Το καλοκαίρι στην ποίηση (Ποιήματα)

Το καλοκαίρι στην ποίηση (Ποιήματα)

Βαδίζουμε στην καρδιά της πιο ανέμελης και ζεστής εποχής του χρόνου... Στο καλοκαίρι μας! Ποιος δεν αγαπά το καλοκαίρι; Οι μαθητές κι οι φοιτητές που δραπετεύουν από τον επίπονο αγώνα της μάθησης, οι εργαζόμενοι που παίρνουν άδεια, οι απανταχού παραθεριστές... Για να δούμε τι είπαν για το καλοκαιράκι οι ποιητές!

Σώμα του καλοκαιριού-ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες
Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος
Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους
Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά
Και πλάι απ' το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο!

Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές
Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ' αυτιά του
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα
Σταλμένο απ' τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:

Ω σώμα του καλοκαιριού, γυμνό, καμένο
Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
Άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο
Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!

Έρχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια
Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά
Που μελανιάζει στα βαθιά μ' αγριεμένα κύματα
Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών
Όμως και πίσω απ' όλα αυτά χαμογελάς ανέγνοια
Και ξαναβρίσκεις την αθάνατη ώρα σου
Όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος
Όπως μες στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός.

Πηγή: Ήλιος ο πρώτος

Ένας λόγος για το καλοκαίρι-ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι
σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει
γεμάτο διαγραφές, αφηρημένα σχέδια
στο περιθώριο κι ερωτηματικά, γυρίσαμε
στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν
στον καθρέφτη μέσα στο ηλεχτρικό φως
σφιγμένα χείλια κι οι άνθρωποι ξένοι
στις κάμαρες στους δρόμους κάτω απ' τις πιπεριές
καθώς οι φάροι των αυτοκινήτων σκοτώνουν
χιλιάδες χλωμές προσωπίδες.
Γυρίσαμε• πάντα κινάμε για να γυρίσουμε
στη μοναξιά, μια φούχτα χώμα, στις άδειες παλάμες.

Κι όμως αγάπησα κάποτε τη λεωφόρο Συγγρού
το διπλό λίκνισμα του μεγάλου δρόμου
που μας άφηνε θαματουργά στη θάλασσα
την παντοτινή για να μας πλύνει από τις αμαρτίες.
αγάπησα κάποιους ανθρώπους άγνωστους
απαντημένους ξαφνικά στο έβγα της μέρας,
μονολογώντας σαν καπετάνιοι βουλιαγμένης αρμάδας,
σημάδια πως ο κόσμος είναι μεγάλος.
Κι όμως αγάπησα τους δρόμους τους εδώ, αυτές τις κολόνες·
κι ας γεννήθηκα στην άλλη ακρογιαλιά κοντά
σε βούρλα και σε καλάμια νησιά
που είχαν νερό στην άμμο να ξεδιψάει
ο κουπολάτης, κι ας γεννήθηκα κοντά
στη θάλασσα που ξετυλίγω και τυλίγω στα δάχτυλά μου
σαν είμαι κουρασμένος δεν ξέρω πια που γεννήθηκα.

Μένει ακόμα το κίτρινο απόσταγμα το καλοκαίρι
και τα χέρια σου γγίζοντας μέδουσες πάνω στο νερό
τα μάτια σου ξεσκεπασμένα ξαφνικά, τα πρώτα
μάτια του κόσμου, κι οι θαλασσινές σπηλιές·
πόδια γυμνά στο κόκκινο χώμα.
Μένει ακόμα ο ξανθός μαρμαρωμένος έφηβος το καλοκαίρι
λίγο αλάτι που στέγνωσε στη γούβα ενός βράχου
λίγες βελόνες πεύκου ύστερα απ' τη βροχή
σκόρπιες και κόκκινες σα χαλασμένα δίχτυα.

Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πρόσωπα δεν τα καταλαβαίνω
μιμούνται κάποτε το θάνατο κι έπειτα ξανά
φέγγουν με μια ζωή πυγολαμπίδας χαμηλή
με μια προσπάθεια περιορισμένη ανέλπιδη
σφιγμένη ανάμεσα σε δυo ρυτίδες
σε δυo τραπεζάκια καφενείου κηλιδωμένα
σκοτώνουνται το ένα με τ' άλλο λιγοστεύουν
κολλούν σα γραμματόσημα στα τζάμια
τα πρόσωπα της άλλης φυλής.

Περπατήσαμε μαζί μοιραστήκαμε το ψωμί και τον ύπνο
δοκιμάσαμε την ίδια πίκρα του αποχωρισμού
χτίσαμε με τις πέτρες που είχαμε τα σπίτια μας
πήραμε τα καράβια, ξενιτευτήκαμε γυρίσαμε
βρήκαμε τις γυναίκες μας να περιμένουν
μας γνώρισαν δύσκολα, κανείς δε μας γνωρίζει.
Κι οι σύντροφοι φόρεσαν τ' αγάλματα φόρεσαν τις γυμνές
άδειες καρέκλες του φθινοπώρου, κι οι σύντροφοι
σκοτώσανε τα πρόσωπά τους· δεν τα καταλαβαίνω.
Μένει ακόμα η κίτρινη έρημο το καλοκαίρι
κύματα της άμμου φεύγοντας ως τον τελευταίο κύκλο
ένας ρυθμός τυμπάνου αλύπητος ατέλειωτος
μάτια φλογισμένα βουλιάζοντας μέσα στον ήλιο
χέρια με φερσίματα πουλιών χαράζοντας τον ουρανό
χαιρετώντας στίχους νεκρών σε στάση προσοχής
χαμένα σ' ένα σημείο που δεν τ' ορίζω και με κυβερνά΄
τα χέρια σου γγίζοντας το ελεύθερο κύμα.

Φθινόπωρο, 1936
Πηγή: Σχέδια για ένα καλοκαίρι, Τετράδιο Γυμνασμάτων

Καλοκαίρι-ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Τα τέσσερα παράθυρα κρεμούν στις κάμαρες
ομοιοκατάληκτα τετράστιχα από ουρανό και θάλασσα.
Μια παπαρούνα μόνη είναι ένα ρολογάκι
στο χέρι του καλοκαιριού,να δείχνει
δώδεκα η ώρα μεσημέρι. Κ'έτσι νιώθεις
τα μαλλιά σου πιασμένα μες στα δάχτυλα του ήλιου
να σε κρατάνε ελεύθερο μέσα στο φως και στον αέρα.

