρανοί,
πώς μπόρεσαν;
Πώς μπόρεσαν κείνοι να σ’ αγαπήσουν
πιο πολύ απ’ τον πατέρα;

Ρωτώ τους αέρηδες – αυτούς που 'ρχονται απ’ τα δάση,
απ’ τη γη, απ’ τις θάλασσες.
«Ήταν κάτι λογάκια που μύριζαν πασκαλιά –
μην τ’ άκουσε κανείς;»
Κείνοι βογκούν –σαν λαίμαργα πουλιά – Και φεύγουν.

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
Ρωτώ τα φύλλα, τα καΐκια, τους ατμούς.
Τα μπουμπούκια που ξεκίνησαν απ’ την ανυπαρξία.
Τα σύννεφα ...
«Μην είδατ’ ένα προσωπάκι; - Ήταν πολύ αχνό».
Σωπαίνουν.

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
Τα μάτια μου θα σ’ έβρισκαν –
και δίχως φως.
Και δίχως ήλιο – θα σ’ έπιαναν τα δάχτυλά μου.
Πώς χάθηκες λοιπόν μικρό μου;
Πότε μεγάλωσε τόσο πολύ ο κόσμος,
ώστε να μπορέσεις να χαθείς εσύ;

Εγώ θα σ' έβρισκα...
Ας είσαι μικρό σαν το χνουδάκι.
Σαν πεταλούδα ας είσαι αλαφρό
Αδύνατο, σαν τη φλογίτσα του κεριού, ας είσαι.
Εγώ θα σ' έβρισκα.

Γιατί σωπαίνεις; Γιατί σωπαίνεις, λοιπόν, κοριτσάκι;
Αν δεν μπορείς να τραγουδήσεις.
Αν δεν μπορείς να τους πεις να με φωνάξουν.
Τότε κλάψε, κοριτσάκι. Κλάψε!
Και τ’ αυτιά μου θα σ’ ακούσουν
Κι ύστερα ας μην ακούσουν πια
άλλην μουσική στον κόσμο.

Πηγή: [Ενότητα: Δ΄1954,Στην Αθήνα], Κραυγή στα Πέρατα,1955

Η παράφρων -ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

Φορεί μυρτόπλεκτο στεφάνι
στ’ απόπλεγά της τα μαλλιά
περνάει απ’ έξ’ από την στάνη
δειλά κι’ αργά η κοπελιά
και τραγουδάει αφαιρεμένη
στην συμφορά της την βαριά,
—Φέρτε τα στέφανα! Φέρτε κεριά,
γιατ’ ο γαμβρός με περιμένει!

Την στάνη βλέπ’ ερημωμένη,
τ’ αρνιά σε χέρι τουρκικό
μα δεν `θυμάται πια, η καημένη,
πώς της `σκοτώσαν τον βοσκό!
Και τραγουδάει και διαβαίνει
με την νεκρόχλωμη θωριά.
—Φέρτε τα στέφανα! Φέρτε κεριά,
γιατ’ ο γαμβρός με περιμένει!

Από παιδί τον αγαπούσε
κ’ ήταν ο γάμος Κυριακή.
Λευκονδυμένη `καρτερούσε
να μαζευθούν οι χωρικοί,
να `ρθουν οι φίλ’ οι καλεσμένοι
από τα `λόγυρα χωριά.
—Φέρτε τα στέφανα! Φέρτε κεριά,
γιατ’ ο γαμβρός με περιμένει!

Θωρούν καπνούς, ακούν τουφέκια—
έρχετ’ η νυμφική πομπή.
Ακούν φωνές και τουμπελέκια:
Ανοίξτ'! Ανοίξετε να `μβεί!
Είν’ οι παπάδες φορεμένοι
κ’ είναι πολλή η αργοποριά.
—Φέρτε τα στέφανα! Φέρτε κεριά,
γιατ’ ο γαμβρός με περιμένει!

Ανοίγ’ η θύρα και κοιτάζουν—
βόηθα Χριστέ απ’ τον ουρανό!
Δεξιά ζερβιά οι Τούρκοι σφάζουν
όποιον ευρούνε Χριστιανό!..
Τους Ρούσσους φεύγουν νικημένοι
και καίγουν τ’ άφταιστα χωριά.
Κρύψτε τα στέφανα και τα κεριά,
γιατ’ είμασθ’ όλοι `σκοτωμένοι!

Η στάνη `γένηκ’ άνου κάτου,
άνου και κάτου το χωριό!
Τρέχ’ ο γαμβρός με τ’ άρματά του,
τρέχ’ όλο το συμπεθεριό,
για να γλιτώσουν την κλεμμένη
από τ’ ανήμερα θεριά.
—Πού `ναι τα στέφανα και τα κεριά,
και πού ν’ η νύφ’ η παινεμένη;

Τους μέθυσεν ο στολισμός της,
τ’ ωραίο σώμα της και νιό
'σκοτώσαν τον γαμβρόν εμπρός της,
'σφάξαν το γέρο της γονιό
και την εσύραν ζαλισμένη
μέσ’ στα βουνά τα μακριά!
—Πού ναι τα στέφανα και τα κεριά;
Πού `ν’ ο γαμβρός που περιμένει;

Τον είδε λείψανο `μπροστά της,
σαν την εσέρναν με σπουδή.
Εσάλεψαν τα λογικά της,
θαρρεί πως ζει, και τραγουδεί:
—Παρακαλώ γονατισμένη,
πάρετε μ’ όλα τα φλουριά
και φέρτε στέφανα! Φέρτε κεριά,
γιατ’ ο γαμβρός με περιμένει!

Κι αν θέτε κι’ άλλα, αυτός, τ’ ομόνω,
θα σας τα φέρει στην στιγμή.
Αφήστε την ζωή μου μόνο,
αφήστε μόνο την τιμή!
Γιατί μια κόρη κολασμένη
πώς να καλέσει στα χωριά:
—Φέρτε τα στέφανα! Φέρτε κεριά,
γιατ’ ο γαμβρός με περιμένει.

Ψηλά στην όχθη γονατίζει,
νομίζει κάποιος την κρατεί.
Κάποιος τη μάχεται νομίζει,
να τον ξεφύγ’ αδυνατεί.
Και κράζει, μ’ όψ’ απελπισμένη
και με νεκρόχλωμη θωριά:
—Φέρτε τα στέφανα! Φέρτε κεριά,
γιατ’ ο γαμβρός με περιμένει!

από την όχθη ξεπετιέται,
πέφτει στης λίμνης τα νερά!
η λίμν’ ανοίγει και σκορπιέται,
και ξανακλείει θλιβερά!...
Κ’ έξ’ απ’ την άβυσσο δεν μένει
παρά η φωνή της η βαριά!
—Φέρτε τα στέφανα! Φέρτε κεριά,
γιατ’ ο γαμβρός με περιμένει!...

Πηγή: stixoi/info

Η νοσταλγία γυρίζει-ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο
κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε
κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ’ το καντηλέρι
έξω ακουγόταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μια φωνή:

Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει

Πηγή: Με το πρόσωπο στον τοίχο,1952

Το πηγάδι-ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Κοιμισμένο πηγάδι
σιγανό
και σπασμένο βιβλίο
το χέρι μου άγγιζε ψηλά την
κάλτσα σου

κοντά στ’ όνειρό της
η γλώσσα μου σκεφτότανε τα
δόντια σου
το χέρι μου αγαπούσε το θάνατο
το άλλο μου χέρι ήταν από κερί
και έλιωνε
τα μάτια σου ήταν από κερί
και έλιωναν

κι έξω ήταν νύχτα
και έβρεχε
κοιμισμένο πηγάδι
σιγανό
και σπασμένο βιβλίο

Πηγή: Με το πρόσωπο στον τοίχο,1952

Η ιστορία ενός παιδιού-ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Χρόνια
ο ουρανός
ήτανε ένα δύσκολο χαρτί
κρυμμένο

μες στην τσέπη μου
και μες στον κήπο μου φύτρωνε όλη τη μέρα
αίμα
γιατί βροχή
πέφταν οι πέτρες απ’ τον άλλο ουρανό

τσακίζοντας
κρέατα
και κόκαλα
Έτσι
σαν ήρθε η Ανάσταση

ντυμένος μαύρα
μ’ ένα κόκκινο κερί
βγήκα
τρελός
στους δρόμους

ήμουνα ένα κίτρινο
πουλί
σαν κι αυτά που ζωγράφιζε
ο Modigliani
ποτέ μου
ποτέ μου
δεν είχα γεννηθεί

Πηγή: Ο περίπατος, 1960

Την αγάπη σαν έρωτα -ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ

Την Αγάπη σα φως, ποιος μπορεί να σκοτώσει;
Ή στιλέτο ή λόγχη δεν τρυπούν τις αχτίδες
και γυρίζ’ η αιχμή στ’ άνομο το χέρι
που χτυπά ένα νόμο
άτρωτο κι αδάμαστο.

Δεν μπορείς να πνίξεις με συρτοθηλιά
μήτε κι έναν ίσκιο.
Πώς θ’ απαγχονίσεις του φωτός την αίγλη,
που τον ίσκιο αυτόματα ιχνογραφεί;

Δεν μπορούν οι σφαίρες
και τη θρυαλλίδα του κεριού να ρίξουν.
Πώς μπορούν να θίξουν του φωτός το θαύμα
πού σκορπά ένας ήλιος;

Είν’ η αγάπη φως,
άμυνα κι αντίσταση στης ζωής τη μάχη.
Φως, που το κρατούνε φύλακες οι αιώνες
στην καρδιά του κόσμου.
κι όλο εγρηγορούν.
Φως αναλυμένο
μέσα στον πολύπτυχο πάπυρο της Γνώσης.
Ένα φως πολύμορφο
στην υπηρεσία της Ζωής, του Ανθρώπου.

Πηγή: Ποιητικά άπαντα,1962, stixoi/info

Διαδήλωση - ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΣ

Κεριά λάμπας οζράμ η νύχτα σε δρόμους υγιείς
κεριά πολλά στις εκκλησιές
πομποί ασύρματου
ίσια για το Θεό και τους λοιπούς
μα τώρα ώρα δυο μετά μεσημβρίαν
με χιλιάδων κεριών τη δύναμη
φουσκώνουν το δρόμο οι φωνές
της μάζας των διαδηλωτών
οι φλόγες έπαψαν πια να είν’ ευνουχισμένες
ευνουχούν στους ναούς και στα παλάτια
μα εδώ καιν
τις διαταγές των αυλικών
κι από τη στάχτη τους
οι ελπίδες των εργατών –
δεν πάει λοιπόν χαμένη
τόσων σχεδίων η συνουσία.

"Σαράντα αιώνες μας θωρούν"
είπε ο μέγας στρατηλάτης στο στράτευμά του
ο Βοναπάρτης
εμείς δεν ξέρουμε πόσα χρόνια μας κοιτάζουν
πώς να το ξέρουμε μια που δεν έχουμε αυτοκράτορα
κείνο που νιώθουμε
είναι
πως έχουμε δεσμά
που πρέπει να φύγουν
γιατί πονούν
γιατί σφίγγουν
όπως τα δάχτυλα
το `να με τ’ άλλο
σε σχήμα γροθιάς
η άδεια παλάμη
τη γύμνια της πρέπει να σκεπάσει
σφίγγεται
σφίγγεται το πλήθος
όπως η γάτα
πριν πηδήξει
άμα πηδήξουμε –
ακούστε όμως τώρα
μέσα από τα κλειστά παραθύρια σας
προς τιμήν μας κλεισμένα
το ερωτικό νιαούρισμα:
ερωτευτήκαμε την εξουσία.

Οι δρόμοι στένεψαν
σαν τη χαρά μας
που πλάτυνε
αυτή με τις κραυγές της γεμίζει τον ουρανό
τον πνιγμένο από τα αεροπλάνα
εμείς τώρα τα σηκώνουμε ψηλά
με τον τεράστιο όγκο μας –
αυξάνει το πλήθος
κι η ανθρώπινη μάζα
σαν οχετός
που το νερό των άλλων φαρμακώνει
επειδή έσπασε ξεσπάει την οργή της
την οργή τη δική της
την οργή τη δική μας
κι η οργή εκείνη
ετούτη η οργή
τώρα κυλάει
κυλάει
σιγά
δυνατά
γοργά
κυλάει
και κανείς δε ρωτάει να μάθει
ως πού θα πάει.

Πηγή: stixoi/info

Η μαρτυρία του καθρέφτη-ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

Πάνω στην όψη του αποκοιμίζει
Τη λάμψη ενός κεριού
Όμως βαθύτερα μέσα του
Ανακαλύπτει πολλά πράγματα
Που τραγουδούν

[Όπως όλα τα πράγματα τραγουδούν
Όταν κλείνουμε μέσα μας
Κάτι από την ψυχή τους]

Κι είναι τα πράγματα τούτα
Κρύσταλλα των ονείρων
Λείψανα φτερών
Και χιόνια
Πολλά χιόνια

Κι είναι τα πράγματα τούτα
Γύψινα χέρια κοριτσιών
Μια κόμη που χλωμιάζει
Πολλαπλασιασμένες ανταύγειες
Παιχνιδίσματα ματιών

Κι ακόμα βαθύτερα μέσα του
Κάποιο θανάσιμο ψύχος
Ένα παράξενο σκληρό βλέφαρο
Που όλο τεντώνεται
Για να φυλάξει το μοναδικό
Υδάτινο μάτι του που τρέμει.

Πηγή:Το πέπλο και το χαμόγελο ,1963

Ολονυχτία-ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ

Πότε θα πάψεις.
Έρχεσαι κάθε βράδι
με την πικρή σου προσωπίδα
με το μαύρο σου φόρεμα.
Κάθεσαι στο κρεβάτι αμίλητη.
Και με στολίζεις
με κόκκινα λουλούδια
με κεριά αναμμένα.
Κρεμάς χρυσά καντήλια απ’ το ταβάνι.
Σκύβεις και με φιλάς για τελευταία φορά.
Φεύγεις μονάχα όταν ξυπνούν οι γείτονες.

Πηγή: Πεδίον Άρεως, εκδόσεις Διογένης, 1974

Οι αγαπημένοι-ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ

Θα σε κεντούν με λόγχες να ξυπνάς, το στόμα σφραγισμένο
με κερί να μη φωνάξεις, και θα σε κρύβουν με βαριά υφάσματα
και με νερά, στον πάτο λιμνοθάλασσας όπου παφλάζουν
πάνδημα βασίλεια.

Ότι γραφτό οι αγαπημένοι να σου φανερώνονται στις ώρες των
κατολισθήσεων, σιδηρόφρακτοι, μεσ’ από γοερούς συναγερμούς
κωπηλατώντας –πάμφωτο βαθυσκάφος στ’ ανοιχτά, και πάνω του
πυρπολητές θαλασσοπόροι.

Πηγή:Ιστορίες για τα βαθιά, Κέδρος, 1983

Έχει και η Ψυχή τον δικό της Κονιορτό - ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Έχει και η ψυχή τον δικό της κονιορτό που εάν σηκωθεί μέσα μας αέρας, αλίμονο. Oι ορμές χτυπάνε στα παράθυρα, τα τζάμια θρυμματίζονται. Λίγοι ξέρουν ότι ο υπερθετικός στα αισθήματα σχηματίζεται με το φως, όχι με τη δύναμη. Kι ότι χρειάζεται χάδι εκεί που βάζουν μαχαίρι. Ότι ένας κοιτώνας με τη μυστική συνεννόηση των σωμάτων μάς παρακολουθεί παντού και μας παραπέμπει στην αγιότητα χωρίς συγκατάβαση.