Πηγή: Παρενθέσεις,Β΄

Το καλοκαίρι-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Απ’ το κανάλι οι πάσαρες με τ’ απλωτά πανιά
γυρίζουν πρίμα,
μας φέρνουν τα ζακυθιανά λουλούδια τ’ ακριβά,
το πέρασμά τους γλύκανε κι εσένα, πικρό κύμα!

Και πιο καλοπιθυμητά και πιο φανταχτερά
κι από τα κρίνα,
πάσαρες γοργοσάλευτες, με τ’ άσπρα σας φτερά,
μας φέρνετε τ’ αγόρια μας απ’ τη μεγάλη Αθήνα.

Κι ανοίχτε, λιακωτά, χλωρά, φουντώστε, πασκαλιές,
του πόθου η σκόλη·
και σείστε τα μαντίλια σας ανάερα, λυγερές·
παραμονεύουν οι έρωτες· ετοιμαστείτε, μόλοι,

το καλοκαίρι μύρισε· προσμένουν οι αμμουδιές
και τα πριάρια,
πριν έμπεις, άθεη χειμωνιά, να γίνουν εκκλησιές·
οι ερωτεμένοι λειτουργοί και τα φιλιά τροπάρια.

Πηγή: Οι καημοί της Λιμνοθάλασσας

Περασμένο καλοκαίρι-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Τα μισεμένα χελιδόνια
ξανάρχονται απ’ την Αραπιά·
το περασμένο καλοκαίρι
τάχα θα μου ξανάρθει πια;

Το περασμένο καλοκαίρι
που δε θα το βρω άλλη φορά,
από τα πιο συνηθισμένα
εγώ είχα πλάσει τη χαρά.

Στον όχτο ανέβαινα· τον έχει
στη ρίζα του ο Λυκαβηττός·
στα πόδια πάντοτε του αφέντη
σα σκύλος βρίσκεται στρωτός.

Και την Αθήνα κι ο όχτος έχει
γονατιστή, και την κρατεί
και τηνε χαίρεται σαν κόρη,
κάτου απ’ τον ίσκιο του δετή.

Κι από τον ίσκιο είναι δροσάτος
κι από τους πλάτανους χλωρός,
γύρω μιας πλάσης η άσπρη γύμνια
κι απάνου ο ήλιος καίει σκληρός.

Κι ενώ της χώρας κάτου είν’ όλα
κι ασάλευτα και φλογερά,
στον όχτο σάλεμ’ από δέντρα,
κι ένα τραγούδι από νερά.

Η νερομάνα είναι στον όχτο,
μανταλωμένη, σκοτεινή·
γρικάς, δε βλέπεις το νερό της,
μια θάλασσα είναι αλαργινή.

Και παραπέρα είν’ η βρυσούλα·
ρέει αγαθά, συγκρατητά,
σ’ όλους το δίνει αυτή το βιος της
ξεσκέπαστο, και δε ρωτά.

Της γειτονιάς το φτωχολόι
δέχεται, και το ξεδιψά,
κι ακούει, και δεν τηνέ  θυμώνουν
μαλώματα και λόγια αψά.

Και κάποτε, όσο να γιομίσει
κάποιο στενόλαιμο σταμνί,
δουλεύει πονηρά ένα ταίρι
κι αγάπης γίνεται σκαμνί.

Κι ένα στενό δρομάκι αγνάντια
μες στ’ ανηφόρια τα πλατιά,
τραβάει ψηλά στο κορφοβούνι,
κι άξαφνα χάνει το η ματιά.

Κι εκεί που χάνεται, μια αλόη
στέκει μ’ ολόρθα σπαθωτά
τα σταχτοπράσινα τα φύλλα
σαν από χάλκωμα χυτά.

Κι απ’ τη ζωή βαλτό σημάδι
φαντάζ’ η αλόη για να μηνά
κάποιον αγώνα που τελειώνει,
κάποιον αγώνα που αρχινά.

Και στο δρομάκι ένα κατέβα
κι ανέβα, αργοί και βιαστικοί
κι αδιάκοπα και ζα κι ανθρώποι,
και παν εδώ και παν εκεί.

Είτε γυρίζουν κάτου, και είτε
τραβάν προς την κορφή αντικρύ,
άφαντοι γίνονται άμα στρίψουν,
σβηένται απ’ ομπρός σου· είναι νεκροί.

Και μοναχά στο νου απομένει
το βράδιασμα, ώρα διαλεχτή·
μια μέρα θέλει ν’ αργοφύγει,
μια νύχτα ν’ αργοτιναχτεί.

Και κάθε αντίκρισμα είναι τότε
σοφού τεχνίτη ζωγραφιά·
με τ’ απαλότατο κοντύλι
νά την η αφάνταστη ομορφιά!

Και πέρα, απάνου απ’ όλα, ο Πάρνης,
της θείας Πεντέλης ο αδερφός,
Ρήγας με ολόχρυση κορόνα,
στο ηλιοβασίλεμα, από φως.

Μα ’χει το φως του τέτοια γλύκα,
που σε χτυπά μες στην καρδιά·
σαν από πρώτη αγάπη χάιδιο,
σαν από γιούλι μυρουδιά.

Το περασμένο καλοκαίρι
(τάχα θα το βρω άλλη φορά;)
απ’ όλα εκείνα εγώ είχα πλάσει
μιαν ασυνήθιστη χαρά.

1905

Πηγή: Η πολιτεία και η μοναξιά

Τραγούδι των καλοκαιριών-ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Καλοκαιράκια αλάβαστρα,μουχρώματα,
γλύκες-πληγές-,
άυλοι κρουνοί,δασάκια μες στα σύθαμπα,
-γλυκές πηγές,

φλόγες-αυγές-,λαχτάρες,θεία λυσίματα
θανατερά,
-του ήλιου γλαυκά πεσίματα
μες στα νερά...