A ! όταν η στιγμή φτάσει να καθίσουμε κι εμείς πάνω στο πεζούλι κάποιας Aγίας Πρέκλας εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, τότε η μικρή Kουμπώ μ' ένα κερί στο χέρι θα σηκωθεί στις μύτες των ποδιών να φτάσει εκεί ψηλά, μέσα στον αναστεναγμό μας, όλα τα εύφλεκτα: πάθη, πείσματα, φωνές οργής, μυριάδες έντομα χρωματιστούλια που να λαμπαδιάσει ο τόπος !

Πηγή: O μικρός ναυτίλος, Ίκαρος 1985

Ο πολυέλαιος-ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ

Λέω: δε θέλει άλλο τραγούδι η νύχτα.
Ωστόσο σκέφτομαι
Πόσο θα νιώθει έρημος
Εκείνος ο
Θεός
Που για αιώνες καρφωμένος κρέμεται
Φιλεύσπλαχνος
Πολυέλεος
Μ’ όλ’ αναμμένα τα κεριά του και τ’ αστέρια του –
Απ’ τον ανάερο τρούλο
Τ’ ουρανού.

Πηγή:Το θα και το να του θανάτου, Καστανιώτης, 1987

Το σπίτι-ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Το σπίτι αυτό εμείς το χτίσαμε – άλλοι θα κατοικήσουν!
Άλλοι θ’ ανέβουν τα σκαλιά να στρώσουν τα κρεββάτια!
Άλλοι θ’ ανάψουν τα κεριά στα βορεινά δωμάτια!
Ποιες δυσκολίες, ποια δάχτυλα, ποια μάτια!
Και από μας, ποιος θα τολμήσει να μιλήσει
με τα πρόσωπα που ζούνε αποκλεισμένα
πίσω από χιλιάδες πόρτες, παράθυρα και κάστρα,
που τα χτυπούν οι θάλασσες, τα όνειρα και τ’ άστρα;
Το σπίτι αυτό εμείς το χτίσαμε – άλλος θα κατοικήση!

Πηγή: Ποιητική Ανθολογία Παπύρου,1995

Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν-ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ

Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν
γιατί πια δεν τις κατοικούν τα βάσανά μας.
Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός ή έκρηξη.
Ανάσα και χειρονομιά καμμιά μέσ’ στα αδειανά φωνήεντα
κι ούτε ένα τρίξιμο απ’ τα σύμφωνα
και μήτε τρέμισμα κορμιού ή κεριού
και μήτε σάλεμα σκιών στους τοίχους.

Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σχήματα
μέσ’ στην οχλαγωγία της ερημιάς
στις φαντασμαγορίες του τίποτε.

Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψέκασαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ’ τον πόνο
- αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση... -
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο.
Σμιλεύουμε σμιλεύουμε πληγές
σκαρώνοντας μνημεία και μπιμπελό
Αλλά το τρομερό καραδοκεί.

Ό, τι δεν είναι τέχνη μέσ’ στην τέχνη
αυτό
το ανθρώπινο
αυτό
κι εμάς κι αυτήν θα μας ξεκάνει.

Πηγή:Εν γη αλμυρά, εκδόσεις Έρασμος, 1996

Μεγάλη Εβδομάδα-ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Το Όχι είναι δισύλλαβο:
βρέ-χει.
Ο Πιλάτος φοράει το μπλε του αδιάβροχο,
δεν βρίσκει ταξί,
οι συνειδήσεις συνωστίζονται
στον ίδιο μονόδρομο,
όλοι νίπτουν τας χείρας των,
μάλιστα τέτοιες μέρες.
Το Όχι είναι δισύλλαβο,
η ψιλή και η οξεία στο ο
κεντρώνει το Όχι,
μονόγραμμα των ημερών.
Το παράθυρο είναι δίφυλλο,
η ψιλή και οξεία βροχή
το κεντρώνει,
μονόγραμμα στο κλειστό Όχι.
Οι καμπάνες οι πένθιμες
ανοίγουν αυλάκια στον αέρα,
χύνονται και ποτίζουν εκτεταμένες ατονίες
ωσότου κάποια απόσταση απότιστη
να τις απορροφήσει.
Οι καμπάνες, ασχέτως τού πένθιμες,
πάντοτε κάτι αποχωρίζουν,
πολλώ μάλλον οι πένθιμες.
Οι καμπάνες φορτώνουν
βαλίτσες στα πούλμαν,
τα τρένα τρέχουνε, ξεσκίζουν
και βάζουν κλήρο
στα ιμάτια των τοπίων.
Σταύρωσον, σταύρωσον
τα χέρια σου στο στήθος…
Τι άλλο να κάνω;
Ποιο μέτρο να κινητοποιήσω;
Πού ξέρω από πού
φεύγει το κάθε πράγμα;
Κάθε κατεύθυνση έχει το άλλοθί της.
Οι πασχαλιές εσταυρωμένες
σ’ ένα φθηνό ανθοδοχείο
εμψυχώνουν το άρωμα του θανάτου.
Τα μάτια σου
είναι οι δύο ληστές,
εκ δεξιών και εξ ευωνύμων.
Το Όχι είναι δισύλλαβο,
επιμένω
βρέ-χει.
Οι εκκλησίες ξεχειλίζουν,
όπως ξεχειλίζουν τα ποτήρια
στα άλλα πάθη που εορτάζουμε.
Οι εκκλησίες ξεχειλίζουν
αγάπα τον πλησίον σου…
Απαίτηση,
που μες στη ρύμη και τη γλύκα των ψαλμών,
περνάει σαν εύκολη αγάπη
και χάνει τη θεία απανθρωπιά της,
το θείο ανεφάρμοστο.
Στην κοπιώδη πορεία τού δεηθώμεν
τα μεγάλα κεριά προχωρούν,
τα κεριά της δραχμής μένουν πίσω.
Τα μικρά κεριά κουράζονται εύκολα,
λυγίζουν και διεκτραγωδούν
το αντίτιμό τους.
Η ανισότης των κεριών
αναλιώνει μυσταγωγικά.
Ο θεός τους ο νεωκόρος
τα ρίχνει στον Καιάδα της ανατήξεως.
Ξεχειλίζουν οι εκκλησίες.
Δε χωράω, δεν πειράζει.
Θα μάθω το τετέλεσται
από άλλη πηγή.
Πιο θετική

Πηγή:Το λίγο του κόσμου, Ίκαρος 1998

Αναμονή-ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

Ξέρω πως είσαι μέσα μου
κι ωστόσο
θαρρώ πως απ’ τον έξω κόσμο θα ’ρθεις
Ακούω τα βήματά σου να πλησιάζουν
από τα βάθη μακρινού διαδρόμου
Άλλοτε λυπημένα με κοιτάς
μέσ’ απ’ το φως φανταστικής οθόνης
μου δείχνεις ένα πέτρινο πηγάδι
κι ένα παιδί στο φιλιατρό
να κλαίει
Κάποτε σκοτεινιάζεις
και γεμίζεις τον ύπνο μου κεριά και μαύρα ρούχα
και σε φοβάμαι μέσα στην αγάπη
και σε φοβάμαι
μέσα στην ελπίδα
Όμως
καμιά φορά
χαμογελάς
με τόση τρυφερότητα με τόση
παιδική μνήμη
που άξαφνα
διακρίνω
– κάπου στα βάθη των
διαλογισμών
κάπου στα μάκρη ενός
χαμένου κόσμου –
πρόσωπα που εξαγνίζονται στο φως
πράγματα που εξαχνίζονται
στη δόξα

Σα να ’χει κάπου ο χρόνος να σταθεί
Σα να ’χει κάπου κι ο Θεός
πατρίδα

Πηγή:"Ο απόπλους",Συγκεντρωτική έκδοση: «Υπήρξε»,1999

Άτιτλο- ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ

του Χρήστου, παραμονή των Χριστουγέννων

Άρχοντά μου, σβησμένη σάρκα, ματιά χωρίς τα μάτια σου,
σβόλε από χώμα, αχερουσία, μεσάνυχτα του κανενός,
μα πώς βαστάς την τόση απουσία;
Δεν σ’ το ’πανε, ψυχούλα μου, που ο θάνατος νικήθηκε για πάντα;

Σφαλισμένη η πόρτα μου• κλειστά τα παραθυρόφυλλα• μπορείς να μπεις.
Παλιέ μου και μονότατε, έλα να με γιορτάσεις,
ν’ ανάψει η μια στιγμή χαράς, δικιά σου και δικιά μου,
κι αχ, μου δίνεις το χέρι σου κι αχ, μου λες τ’ όνομά σου.