Ελάτε, ελάτε, πράσινα χρυσόμηλα
της χαραυγής!
Έλα, γλυκό μου βράδυ, άρρητα μήλινο,
-και μην αργείς!

Πόθοι βουβοί, πλανέματα, λυσίματα
θανατερά,
-λαγγέματα, σβησίματα
λόγια – φτερά...

Πηγή:Ναπολέων Λαπαθιώτης- Ποιήματα, Εκδόσεις Ζήτρος, 2001

Το καλοκαίρι επέρασε...-ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Τώρα το καλοκαίρι πάει ... επέρασε ...
Κ' είναι καιρός να φύγουμε για πέρα.
Δυο μήνες επεράσαμε έτσι άσκοπα
αν κ' είχαμε πολλές ιδέες στο νου μας.

Εκείνα που σκεφθήκαμε δεν κάναμε
και πάντα τ' αναβάλαμε για τ' αύριο
για κάποιαν κάθε μέρα γράμμα εγράφαμε
που όμως αυτή δεν το ’ λαβεν ακόμα.

Σε ναυτικές ταβέρνες εκαθήσαμε
σε γέρους πλάι που λέγαν ιστορίες
και που συχνά, σιγά μας εσυμβούλευαν
με λόγια που πια τα ’ χαμε ξεχάσει.

Σε πανηγύρια πήγαμε χωριάτικα
ψηλά σε ρημοκλήσια γκρεμισμένα
κι επιάσαμε μαντήλι και χορέψαμε
με παληκάρια, και παιδούλες νιες.

Πολλές φορές τ' αγέρι μας εκοίμισε
μέσα σε βάρκα ... κάτω απ' ένα δέντρο
κι εκάναμ' έναν ύπνο τόσον ήσυχο
έτσι μακρύ ... σα να ’χαμε πεθάνει ...

Και τ' αύριο ποτέ δεν εσκεφθήκαμε
ούτε και την ημέρα της φυγής μας.
... Τώρα το πλοίο μας παίρνει. Πέρα το άγνωστο
ή τρικυμίες!, οι μπόρες! ...

13.09.1928
ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΑΣ

Πηγή: http://users.uoa.gr

Το νέο καλοκαίρι-ΜΗΤΣΟΣ ΛΥΓΙΖΟΣ

Τριάντα αγοροκόριτσα κάτω απ' τα βλέφαρά μας,
τριάντα αγοροκόριτσα σ' έναν αγρό με στάχια,
πέταξαν τα φουστάνια τους κι όλος ο κάμπος καίγεται,
πέταξαν τα φουστάνια τους κι ο αγέρας χλιμιντράει !

Τριάντα αγοροκόριτσα βάζουν φωτιά στον ύπνο μας
δίνουν βουτιές στον ύπνο μας και πέφτουνε τα στάχια
τριάντα αγοροκόριτσα ρίχνουν τον ήλιο ανάσκελα,
σκορπούν τις πέρα συννεφιές με χίλια μπόγια νιάτα !

Σ' εξήντα οργιές, σ' ογδόντα οργιές φωτιά σκορπιέται η γύμνια τους,
σε χίλιες τόσες δρασκελιές σκάει το μεσημέρι,
και μες απ' τα ρουθούνια του ταυριά γιομίζει ο κάμπος !

Πηγή: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση", Ναυτίλος

Καλοκαιρινή σκηνογραφία-ΦΑΙΔΡΟΣ ΜΠΑΡΛΑΣ

Κίβδηλες νύχτες πανσελήνου θερινής,
σε γαλακτώδες φως,απίθανο,λουσμένες,
που την υπόσταση διαψεύδει των πραγμάτων.

Τα σπίτια καμωμένα από χαρτόνι
κι οι άνθρωποι να δείχνουν πως κοιμούνται
σε στάσεις όρθιες,ανάποδες,λοξές.

Ναι,κάτι τέτοιες
ευδαιμονικές βραδιές
ανώδυνες,
περιπλανώμενες βραδιές,
μέσα στα θέρη,
διστακτικές να καταλύσουν
την ονειροκρατία προς δυσμάς
μετά το πέσιμο του ήλιου,
-ενώ μια θεία μεσοβασιλεία
χωρίζει πια το φως που μας δυναστεύει
απ'την ερχόμενη του σκότους μοναρχία-
ναι,κάτι τέτοιες βραδιές,
στα ελαιώδη νερά του προλιμένος,
μετακινείται κύκνεια
ένα μεγάλο πλοίο,
μετακινείται παίρνοντας
κατεύθυνση προς τ'ανοιχτά,
μ'εκείνο το περιφρονητικό του μεγαλείο
των μακρινών αναχωρήσεων...

Κι ίσως δεν είναι πλοίο,
ίσως είναι το παν που φεύγει,
όλα που φεύγουν-.Όλα.

Πηγή: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση",Ναυτίλος

Πάει το καλοκαίρι -ΑΡΙΣΤΟΜΕΝΗΣ ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΣ

Πάει το καλοκαίρι κι η καλοκαιριά·
νέφη σηκωθήκαν και τον ίσκιο τους
στα πελάγη ρίχνουν, ρίχνουν στη στεριά.

Φθινοπώρου πνεύμα θλιβερό περνά,
μυστικό στα δένδρα πνέει ψιθύρισμα
και τα φύλλ' ανάρια πέφτουν τα στερνά.

Στεναγμός, νομίζεις, χύνεται σιγά
μέσ' από την πλάση και τα πλάσματα
για το καλοκαίρι, πόφυγε γοργά.

Μύρεται το κύμα στην ακρογιαλιά
και προς άλλο κλίμα, γης θερμότερης,
βιαστικά μισεύουν τώρα τα πουλιά.

Μοναχό στα βράχια, στο γιαλό κοντά,
κελαηδεί το λάλο πετροκότσυφο
κι εύθυμο από πέτρα σε γκρεμνό πετά.

Έρημο το κύμα κι έρμη η λαγκαδιά
και ψηλά συρμένες τώρα κείτονται
οι γοργές βαρκούλες μες στην αμμουδιά.

Πάει το καλοκαίρι κι η καλοκαιριά·
μαύρα νέφη τώρα σηκωθήκανε
και ψυχρό τα διώχνει φύσημα βοριά.

Πηγὴ: Αναγνωστικό Στ΄τάξης,1939

Καλοκαίρι-ΚΩΣΤΑΣ ΦΡΙΛΙΓΓΟΣ

Κιτρίνισαν και γείρανε τα στάχια πέρα ως πέρα,
και στο λιοπύρι άναψεν ο κάμπος ο πλατύς.
Κουδούνι δεν ακούγεται για πιστικού φλογέρα,
για το βαθύ ροχάλισμα που κάνει ο θεριστής.
Και λιώνουν τα βωδάμαξα στου κάμπου το λιοπύρι
και μες στ'αυλάκι ξεδιψά ο σκύλος του ζευγά
κ'η βοσκοπούλα στο παχύ πλατάνι πάει να γείρει
και στο γλυκό της όνειρο τ'αρνιά της σαλαγά.

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Καλοκαιριάτικο-ΚΩΣΤΗΣ ΒΕΛΜΥΡΑΣ

Πόθοι καταυγασμού ασημώσαν τ'άστρα
δειλά κι αχνά,αναφέγγοντας του ηλιού
το φως,φτωχά,στα γκρίζα του δειλιού...
Και μπρος στο παραθύρι σου μια γλάστρα,
με δυο γαρουφαλάκια,-η ξελογιάστρα!-
κρατάει λίγη απ'τη χάρη τ'Απριλιού.
Μες το κρασί μου βρίσκεται πνιγμένο
ένα ανθοπεταλάκι μαραμένο
από τη μαργαρίτα που μαδούσες...
Στην ούγια τ'ουρανού το φως σβησμένο
με κάποιες απαλές ανταύγειες μούσες
με θλίβει σαν τα λόγια που μιλούσες...
Κι όπως σαν σπάει στενάζοντας μια κόρντα
κι ηχάει βαθειά μες τ'άδεια του βιολιού
η τρίλια,έτσι,του σκλάβου γαρδελιού
την άδεια μου ψυχή γεμίζει ακόρντα.

Πηγή: Λίγα τραγούδια

Καλοκαίρι-ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Θάλασσα πεύκου,τίποτ'άλλο,τίποτ'άλλο.
Θάλασσα καταπράσινη,ριγούσα
με τ'αλαφρό τ'αγέρι που περνάει
πάνωθέ της και γέρνει τις κορφές της
σε ρυθμικό χαιρετισμό της γης τους.
Η Πάρνηθα μενεξελιά ξαπλώνει
αντίκρυ στον πευκώνα που θροΐζει
κι ο ήλιος ανεβαίνει όλο του ύψους
πιο καλά για να ιδεί και να θαυμάσει
τούτη την πλάση που είναι γέννημά του.
Πάντα σκιερή η κοιλάδα,λες κοιμάται
τον ύπνο των αιώνων.
Γλυκά βουίζουν τα πλατάνια κι ολοένα
πίνουν το δρόσο του νερού π'αργοκυλάει
στα πόδια τους τα αιώνια ριζωμένα.
Τρελό παιγνίδι στήσαν τα πουλάκια
μες στα πλατιά τα φύλλα των πλατάνων.
Κι απάνω στ'ανοιχτά όλο περνάνε
κοπάδια πεινασμένα τα κοράκια,
τραβώντας μακριά,πίσω από τούτη
την αιώνια ώρα της αγάπης,
που την υμνούνε ατέρμονα όλη μέρα
πλήθος τζιτζίκια,διαλαλητές του θέρους...

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Καλοκαίρι-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΑΛΑΝΗΣ

Καλοκαίρι.
Όπου ο λευκοντυμένος στρόβιλος των γλάρων
κεντούσε με ρουμπίνια και σαπφείρους
τη γαλανή ποδιά του Αιγαίου.

Κορμιά που στέγνωναν στον ήλιο
παιχνίδια κι έρωτες στα ρηχά.
Όμως το άλας και το φως,
η φαντασμαγορία του τοπίου,ήσουν εσύ.

Σε κοίταζα βαθιά στα μάτια και σιωπούσα.
Τα μυστικά της βέβαια η θάλασσα
τα κρύβει στα βαθιά νερά.

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Μικρή σουίτα του καλοκαιριού-ΠΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥΝΗΣ

Ήταν τότε στο νησί με τα κόκκινα γαρίφαλα,
ήταν κορμιά από αλάβαστρο και μυρωδιές από θαλασσινά άνθη.

Θηλυκά όνειρα από ιμέρους και φως,
στήθη πιο πλούσια σε χυμούς από κήπους πορτοκαλεώνων.

Ήταν φωτιές που καίγανε σε σπλάχνα μελαχρινών αγοριών
και φιλιά που μοσχοβολούσαν ιώδιο.

Η ζωή έκαιγε κάτω απ'το άρμα του ήλιου
κι η άμμος τραγουδούσε ζεστά τραγούδια.

Ήταν τα μάτια σου τότε πιο θαλασσιά κι από τη θάλασσα,
ήταν το στόμα σου πιο γλυκό κι απ'το χυμό των κερασιών.

Ήταν τότε...,τώρα έμειναν στα χέρια μας που τα διαβαίνει
ο χρόνος
μελαχρινές γραμμές απ'τ'όνειρο του καλοκαιριού εκείνου
κοχυλιού.