Απόψε οι πεθαμένοι ξαγρυπνούν μες στων κεριών τις φλόγες,
και μοναχή παρηγοριά τα παιδικά της χρόνια στην Αθήνα•
γίνε αγερίτσα του Θεού και πέταξε εδώ πάνω.
Δεν το ’νιωσες, κορμάκι μου, που ο θάνατος μάς κέρδισε για πάντα;

Πηγή:Πράξη υποταγής, εκδόσεις Ερατώ, 2000,Συγκεντρωτικός τόμος «Ηλίας Λάγιος, Ποιήματα»,εκδόσεις Ίκαρος, 2009

Τα μην και τα μηδέν-ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π.ΚΡΑΝΙΩΤΗΣ

Η νύχτα
που έπνιξε
τις ατέλειωτες στιγμές
που ήθελα
να ζήσω,
πέρασε
χωρίς ν' ανάψω
το κερί,
που ήθελα να ζεστάνει
τα μην και τα μηδέν.

Πηγή: Νοητή γραμμή, 2005

Γυμνή αλήθεια-ΘΕΟΦΑΝΗΣ Χ. ΖΒΕΣ

Ψυχορραγεί το φως του κεριού
στον απέναντι τοίχο.
Από το βάθος μίας υπόγειας στοάς
με κοιτάζει το ασαφές σκοτεινό μου πρόσωπο.
Μία ακτίνα φωτός εξαντλείται στο βάθος.
Το πιο δικό μας γίνεται εν αγνοία μας.
Ο πιο αληθινός εαυτός μας είναι αθέατος.
Το πιο αληθινό μας πρόσωπο δεν έχει νόημα.
Δεν υπάρχει λέξη για την πιο γυμνή μας αλήθεια.

Πηγή: Θεοφάνης Χ. Ζβες: Ποιήματα, 2011

Love Museum-ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΙΣΑΝΟΓΛΟΥ

Χτίζω το Μουσείο του Έρωτα
στον ωκεανό
πρώτα οργώνω
μέρες τώρα
οργώνω
τον βυθό
τα θεμέλια
σαθρά
δεν υπάρχει σκεπή
παρά μόνον σιωπή
δεν υπάρχουν τοίχοι
ούτε διαφυγή
με λίγη όμως τύχη
η μνήμη
με ακρίβεια αντηχεί
στο κοχύλι cardita
όπου ανα/παράγεται εύγονα
στο κέντρο του ψηφιδωτού
βυθού-
υπό τον ήχο
ορφικών ψαλμών και
ξόρκια monodontas
Εδώ ευωδιάζει μαύρα φύκια
και σαγήνη
Εδώ αγγελάσιο εσύ-
πιο πέρα ανθάκι
λιθίου
στα φωτονικά
κύτταρα του βολβού σου
σφηνωμένο-
Εδώ που όλα τα αρνήθηκα
τελικά αρχίζει να μυρίζει
όπως εσύ
Εδώ μόνον εγώ σε μυρίζω-
στην κεντρική αίθουσα του μουσείου
έκθεμα που μυρίζει ero/τα
Εσύ
μαργαρίτες θαλάσσης-
κυπρινικός πολτός στα χείλη
όπως όταν πλησιάζω την σπηλιά
του στόματός σου
να αγγίξω με την γλώσσα
την φλόγα του κεριού
που καίει στο νερό
σου μέσα-
Ρόδινη τρεμόπαιζε η λάμψη
και απʼ την υπερώα
προσπάθησα να κρατηθώ-
Το απόγευμα
με βρήκε αναίσθητο
με σάλια
αγάπης και θέρος
στο στέρνο-
πλάι σʼ ένα πλωτό ζωγραφιστό
ηφαίστειο
που έμοιαζει λίγο με φόβο
και λίγο με στοργή
κυρίως όμως
με
θα/να/το

[προσωρινό φωτοστέφανο από πυροτέχνημα μνήμης-
νυχτερινές σπίθες στατικού ηλεκτρισμού στα όνειρά μου
καθώς κάνεις μια ευχή σʼ ένα αστέρι που πέφτει στα μαλλιά μου-
-αστέρι;
-ποια ευχή;
– ποτέ να μην αραιώσεις
την αγάπη στα νερά μου]

Πηγή: ERO(S) 7 βήματα – 7 λεύγες εντός, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2011

Σπιρτόκουτα-ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΒΑΚΙΡΤΖΗ

Κάπου εδώ, πρέπει να θέσω
ένα ερωτηματικό, αλλιώς η
κραυγή μέσα μου θα με
συνθλίψει. Άσκοπα καίει ο

πάγος μέσα στις χούφτες
των χεριών μου, μια που βλέπω πως
όσα κι αν γράψουν μολύβια ή
στίχοι, ο θάνατος δεν μπορεί να
σταθεί διαγώνια στους
καθρέφτες. Να μουδιάσει

αν προτιμάτε, εγκλωβισμένος (για
τον θάνατο πάντα μιλώ) σε
επερχόμενες γιορτές ισοβίων
φυλακισμένων. Είναι τόσο
φρικτό

να ουρλιάζει μέσα σου η ζωή, ο
ούριος άνεμος των υπερπόντιων
πλοίων κι εσύ να μην μπορείς
ν’ ανάψεις ένα τσιγάρο το πρωί.

Θέλγομαι στην απόγνωση, όπως
η ερωτευμένη πεταλούδα που
ηλεκτρίζεται απ’ τη φλόγα
κόκκινων κεριών ανήμερα
τα Χριστούγεννα.

Τους ζυγούς ας λύσουν
τα σπιρτόκουτα και τα μικρά
κορίτσια που πενθούν. Χωρίς να
γνωρίζουν ακόμα για ποιους
δικούς τους νεκρούς πενθούν.

Πηγή: Άλικος άνεμος, 2011

Σε κατάνυξη-ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΑΔΕΛΛΗ

Δεν κοινώνησα Μέλι
εκείνο το Σαββατόβραδο.
Μου είπαν πως είναι πολλοί οι εχθροί
πίσω απ’ τους λόφους
και είναι αμαρτία να προσεύχομαι
Θανάτους.

Στάθηκα μόνο κάτω απ’ το φως
των Κεριών
να μου θυμίσουν πως είναι Νύχτα
Ακόμη.

Στην προβλήτα – πέρα μακριά –
άκουγα το ψιθύρισμα της θάλασσας
παράπονο αγιασμένο αναμονή...

-Η Ελευθερία πηγάζει απ’ το Κύμα...