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Στάχτη του καλοκαιριού-ΝΙΚΟΣ-ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ

Αυτό το μεσημέρι σε θυμήθηκα
ανάμεσα στις φυλλωσιές, τα στάχυα και τον ουρανό
γιατί ήσουν άγγιγμα της θάλασσας που θά 'ρθει
απ’ τα παράθυρα να σχίσει τη σιωπή, να αιχμαλωτίσει
το φως, μα συλλογίστηκα
όλα είναι στάχτη
Αυτό το απόγευμα, καθώς
κατέβαινα στις ξύλινες εξέδρες και στους κήπους
που πλάγιαζαν σμίγοντας με τον ήλιο, σε κατάλαβα
σελίδες άγραφες, κλειστά τετράδια να μου απλώνεις
κι όλο να στήνεις σκαλωσιές, δε μίλησα
όλα είναι στάχτη

Αυτό το βράδυ που ο αέρας γέμισε
ψιθυρισμούς της θάλασσας στον τσιμεντένιο εξώστη
στην έξαρση της ομορφιάς με αποδεκάτισες
με μια βραχνή κορνέτα, δε σταμάτησα
θα γίνεις στάχτη

Πηγή: Ο θάνατος του Μύρωνα-Ο δύσκολος θάνατος ,Νεφέλη, 2007

Άλλο ένα καλοκαίρι-ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Για σκέψου να μην πρόφταινα
κι αυτό το καλοκαίρι
να δω το φως ξανά εκτυφλωτικό
να νιώσω την αφή του ήλιου στο κορμί μου
να οσμιστώ δροσερές και χαλασμένες μυρωδιές
να γευτώ γλυκόξινες και πιπεράτες γεύσεις
ν’ ακούω τα τζιτζίκια ως τα κατάβαθα της νύχτας
να καταλαβαίνω τους δικούς μου που αγαπώ
να μην αδημονώ μ’ αυτούς που με στηρίζουν
να σκέφτομαι κι εκείνους που θέλησα να ξεχάσω
να βρίσκω φίλους που έρχονται από μακριά
ν’ αφήνω κι άλλες ζωές να μπαίνουν στη δική μου
να κολυμπάω σε θάλασσες ζεστές
ν’ αντικρίζω φρέσκα σώματα γυμνά
ν’ αναπολήσω έρωτες, να ονειρευτώ καινούργιους
ν’ αντιληφθώ τα πράγματα που αλλάζουν.
Έτσι καθώς το πρόφτασα αυτό το καλοκαίρι
λέω να ελπίζω για προσεχή Χριστούγεννα
για κάποια επόμενη Πρωτοχρονιά
άσε να δούμε και για παραπέρα.

Πηγή: Η νέα χάραξη,Κέδρος,2007

καλοκαίρι στο σπίτι-ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ

Το καλοκαίρι υπάρχει

Το καλοκαίρι κάνει ζέστη
Στο σπίτι έχουμε ανεμιστήρες
Και βγάζουν κρύο αέρα

Το σπίτι υπάρχει

Το καλοκαίρι κάνει ανεμιστήρες
Στο σπίτι έχουμε ζέστη
Βγάζει ζεστό καλοκαίρι

Οι ανεμιστήρες υπάρχουν

Πατάς, βγάζουν αέρα
Στο σπίτι ο κρύος χειμώνας
Ένας πολύ κρύος χειμώνας

Το καλοκαίρι υπάρχει

Πηγή: Καλοκαίρι στο σπίτι + Έξι αποδείξεις ικανοτήτων, ποιήματα (2003-2004)

Απολογισμός καλοκαιριού-ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ

Το καλοκαίρι είναι παράθυρο που φέρνει
φώτα πιο δυνατά απ’ τον ήλιο και καπνούς
από φωτιές που καίγονται στ’ αλώνια.

Το καλοκαίρι σκόρπισε στη νύχτα
για ν’ ανέβει τις σκάλες του κορμιού σου
και σαν χαρτόσημο επάνω να κολλήσει
σαν μέδουσα σε φθινοπωρινό κολυμβητή.

Για να δοθείς αχόρταγα, να πυρπολήσεις
τη θάλασσα, τα δάση, τις αφές.

Πηγή: Ένα καλοκαίρι ,1970

Ο επερχόμενος χειμώνας-ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ

Χτες μόλις ήταν εύκολο να βρεις κορμί,
το καλοκαίρι μεγαλόκαρδο προνοεί,
εξασφαλίζει ψευδαισθήσεις στη μεγαλοθυμία του,
παίζει γελώντας με την έξαψη,
κάνει τα σώματα υποχωρητικά, πιο επιεική,
μειώνει τις αντιστάσεις,
φέρνει ψιμύθια για τα γερατειά, κουτί με χρώματα,
μας βάφει ωραία με γαλάζιο και μοβ.
Αλλά ο χειμώνας με στολή αστυνομικού αρνιέται
να παίξει το παιχνίδι μας
...
Πηγή: Τα ποιήματα του δολοφόνου μου ,Νεφέλη, 1986

Καλοκαιρινή ιστορία-ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΪΤΑΣ

Ένα αμφίβολο καλοκαίρι
κρυβόταν πίσω από τη φωτιά και τα σύννεφα.
Κατηφορίζαμε το λόφο.
Αριστερά και δεξιά
οι νεκροί είχαν ξαπλώσει πάνω στη γη τους
στην κόκκινη χλόη
τα μάτια τους κοίταζαν τους καπνούς
που ανέβαιναν στον ουρανό.
Προχωρούσαμε σκυφτοί σιωπηλοί
άντρες που έκαναν αγάπη τον πόλεμο
αγόρια που ξέχασαν ανοιχτά τα βιβλία τους
μικροί γιοι του πολέμου.

Ο αφρικανικός άνεμος
σκόρπιζε το καλοκαίρι πάνω στα μαλλιά της άμμου
αντίκρυ
τα σκοτεινά μάτια της Ασίας μας παρακολουθούσαν
και μεις κατηφορίζαμε
ένα μικρό απόσπασμα ελπίδας.

Πηγή: Άποικοι της νύχτας, 1966

Ψεγάδια του καλοκαιριού-ΧΑΡΗΣ ΜΕΓΑΛΥΝΟΣ

Γιατί άραγε περπατώντας σε μια παραλία τα μάτια μας αvτί να είναι στραμμένα στον ανοιχτόν ορίζοντα, στις γεμάτες γοητεία γραμμές μιας καρένας, ενός πανιού, ενός φάρου φόβητρου των νησιών, γιατί άραγε να πρέπει να γεμίζουμε μιαν άδεια επιφάνεια με λέξεις αντί τα μάτια μας να ψάχνονται μ' ένα σώμα. Αφού στον αρμυρόν αέρα νοιώθουμε καλύτερα μες στο δικό μας κορμί, γιατί λοιπόν τα μάτια μας να κοσκινίζουν την άμμο, γυρεύοντας αυτό που κανονικά υπάρχει, απτό κι αγύρευτο, πάνω σ' ένα ναύτη, απλωμένο σε μια βεράντα, ξεχασμένο σ' ένα τραπεζομάντηλο.