Πηγή: Η αιχμαλωσία του ανέκφραστου,Μετρονόμος,2012

Εδώ θα ζήσουμε-ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ

Εδώ θα ζήσουμε
Πατώντας αυτό το χώμα
Π' ανθίζει από το αίμα
Κάθε χρόνο παπαρούνες
Πλάϊ στα σπίτια με τις πολεμίστρες
Περνώντας πάντα βιαστικοί
Σκύβοντας στο επικίνδυνο σημείο
- Γιατί πάντα κάποιος μας σημαδεύει -
Κρατώντας σφιχτά τον χαρτοφύλακα
Που κάποτε ήταν αυτόματο
- Ε! φίλε, απ' τον καιρό που πέφταν αστραπές
Και σ' έχανα και σ' εύρισκα
Πλάι σε πεσμένα δέντρα
Καιρός να μάθεις την καινούργια γλώσσα
Να πηγαίνεις ορισμένη ώρα στο γραφείο σου
Να βγαίνεις τα Σαββατοκύριακα με συντροφιά
Προσπάθησε να σβήσεις τη φλόγα του κεριού
Που ζωγραφίζει μάχες στους τοίχους
Κι αν δεν τα καταφέρεις
Άφησε τη βορεινή πόρτα ανοιχτή
Να την τελειώσει ο άνεμος
Ζήσε σαν χθεσινός μελλοθάνατος
Που την τελευταία στιγμή ο αποσπασματάρχης
Αντί του «επί σκοπόν» κραύγασε: «τους ζυγούς λύσατε»
Ξεμπερδεύοντας με την εποχή των μαρτύρων
Ανοίγοντας την πόρτα σε μια καινούργια έκταση
Με τους ανεμοδείχτες να γυρίζουν τρελλά
Με τα όνειρα θερισμένα κι έναν κατακόρυφο ήλιο
Να τους βάζει φωτιά
Ώσπου μια βιβλική βροχή να τα εξαφανίσει όλα
Χωρίς καινούργια κιβωτό χωρίς ελπίδα πια

Πηγή:Νεμέρτσκα,Τα ποιητικά άπαντα του Τάσου Πορφύρη (1961-2011),Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2013

Στην πλάτη του ξύλου-ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

Αφού τα κεριά τρεμοσβήνουν,
αφού εναπόκειται στις διαθέσεις των ανέμων
αν τα κεριά θα ενοχλούν για καιρό
τις εκτάσεις του σκότους,

Δεν σου απομένει παρά ν'αγρυπνείς
μπροστά στο καντήλι
μελετώντας τις διαθέσεις των πουλιών
που δεν νοιάζονται
για τις ρωγμές του χρόνου
απ'όπου ξεπροβάλλουν
οι σκιές διαψασμένες
νερό ζητώντας και φως,

Αφού τα λικνίσματα των ζωντανών διαιωνίζονται
τριγύρω από τις εφήμερες λάμψεις
κι οι γυάλινες αποσκευές τους
ξεμένουνε στ'αζήτητα των λιμανιών,

Δεν σου απομένει παρά να χαράζεις
στην πλάτη του ξύλου
τις τελεσίδικες
γνωματεύσεις
των επί καθήκοντι αρμοδίων.

Ακόμη κι όταν ανάπαψη
δεν βρίσκει
τις σαράντα μετρώντας
ανοιχτές της πληγές
η ψυχή.

Πηγή: Δοκιμές συγκολλήσεως,Φαρφουλάς,2013

Η φλόγα να καίει-ΤΖΟΥΤΖΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ

Μια φλόγα, όλη η ζωή μου.
Ενός μικρού κεριού
που καίγεται δίπλα στο εικονοστάσι.
Ισχνό κεράκι, λυγερό,
η φλόγα του να λιώνει
τον κορμό, λίγο λίγο.
Σιγανά και ταπεινά,
δίπλα στα άλλα,
ευχή, προσευχή και ελπίδα
καίγονται μαζί με την απόγνωση
και την πίκρα.
Μια άμορφη μάζα από κερί,
μένει στο τέλος.
Ανακατωμένη με την άμμο
και το καμμένο φυτίλι.
Σβήνει η φλόγα, σαν λιώνει το κερί,
Μα η ζωή,
δεν τελειώνει.
Ούτε η κούραση
βρίσκει ανάπαυση....
Σέρνεται η ψυχή,
από το ένα κερί στο άλλο.
Για να μένει η φλόγα,
πάντα ζωντανή.

Πηγή: Αδέσποτα ποιήματα,2015

Σαν συνέχεια-ΚΩΣΤΑΣ Γ.ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Στα κελιά παλιάς μουσικής κατοικούν οι ερημίτες του
ονείρου. Ποτέ κανείς τους δεν σκέφτηκε τα κεριά της
ακοής του να σβήσει. Η κάθε τους μέρα παριστάνει
φτυστή τη θλίψη της παραμονής της κι έτσι ποτέ κα-
νείς δεν ενδιαφέρεται για το αύριο.

Πηγή: Εγώ το μαύρο θα κρατάω έως θανάτου, Κέδρος, 2016

Μια χαραμάδα τρυφερότητας στην κόλαση-ΝΙΚΟΣ ΣΟΥΒΑΤΖΗΣ

Όταν μοιάζει να έχουν ειπωθεί τα πάντα
και οι λέξεις δεν έχουν πια νόημα
έρχεται η σιωπή
Μετά τη σιωπή έρχεται η ποίηση

Η ποίηση είναι πόνος
που μετατράπηκε σε λέξεις
ζυγισμένες με ακρίβεια,
κραυγές πληγωμένων αγριμιών,
το τραγούδι φυλακισμένων πουλιών
και το παράπονο όσων δεν χωράνε στον κόσμο τους,
μια χαραμάδα τρυφερότητας στην κόλαση,
τα δάκρυα που δεν στέγνωσαν ποτέ,
η αγάπη της πρώτης μάνας του κόσμου,
η ανάμνηση της παλιάς ευτυχίας
και το φως ενός κεριού
στους αμέτρητους σκοτεινούς αιώνες

Πηγή:Χειμερινή Ισημερία, 2016

Ο μέσος όρος-ΣΥΛΒΑ ΓΑΛΒΑ

Οι άνθρωποι αγαπούν το κανονικό,
-αυτό που λέμε νορμάλ-
με το πάθος της ανασφάλειας…
Νιώθουν άνετα με το μέτριο ύψος, τον ίσιο δρόμο,
με την αρτιμέλεια , με την γλώσσα τους,
με τους δικούς τους – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό…

Κάθε πρωί ,
παίρνουν άλλη μια καινούργια μέρα
και την ανοίγουν μετά τον καφέ,
λιγοστεύουν μπροστά στον ανώτερο ,
τρώνε χρόνια ,
γεμίζουν και αδειάζουν σπίτια
και μια από κείνες τις ξεχωριστές μέρες ,
ενώνονται σε ανθισμένη κορνίζα
και μετά, όπως συνηθίζεται,
βαφτίζονται, σφραγίζονται και παίρνουν
αριθμό προτεραιότητας για την τράπεζα…….

Οι άνθρωποι κάθονται πολύ..
Στο γραφείο, στον καναπέ ..στο θρόνο τους,
ανοίγουν χάρτες και σχεδιάζουν το μέλλον,
για σιγουριά με τρία γεύματα προπληρωμένα …
Καμιά φορά, βέβαια, εκεί που παίρνουν τη στροφή,
τους χτυπάει μια κακιά κουβέντα,
μια μπόρα , ένα χαστούκι- και τότε
με αίμα πληρώνονται τα διόδια…

Όμως, αγάπη μου, αυτά είναι για τους άλλους..
Για το κοινό που χειροκροτεί, για το ανώνυμο πλήθος.
Εμείς οι δυο είμαστε διαφορετικοί ,
με δέρμα τρυπημένο απ’ τον πόθο
και μαλλιά στα χρώματα του ουράνιου τόξου…

Θα βλέπουμε τον ουρανό , όταν περπατάμε,
θα βάλουμε κερί στ’ αυτιά για τις Σειρήνες…
Αγκαλιασμένοι , κόντρα στο ρεύμα
κι όσο κρατήσει αυτό το δροσερό
που πίνουμε και μας ζαλίζει…
Δεν είναι γνήσιος έρωτας , ακριβός,
με ονομασία προέλευσης ονείρου ..
Το πήραμε από δω κοντά,
απ’ το περίπτερο,
με χρώματα στο μπουκάλι και πολύ ανθρακικό…
Αλλά , έχουμε καιρό..
Ώσπου να χαθούν όλες οι φυσαλίδες
κι ώσπου να ξεθυμάνει,
εμείς θα έχουμε μεταλάβει…..