Αυτοί που έχουν περισσότερο καιρό από μας, αυτοί που μπορούν άνετα να γεράσουν μέσα σε χέρια άλλων, κάθονται εδώ, γύρω μας, στους ξύλινους πάγκους του καραβιού που ταξιδεύει, φλυαρούν μέσα στον χρόνο που είναι πάντα περισσότερος γι' αυτούς και θέλουν μ' αναίδεια να μας γνωρίσουν, Εμάς, που χλωμοί, με μουσκεμένα από τα δάκρυα μάγουλα, περπατάμε στην αντίπερα όχθη.

Γιατί κοντά στη θάλασσα, όπως κοντά σ' έναν άνθρωπο, δεν προχωράμε ποτέ κατά πρόσωπο, αλλά πάντα παράλληλα, σ' ένα δρόμο που ανεβοκατεβαίνει σε μια προσπάθεια εξερεύνησης από τα πλάγια, ατέρμονης επαφής με το φαρδύ μέρος κάποιου που ποτέ δεν στρέφει το πρόσωπό του, αλλά παραμένει αμέτοχος μέσα σ' αυτό το παιχνίδι της αλληλοεξέτασης όπως μέσα στο σκοτάδι του κινηματογράφου.

Γιατί δεν έχει σημασία αν βρεθήκαμε στις πιο βρωμερές παραλίες, πάνω στα πιο αλαζονικά καράβια, δίπλα σ' αυτούς που δεν θα προχωρήσουμε ποτέ στη ζωή, δεν έχει σημασία που εμείς ζητάμε να υλοποιήσουμε ένα κόσμο που τίποτα δεν κρύβει, ούτε πεθαμένο ούτε ζωντανό, που στο φόβητρο του καλοκαιρινού ουρανού δεν μοιάζει στο εχθρικό κόσμο χωρίς ένα ψεγάδι.

Πηγή: Tο μήλον της έριδος ,Οδός Πανός, 1983

Ξυπνάς το αιώνιο καλοκαίρι -ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ

Ξυπνάς το αιώνιο καλοκαίρι
Ανατέλλοντας έναν άλλο ήλιο
Κάνοντας πιο όμορφα πιο θαυμαστά τα μάτια
Καθώς ελπίζουν να σε ιδούν κρεμώντας μια λευκή αντηλιά

Κι είναι η σκιά σου αυτό το φως το ειρηνικό που πέφτει
Στους κάμπους στεφανωμένους με πορφυρήν αιωνιότητα

Κι είναι η σκιά σου αυτό το φως που με τυλίγει
Και με σηκώνει με κρεμνάει ψηλά
Στην άνοιξη του κόρφου του

Πηγή: Άνθρωποι και πουλιά, 1947

Στη βεράντα το καλοκαίρι-ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ

Είμʼ ένα άστρο, μια τρίχα στο κεφάλι του θεού, θα πέσω, στο λαιμό φοράω ένα ποίημα, προτού προλάβει να θερμάνει τις καρδιές μας θα σβήσει, αισθάνομαι τα κόκαλά μου να τρίζουν κιόλας από ανεξήγητες επιθυμίες, μα σωπάστε και θυμηθείτε τα μάτια του, να ζήσω μες στις τούφες των μαλλιών, στα δάχτυλά του ανάμεσα, εκεί που ενώνονταν με τα δικά σας, μέσα στο σκοτάδι, τα μάτια του, τα μάτια του να λάμπουν σαν φανοί αυτοκινήτων που 'ρχονται καταπάνω σου, και τίποτα να μην ακούγεται, ο θόρυβος κι οι διαφημίσεις του κορμιού να μην υπάρχουν – cette rumeur la vient de la ville – τίποτα παρʼ αυτός κι εγώ, σε μια βεράντα, το καλοκαίρι.

Πηγή: Σύγχρονη Ερωτική Ποίηση ,Καστανιώτη, 2000

Ένα άλλο καλοκαίρι-ΕΛΕΝΗ ΜΕΡΚΕΝΙΔΟΥ

Δεν ήμασταν εμείς που λιώσαμε
στο φως δεν ήμασταν εμείς τα μεσημέρια
μαζί δεν περπατήσαμε στα κάστρα
ούτε μας είδαν τα σοκάκια λάμποντας
που μιλήσαμε με μάτια χέρια χείλη
ποτέ δεν είδαμε το ηλιοβασίλεμα
ποτέ δεν σβήσαμε τη νύχτα
πνιγμένη στα όνειρα
με όσα δεν ζήσαμε αγριεμένη
– ή μήπως ζήσαμε.

Δεν ήμασταν εμείς που λιώσαμε
ο ένας μες στον άλλο το καλοκαίρι αυτό
κάνοντας παρουσία την απουσία
πέρασε άδειος ο καιρός χωρίς εμάς.
Μόνο μαζεύαμε στιγμή στιγμή τις ώρες
να φτιάξουμε ένα άλλο καλοκαίρι
πέρα μακριά σ’ έναν άλλο γαλαξία
πέρα απ’ τα χρόνια εσύ κι εγώ
εσύ ακόμα δεκαοκτώ χρονώ
κι εγώ αγιάτρευτα δεκάξι.

Πηγή: Νύχτες μέσα στη νύχτα, 2009

Καλοκαίρι-ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Βρήκες την εποχή να με ταράξεις στα δαγκώματα
και να μου κάνεις μελανιές σ’ όλο μου το κορμί.

Φοβάμαι μήπως φαίνονται απ’ τον ανοιχτό γιακά,
μήπως το καταλάβει η μητέρα,
μήπως το μυριστούν οι φίλοι,
και πώς να εμφανιστώ γυμνός στα μπάνια.

Δεν ξέρω πού ήσουνα ολόκληρο χειμώνα.