Πηγή: Passatempo, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2017

Υγρή ανασαίνει η γη και πύρινη-ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ-ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ

[Γίνομαι γιαλός]

Υγρή ανασαίνει η γη και πύρινη
μηρυκάζεται θλίψη αιώνων
Τον πόνο των ανθρώπων πώς να καταπιεί
πώς θα μπορούσε να τον σβήσει
Κεράκια αμέτρητα σκόρπισαν μέσα της νωρίς
θλιμμένα σιγοκαίνε απώλειας φως
Κάποιοι αγάπη την ονόμασαν κάποιοι πατρίδα
σκοταδιασμένη μήτρα σείεται η γη
εκπέμπει φωτεινότητα ακατάληπτη
Μυσταγωγίας θάμβος διαχέεται
πηγάζει από βαθιά απ’ τη μεριά του μέλλοντος
σμίγει με χθόνιων κεριών το φως
και ακουμπά στη ρίζα αιωνόβιου δέντρου
Γη βιασμένη εκπορθημένη και απόρθητη
στον κόρφο της φυλάει κρυμμένες πυρκαγιές
αδημονεί κρατώντας στις παλάμες της κεράκια
αναμμένα

Πηγή:Λιγοστεύουν οι λέξεις, 2017

Ερευνητές-ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ

(Χορός ποιητών)

Ερευνούμε το φως,
αναλύουμε το θάμβος των λέξεων,
ζυγίζουμε τον ήχο τους,
ζυγίζουμε την ηχώ τους εντός μας,
σηκώνουμε το βάρος τους
και μεταμορφώνουμε
αυτά που έφυγαν
αυτά που θα `ρθουν,
ανασκάπτουμε την ύλη,
ανασκάπτουμε τα όστρακα του μυστικού,
γινόμαστε ρήματα
για να βρούμε
τη μία λέξη,
τον έναν στίχο,
το ένα ποίημα
που θα δικαιώσει το δάκρυ
ενός θλιμμένου κεριού
και θ’ ανάψει ένα φως
στα μάτια ενός παιδιού.

Ποιο είναι το δικό μας φως;
Ποια είναι η δική μας λέξη;
Ποιο είναι το δικό μας σκότος; 

Πηγή:Οδυσσέας Αστέρης,2018

Δικαιοσύνη Ι-ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

Σκοτεινή και πλήρης αριθμών
Μια αίθουσα που λογίζεται ιερή
Ανάβει τα κεριά των ψυχών της
Λύπες που ξεχάστηκαν μ’ όνομα μικρό
Εξιλαστήρια επίθετα – των άλλων θύματα-πάντα
Και μάτια, μάτια που μόλις σαν ν’ άνοιξαν απορούν
Έναν από μηχανής γυρεύοντας άνθρωπο
Ν’ αποδώσει αλήθεια.

Πηγή:Το ψηφιδωτό της Νύχτας, εκδόσεις Ύψιλον, 2018

Τίνκερμπελ- ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΝΤΟΥΜΗ

Τι μπορεί να συμβεί αν πάρεις τα κουνούπια για πεταλούδες;
Ν’ αγοράσεις στη γιαγιά σου αντικουνουπικό κερί αντί για λαμπάδα.
Να μην προσέξεις ότι αντί για φιτίλι το κερί έχει μέσα ένα
ξυλάκι εμποτισμένο στη σιτρονέλα κι η γιαγιά αλαφιασμένη στην
ανάσταση να σου πει «Βρε Φιγενιώ! Τι ‘ν’ αυτό;» ενώ εσύ θα ξεκαρδίζεσαι
και τα κουνούπια θα πετάνε απ’ το κερί της στον ουρανό
μακριά, μακριά, σαν πυροτεχνήματα.

Πηγή: Love me tender,Σαιξπηρικόν,2018

Ο ξεχασμένος θείος –ΠΕΤΡΟΣ ΣΤΕΦΑΝΕΑΣ

Σήμερα άναψα ένα κερί για κάθε μέλος της οικογένειας
Περίσσεψε η αλήθεια είναι
Από λάθος μου ένα κερί
Έψαξα αμέσως στο μανουάλι να βρω όνομα
Για τον ξεχασμένο αυτόν συγγενή μου

Μέσα σε δευτερόλεπτα αποφάσισα το όνομά του
Δημήτριος ή Μήτσος
Ο θείος αυτός υπάρχει στα χαρτιά του κοιμητηρίου
Και στο άρωμα του κεριού που άναψε γι’ αυτόν

Από αυτές τις προσευχές δεν αναμένω δικαιώματα

Μακάρια τα ανίψια που τιμούν αφιλοκερδώς
Τη μνήμη των άγνωστων θείων τους

Πηγή: Αφροδίτη στα Μπλε, Το Ροδακιό, 2019

(Για αγάπη)-ΕΛΕΝΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ

Η πόρτα ήτανε κλειστή. Καμιά φωνή από μέσα. Και τα κεριά περίμεναν τους
ζωντανούς. Μες στα πλευρά μου χτυπάει μια καρδιά δική σου, εκεί, πιο δίπλα
που θυμάται. Τα πρόσωπα, τις ιστορίες, πως ήταν οπωσδήποτε σημαντικά. Και στα
παιχνίδια κόσμος άλλος δεν υπήρχε. Μόνο μια θάλασσα μικρή μας σκέπαζε όλους.
Για αγάπη ακούμε τις φωνές όταν ξυπνάμε, την πόρτα όταν ανοίγει

Πηγή:φλου, Σαιξπηρικόν, 2019

Απρίλης-ΜΑΡΙΚΑ ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ

Έχω ραμμένα στο παλτό μου
δύο δάκρυα
από την άνοιξη εκείνη που σε αρνήθηκα.

«Όταν έχει μπει ο Απρίλης και σου 'χει ανακατέψει τα μαλλιά»
«Μυρίζω βροχή, το ξέρω»
Κάθε που βρέχει
Μαζεύω λέξεις, στάλα
στάλα τις κόβω

κι όμως η ομορφιά γεννιέται στον θρυμματισμένο ήχο
ενός λουλουδιού.

Όλοι Θα ξεχαστούμε
Κι οι στίχοι θα λιώσουν σαν κεριά.

Πηγή:Ξέρεις πού οδηγεί, ΑΩ, 2020

Ολονυκτία-ΕΛΕΝΗ ΒΑΡΘΑΛΗ

Τα σκέπασε όλα η χιονοστιβάδα της λήθης,
η άρνηση που μουδιάζει τ’ αναβαλλόμενα.

Στα περάσματα
όταν ξεφλουδίζει το γκρίζο,
φωσφορίζουν οι ψυχές
σε μία ολονύκτια κατάνυξη
κι είναι ο καρπός της επίγνωσης
που λειτουργεί σαν παλινόρθωση
του ξεχασμένου εαυτού
αγκαλιάζοντας
μ’ αδυσώπητη τρυφερότητα
κείνο το υφαρπαγμένο
τ’ ουρανού παιδί μας,
που κάποτε αυτομόλησε
στις εντομές του νου.

Μ’ αναμμένο κερί,
κάτω απ’ το μεγάλο θόλο
βλέπω καθαρά
πόσο η ζωή πληθαίνει
δρασκελώντας το φόβο,
παγίδα στήνοντας στο χθες.

Πηγή:Χρονολισθήσεις, εκδόσεις Ιωλκός, 2020

Φώτιση-ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΣΑΚΑΛΗΣ

Στο μονοπάτι του ήλιου
πορεύομαι
φίδια-ποτάμια διασχίζω
με τυλίγουν
ξετυλίγομαι
σʼ έρημες αυλές
μετράω το χρόνο
πρόσωπα ανακαλώ
μα η μνήμη με προδίδει
τα βήματά μου μʼ οδηγούν
σʼ ένα κοιμητήριο
εκεί είναι πια οι ρίζες μου
εκεί είναι οι ρίζες όλων
κάποτε
δύο μεταλλικά κουτιά
γεμάτα κόκκαλα
οι γεννήτορές μου
ανάβω ένα κερί
σε ποιον
σε τι
παίρνω τον ανήφορο
για το βουνό
κι εκεί εγκαθίσταμαι
να βρω τη φώτιση.

Πηγή: Κραυγές στην έρημο,Ενδυμίων,2020

Έφηβη φωνή-ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ

Και με τον λόγο
προσπαθούσα να φτιάξω γέφυρες
να πλησιάσω τους ανθρώπους

Τα τρία μου αιτούμενα
σιωπή, γραφή και γέφυρες
ήταν μοναδικές κάθε φορά
πράξεις, απόπειρες κίνησης
βήματα προς την ουσία

Αλλά, γιατί έπρεπε να μάθω τόσο αργά
ότι όσα παράθυρα κι αν ζωγραφίσω
στους τοίχους της φυλακής μου
δεν θα ανοίξει εύκολα κανένα
για να μπεί το φως που περιμένω

Μόνο κείνο το τρεμάμενο φως κεριού
θα παραμείνει ζωντανό
να μου θυμίζει ότι δεν έσφαλλα
επικαλούμενος τον νέο ανθρωπισμό
που θα ξεπηδήσει από τον ζόφο
που ζει η ανθρωπότητα
-πίδακας, λες, αξιοπρέπειας-
κι ας ήταν αιτία ένας τόσος δα αόρατος ιός

Ελάτε αγαπημένοι μου
να ανοίξετε τα παράθυρα
που ζωγράφιζα χρόνια για σας
να μπει ζωοποιό παρθένο φως
όχι ελπιδοφόρο, αλλά πραγμάτωσης
μιας και τα χέρια μας βαστούν ακόμα
για να σηκώσουν τον κάματο αιώνων
σ΄ αυτή τη βασανισμένη γη

Α, η χαρά χρώματα που έχει
πόσο λευκό και κόκκινο
να βάψουν από την πόλη ολόκληρη
ως μια παγκόσμια φυλακή

Ωστόσο δεν κατάλαβα ποτέ
το φθόνο σας
εγώ για τα χρώματα της Άνοιξης
μιλούσα παιδιόθεν
και δεν σας πλάνεψα
απλώς έμεινε για δεκαετίες
έφηβη η φωνή μου
κι έπειτα, μην ξεχνάς
μέτοικοι είμαστε
σε τούτο τον φιλόξενο πλανήτη
αχρείοι κι αχάριστοι σαν ευεργετημένοι.

Πηγή:https://douatzis.gr/

Εθιμοτυπικά-ΝΙΚΟΣ ΦΙΛΝΤΙΣΗΣ

Φλόγισα το υπέρθυρο
το κάπνισα
το μαύρισα

τρεις
φορές
το σταύρωσα

όρκισα το κερί να κάψει
για να ’χει η γη να μη στερεί
να ’χει μόνο να δίνει

μα το κερί
είναι
πάντα κερί

και τα σπίτια
από κάτω
τερμίτες

δεν ακούτε
πώς μασάνε
τους τσατμάδες;

αχ αδελφέ μου
εμείς
το καλό κόκκινο αυγό της μητέρας

που επώασε σπλαχνικά σε ημέτερη μήτρα
που φώλιασε με πορφύρα στο πλεχτό της καλάθι
που αναμετρήθηκε άφοβα σε τόσων εμφυλίων απογεύματα

τόση Ανάσταση
τι κι αν μαζέψαμε
σκυμμένοι στο τραπέζι

εμείς
την άνοιξη
σπάμε

Πηγή:stixoi/info

Το παιχνίδι των σκιών-ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΔΡΑΓΟΥΝΗ

Υπομονετικά σμιλεύω τη σκιά μου με τις λέξεις
δίνοντάς της νέα, ιδεατά σχήματα,
ανταλλάσσοντας τον εαυτό μου με την αδιόρατη υφή της.

"Σκιά", της λέω, "μάθε με να μην αισθάνομαι".
Και η σκιά μου σχηματίζει έναν άμορφο χορό στον τοίχο,
κάτω από το τρεμουλιαστό φως των κεριών.

Κι έπειτα η σκιά μου λέει:
"Μάθε με πώς να αισθάνομαι".
Και βυθιζόμαστε μαζί σε χειμαρρώδη δίνη.

Απόψε θα γίνω η σκιά μου.
Η σκιά μου θα οδηγήσει τα βήματα
αυτή τη φορά.

Πηγή: stixoi/info

Γράμμα και ρολόι-ΠΑΟΥΛ ΤΣΕΛΑΝ

Κερί,
για να σφραγίσεις το Άγραφο,
που θα μαντέψει τ’ όνομά σου,
που κρυπτογραφεί
τ’ όνομά σου

θά 'ρθεις τώρα, φως συ που πλέεις;

Δάχτυλα, κι αυτά από κερί,
περασμένα
σε άγνωστους, κρίκους οδυνηρούς.
Και τ’ άκρα τους λιώνουν.

Θά 'ρθεις, φως εσύ που πλέεις;

Kενές από χρόνο οι κερήθρες της ώρας,
μέλισσες χίλιες, γαμήλιο σμήνος έτοιμο
για ταξίδι.

Έλα, φως εσύ που πλέεις.

Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου
Πηγή: Γλωσσικό Πλέγμα,Εκδόσεις Άγρα,2012

Τελευταίος μονόλογος τού εσωτερικού εραστή- ΓΟΥΑΛΑΣ ΣΤΙΒΕΝΣ

Φως- το πρώτο φως το βραδινό,
που ξαποσταίνουμε• και συλλογιόμαστε, με λίγο δίκιο,
πως είν’ ο κόσμος ο ιδεατός το πιο μεγάλο αγαθό.

Να, λοιπόν, το πιο δυνατό το ραντεβού.
Και, με τη σκέψη αυτή, φωλιάζουμε,
απ’ τις αδιαφορίες μακριά, σ’ ένα πράγμα μόνο:

Σ’ ένα μόνο πράγμα, σ’ ένα σάλι απλό,
τυλιγμένο γύρω μας, σφιχτά• δεν είμαστε φτωχοί; Μια τρυφερότητα,
ένα φως, μια δύναμη — θαυματουργή επιβολή.

Τώρ’ εδώ ο ένας τον άλλο λησμονάμε και λησμονιόμαστε.
Και αμυδρά συμμεριζόμαστε ένα σχέδιο, μια ολότητα,
μια γνώση, που έκλεισε για μας το ραντεβού.

Σ’ αυτή την πλευρά τής μεθορίου της, στο νου.
Μονολογούμε πως ένα πράγμα είναι ο θεός κι η φαντασία…
Πόσο ψηλά κι απόμακρα φωτίζει το σκοτάδι το πιο μακρινό κερί.