Πηγή: Ανυπεράσπιστος καημός-Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ποιήματα, Διαγωνίου, 1998

Και η έπαρση του κόκορα σημαίνει καλοκαίρι...-ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ

Και η έπαρση του κόκορα σημαίνει καλοκαίρι
αυγινές ώρες λατρεμένες παρότι ντουφεκίζουν και καρατομούν
με γαρίφαλο και καρναφίλι έχε γεια ρομαντικέ μου Μάη!

Να πάμε πιο κάτω θέρος είναι το φως χρυσό
κεράσι ρούπκο δόξα της ρεματιάς και μπλάβο αηδόνι
θάμνοι που χαμογελούν αδιάφοροι στο μελισσολόι της ροδακινιάς
χνούδι τρυφερό μικρό πουλάκι κρέμεται στη φωλιά τρομαγμένο, θα πέσει;
καμπάνες της αγριαπιδιάς στη μάνα επείγον μήνυμα
γιατί κάτω δόντι οχιάς φαρμακωμένο

σιωπηλά στάχυα ώριμος καρπός και τσαντίρια θημωνιάς γεμάτα στάρι
βερίκοκα δαμάσκηνα πεπόνι
ευλογημένη ποδιά καλοκαιριού

Πηγή: Τα φαντάσματα της ελευθερίας, 1979

Καλοκαιρινός πυρετός-ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ

Σε φαντάζομαι να έχεις πυρετό
να λιώνεις
Τα χείλη σου να κολλάς
στον άδειο καθρέφτη
Τα σεντόνια
άσπρα σεντόνια
να μην χωράνε τα πόδια σου
Τα μαλλιά σου να θέλουν κούρεμα
και να μην μπορείς να σηκωθείς
να πας στον κουρέα.

Πηγή: Κατάστημα νεωτερισμών ,Οδός Πανός, 1997

Το εύχυμο των Ελλήνων καλοκαίρι-ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΙΤΟΣ

Το αχλάδι στου ήλιου το ψήλωμα,
φιλήδονη χαρά και γεύση,
φωτεινό αίμα στο σώμα
και στων κυττάρων τη θωριά.

Τα ρόδα του ροδάκινου φαντάζουν
στο εύχυμο των Ελλήνων καλοκαίρι
κι ο τζίτζικας περήφανος λαλεί
το αιώνιο τραγούδι της λιακάδας.

Κι έχοντας στους ώμους αιώνες ιστορία,
τη θάλασσα, το φως και τη σοφία,
χαίρεσαι στην αλλήλων κοινωνία
τον τρόπο της παρούσης βιοτής.

Πηγή: Φωτορροές ,1993

Αυτό το καλοκαίρι-ΘΕΟΔΩΡΑ ΝΤΑΚΟΥ

τα χέρια σου
ξεχασμένα στην άμμο
η θάλασσα στα μαλλιά σου
κι αυτά τα μάτια
να κοιτάνε
πέρα από μένα

ανυπόφορο αυτό το καλοκαίρι...

Πηγή: Ο θάνατος του χρόνου, 2004

Αναμνήσεις από το καλοκαίρι-ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΑΡΔΑΡΗΣ

Λίγα ξεφτισμένα στάχυα σε αδύνατες λωρίδες
και το λάβαρο του πελάγου φτιαγμένο με αφροκύματα.
Αποτυπώματα ηδονικών σωμάτων παραδομένων
στη ρέμβη κάποιου μενεξεδένιου δειλινού.
Σε λίγο όλα θα χαμηλώσουν τη φλόγα,σαν απόκοσμη μουσική,
που κάποτε είχαμε αγαπήσει στις μοναχικές μας ώρες,
ανάμεσα στο διάβασμα κάποιου αισθηματικού βιβλίου,
στα κλειστά παράθυρα της Κυριακής και στο μούχρωμα...
Μπορεί να χωρέσει η ζεστή ανάμνηση του καλοκαιριού,
με τα παιχνίδια των γλάρων πάνω απ'τα ερημονήσια,
με τα κοριτσίστικα γέλια μέσα στις θαλασσοσπηλιές,
στην ξερή παλάμη ενός μελαγχολικού φθινόπωρου;

Πηγή: Ποιητική ανθολογία νέας γενιάς άγκυρας,1971

Ξέρω τι κάνατε πέρσι το καλοκαίρι-ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Μην το αρνείστε.
Δεν ωφελεί να υπεκφεύγετε.
Νομίσατε ότι η ξαφνική εξαφάνιση
των στρουθοκαμήλων
θα περνούσε απαρατήρητη;
Τα παρατημένα φτυάρια στην παραλία;
Τα αφύσικα εξογκώματα στην άμμο;
Ναι, σύμφωνοι.
Δεν υπήρξε ποτέ αυτόπτης μάρτυς
να βεβαιώσει ότι εσείς ακονίσατε
τα μαχαίρια στην κουζίνα.
Το μητρώο σας πλύθηκε πολλές φορές
και κάποιος το είδε να στεγνώνει στο μπαλκόνι.
Επιπλέον όταν ερωτηθήκατε πώς νιώθετε,
απαντήσατε είμαι καλά ευχαριστώ,
εμένα όμως δεν με κοροϊδέψατε.
Βλέπετε, εγώ ήμουν το πτώμα.
Υποθετικά πάντα φυσικά.
Λογοτεχνία είπαμε ότι κάνουμε,
ποτέ δεν ερωτευόμαστε στ’ αλήθεια.
Που φυσικά σημαίνει
πως, όχι, δεν υπήρξε κουφάρι από σάρκα.
Αν υπήρξε έγκλημα
δεν είμαι εγώ αυτός που θ’ αποφανθεί.
Υπήρξε όμως συγκάλυψη.
Σαν να μην έγινε.
Σαν να μην.
Και τελικά τι έγινε πραγματικά;
Φτερά ήταν πεταλούδας.
Κάτι καθαρό.
Τρυφερό όπως μάτι ελαφιού.
Κάτι σπάραξε.
Κάτι έτρεξε.
Κάτι τρέχει ακόμα.
Ίσως νερό.
Και τελικά τι συνέβη πέρσι το καλοκαίρι;
Τι παραπάνω από ό,τι φέτος ή του χρόνου;
Αγαπητέ μου, πάρτε το απόφαση.
Όσον κι αν προσπαθήσετε,
ποτέ δεν θα διαπράξετε τον φόνο της ανίας σας.