Δίπλα στο φως αυτό, στην κεντρική ψυχή,
βρίσκουμε απάγκειο στον βραδινό αέρα,
όπου να είμαστε μαζί μάς είναι αρκετό…

Πηγή: https://waltendegewalt.wordpress.com

Η μπαλάντα του έρωτα-ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΒΙΣΟΤΣΚΙ

Όταν του κατακλυσμού τα νερά
επέστρεψαν στης όχθης τα όρια.
Απ’ τον αφρό των νερών που έφευγαν
στην στεριά ο Έρωτας βγήκε.
Και διαλύθηκε στον αγέρα μέχρι να ’ρθει ο καιρός,
Μα ήταν ο καιρός σαράντα σαραντάδες…
Παρόλα αυτά βλάκες υπάρχουν,
τα πνευμόνια τους μ’ αυτό το μείγμα γεμίζουν.
μηδέ παράσημα ούτε και τιμωρίες περιμένουν,
και, πιστεύοντας, πως απλά αναπνέουν,
τους πιάνει άξαφνα η κρίση
μιας νευρικής αναπνοής.
Ναυτία νιώθουν σαν το καράβι που έμεινε
στη θάλασσα καιρό.
Πριν μάθω ότι αγαπώ
ήταν το ίδιο το αναπνέω με το ζω.
Κι έχω μπροστά μου περιπέτειες και περιπλανήσεις:
είναι μεγάλη χώρα του Έρωτα η χώρα!
Και για να δοκιμάσει τους ιππότες της
προσεκτικά θα τους ρωτά:
χωρισμούς και αποχαιρετισμούς θα ζητά,
τον ύπνο τους θα τους στερεί, την ηρεμία την ανάπαυλα…
Μα τους ανόητους δεν θα αφήνει να κοιμηθούν.
Αυτοί θα είναι έτοιμοι όποια τιμή ζητήσει
να πληρώσουν. Σε κίνδυνο να βάλουν τη ζωή τους
ανέπαφο θέλοντας να κρατήσουν
το μαγικό, τ’ αόρατο το νήμα.
π’ ανάμεσα τους άπλωσαν.
Φρέσκος αγέρας επίλεκτων μέθυσων.
Σκόνταφτα, μα απ’ τους νεκρούς ανασταινόμουν,
Γιατί αν δεν αγαπούσα,
Σήμαινε πως δεν ανέπνεα, μα ούτε και πως ζούσα!
Μα πολλούς που απ’ τον έρωτα πνιγήκαν
δεν τους μαζεύεις όσο κι αν δυνατά φωνάζεις.
Η σιωπή και τ’ άδεια λόγια ο μπροστάρης τους είναι
μα τούτος δω ο οδηγός στο αίμα έχει πνιγεί.
Στο προσκεφάλι εκείνων που απ’ τον ανεπίδοτο έρωτα
έχουν πεθάνει κερί θα ανάψουμε…
Με μια φωνή τρεμουλιαστή,
Στα λουλούδια η ψυχή τους γυρνάει,
την αιωνιότητα ρουφούν με μια αναπνοή,
και μ’ αναστεναγμό στα χείλη
σε σαθρά πορθμεία και γεφυράκια ανταμώνουν,
στα στενά σταυροδρόμια της οικουμένης.
Το πάτωμα για τους ερωτευμένους κρεβάτι θε να κάνω –
Ας πίνουν συνεχώς στον ύπνο και στον ξύπνιο τους!…
Αναπνέω σημαίνει αγαπώ!
Αγαπάω σημαίνει ζω!

Μετάφραση από τα ρωσικά: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης
Πηγή: “Ο άγιος Βλαδίμηρος του πάθους”

Καθρέφτης- ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ

Είμαι ασημένιος κι ακριβής. Χωρίς προκαταλήψεις.
Ό,τι κι αν δω, αμέσως το ρουφάω
Έτσι όπως είναι, χωρίς να με θαμπώνει αγάπη ή απέχθεια.
Δεν είμαι σκληρός, μονάχα φιλαλήθης…
Το μάτι ενός μικρού θεού, με τέσσερις γωνίες.
Τον περισσότερο καιρό στοχάζομαι τον τοίχο απέναντί μου.
Ροζ με κηλίδες είναι. Τον κοιτάζω τόσον καιρό τώρα
Που μου φαίνεται κομμάτι της καρδιάς μου. Μα τρεμοπαίζει.
Πρόσωπα και σκοτάδι μάς χωρίζουν ξανά και ξανά.
Τώρα είμαι λίμνη. Μια γυναίκα σκύβει πάνω μου,
Ψάχνοντας στα νερά μου το τι στ’ αλήθεια είναι.
Έπειτα στρέφεται σε κείνους τους ψεύτες, τα κεριά ή το φεγγάρι.
Βλέπω τη ράχη της, και την αντανακλώ πιστά.
Με δάκρυα μ’ ανταμείβει και μια τρικυμία από χέρια.
Της είμαι σημαντικός. Έρχεται και ξανάρχεται.
Κάθε πρωί το πρόσωπό της του σκοταδιού παίρνει τη θέση.
Μέσα μου πνίγηκε, νεαρό κορίτσι, και μέσα μια γριά
Μέρα τη μέρα αναδύεται προς το μέρος της, σαν ψάρι τρομερό.

Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης
Πηγή:https://24grammata.com/

Πώς σ’ αγαπώ;-ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ ΜΠΡΑΟΥΝΙΝΓΚ

Πώς σ’ αγαπώ; Άσε με να μετρήσω τρόπους.
Σε αγαπώ στο βάθος και στο πλάτος και στο ύψος
Που η ψυχή μου μπορεί να κατακτήσει, όταν νιώθει αμήχανη
Για τους σκοπούς της ύπαρξης και της γοητείας της ιδεατής.
Σε αγαπώ στο επίπεδο της καθημερινής
Της πλέον ήρεμης ανάγκης, στο φως του ήλιου και του κεριού.
Σε αγαπώ ελεύθερα, όπως όταν οι άνθρωποι αγωνίζονται για τη νίκη του καλού
Σε αγαπώ αγνά, όπως όταν γυρίζουν από προσευχή.
Σε αγαπώ με ένα πάθος που έβαλα σε χρήση
Μες στις παλιές μου λύπες και με μια πίστη
από την ηλικία μου την παιδική.
Σε αγαπώ με μιαν αγάπη που φαινόταν πως θα χάσω
Με τους χαμένους μου άγιους – Σε αγαπώ με την αναπνοή,
Με τα χαμόγελα και τα δάκρυα όλης της ζωής μου! Κι αν ο Θεός θελήσει,
Μετά τον θάνατο θα σ’ αγαπώ ακόμα πιο πολύ

Μετάφραση: Χρίστος Γούδης
Πηγή:https://www.translatum.gr/

Η ψυχική αυγή-ΣΑΡΛ ΠΙΕΡ ΜΠΟΝΤΛΕΡ

Ὅταν τὸ φῶς της ρίχνει ἡ αὐγὴ τὸ λευκορροδισμένο
στοὺς γλεντοκήπους καὶ γροικοῦν σὰν τύψη τὸ Ἰδεῶδες,
κάτι τὸ ἐκδικητικὸ καὶ τὸ μυστηριῶδες,
ἕν᾿ ἄγγελο στὸ κτῆνος τους, ξυπνᾷ, τὸ ναρκωμένο.

Τῶν ψυχικῶν τότε οὐρανῶν τ᾿ ἄφθαστο γαλανό,
γιὰ κεῖνον ποὺ ρεμβάζει ὠχρὸς καὶ ποὺ ὑποφέρει ἀκόμα,
ἀνοίγεται καὶ τὸν τραβᾷ καθὼς βαράθρου στόμα.
Ἔτσι, γλυκιὰ Θεά μου, ἁγνὸ Πλάσμα καὶ φωτεινό,

στὰ καπνισμένα ἐρείπια τῶν ἠλιθίων γλεντιῶν,
πιὸ φωτεινή, πιὸ ρόδινη, πιὸ ὡραία ἡ θυμησή σου,
ἀδιάκοπα στὰ ἐκστατικὰ μάτια μου φτερουγίζει.

Ὁ ἥλιος ἐσκοτείνιασε τὴ φλόγα τῶν κεριῶν·
ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου
μὲ τὸν ἀθάνατο ἥλιον, ὦ ψυχή, ποὺ φῶς σκορπίζει!

Μετάφραση: Γιώργος Σημηριώτης
Πηγή: Τα άνθη του κακού,Σελίδες,1980

 

Έρευνα-Επιμέλεια αφιερώματος: Αγγελική Καραπάνου 

 

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;