Πηγή: Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ, 2018

Μνήμες απ'ένα ξεχασμένο καλοκαίρι-ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

                                                                                          φανταστικό
Κι όμως ας έλειπαν
Οι ώρες που'ρχεσαι σα γαλάζια θάλασσα
Ήρεμη,μετέωρη
Στις αιχμές των δοράτων που'ζωσαν
Τις μικρές μας αναμνήσεις
Να'παυα να'μαι ο ποιητής των θλίψεών μου
Να μη βλέπω
Στη συννεφιά το θολό όραμα
Της επιτακτικής σου απουσίας
Έρωτα που σε στεφανώνει η μοναξιά
Απέραντη θλίβουσα
Συ'σαι έρωτα
Πιο βαρύς κι από θανάτου ώρα.

Πηγή: Ποιητική ανθολογία νέας γενιάς άγκυρας,1971

Στο γέρμα του καλοκαιριού-ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΑΡΑΟΓΛΑΝΗ

Πάνω που πήγαινε ν’ αναπαυθεί
στην κούρμπα του το καλοκαίρι
μετά από τόση δόξα,
σ’ ήλιους αψιών ερώτων φρεσκολουσμένη
και λύσσα στην αρμύρα δάκρυα
νωπά
απ’ το άγριο σφυροκόπημα του πένθους στο μεδούλι,
στα χέρια αποτυπώματα ακόμη
από γυναίκας στήθος
προσφορά στου ζευγαριού το μνήμα,
–τέως ροδόχροοι μικροί ερωδιοί
μες στο μπλαβί τους μοβ, έφηβοι πια
να βγάζουν τις γλωσσίτσες τους
βαριές από της έντασης την κένωση–
φύσηξε εκειός ο άνεμος, βοριάς
και γλύκανε μες στη στιγμή
το νιώσιμο εκείνο της παραίτησης και του ματαίου.
Βοριάς αρσενικός,
που ήξερε καλά τι είχε μες στα σκέλια του
σ’ άνυδρων γυναικών τα μέρη χαριεντιζόταν
και μια από δω και μια από κει
λικνίζονταν οι άνθρωποι στη ρότα του
με το μάτι στραμμένο στη ροή του
–ελπίδα ανέλπιδη–
που πάσχιζε να πάρει σώμα
στης γέννας της το πανηγύρι,
και ήταν σαν να έλεγε:
«Μη με κοιτάτε βυζανιάρικος που θα βγω
θηλάστε με και δε θα χάσετε∙
στης σεπτεμβριανής μου αύρας τη δροσιά
αφεθείτε, άλλωστε
είναι η μόνη της στιγμής σας προσφορά.
Από τον θρήνο και το μάταιό του
καλύτερο το βάτεμα γριάς μα νιόγεννης
ελπίδας»

Πηγή: In full bloom, 2015

Ανεξάντλητα καλοκαίρια-ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ

Ανεξάντλητα καλοκαίρια
πολιτείες δίχως προορισμό
φως από γρανίτη.

Α, αυτές οι μνήμες!
Συμμερίζονται τον χρόνο
μας εκδικούνται
αυτά τα σώματα
συμμερίζονται τον θάνατο
έρχονται και φεύγουν
λικνίζονται με τη δίψα του πολέμου
και της αγάπης που δεν εξαντλείται.

Κράτησα το αίμα μου
σιωπή από θάλασσα
για να μ’ ακούσεις
και να ’ρθεις
πριν ξημερώσει η σκληρότητα
κράτησα την καρδιά μου
ρίζα του δάσους που στενάζει
στο στήθος μου.

Μην κοιμηθείς
πριν έρθω να σ’ ανταμώσω
γενιά μου.

Μέσα από μακρινούς καθρέφτες
μας κοιτάζουν και μας κρίνουν
τα τοπία
μέσα από μακρινά παράθυρα
μας περιμένουν σκεφτικά τα πρόσωπά μας.

Πηγή: Αναπάντεχο καλοκαίρι ,1978

Ένα ατέλειωτο καλοκαίρι-ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ

Σκέπασε η νύχτα μορφές
κι όνειρα χτυπημένα με βέλη,
που ξέρουν ν’ ανάβουν φωτιές∙
τι απ’ τα δύο να υποτάξω
ύστερα τα σημάδια της νίκης στην τέφρα,
η σιωπή στα καπνισμένα τους πρόσωπα∙
ζητούν τη ζωή κι ας είναι τέλος εποχής∙
παραπλανούν ένα τελευταίο καλοκαίρι,
θέλοντας να το κρατήσουν ατέλειωτο,
το εξαϋλώνουν με συνειδητή παραίσθηση∙
κρατούν κρυστάλλινο τον ερωτισμό
κι ύστερα μελαγχολικά αναγνωρίζουν,
πως δεν μπορούν να περιορίσουν τον χρόνο,
σ’ ένα κρύσταλλο.

Πηγή: Νυχτερινό πρελούδιο ,1987

Τα καλοκαίρια σας-ΝΙΚΗ ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ

Και σαν να μη έφταναν όλα
έχω κι εσάς με τα καλοκαίρια σας
κάθε χρόνο η ίδια ιστορία

Χαρούμενα λιγδιάρικα ανθρωπάκια
να με πολιορκείτε
και να ζητωκραυγάζετε
γι'αυτό που εγώ μισώ

και είναι κι αυτός ο ήλιος
που ποτέ δεν λέει να δύσει

η εφίδρωση βάρβαρος βασανιστής
που δεν τελειώνει την ανάκριση
αν δεν αποσπάσει ομολογία

και περιμένω έναν Νοέμβρη
να έρθει να με σώσει
να δώσει μια εγγύηση

ελεύθερη να με αφήσουν
να φύγω μ'ένα παλτό
κι ένα ζευγάρι γάντια

γάντια αυτά του ιατροδικαστή
της μιας χρήσεως μετά να τα πετάξω

και άλλο καλοκαίρι
να μην δούμε
ξανά ποτέ

Πηγή: Χα!,Εκδόσεις Τύρφη,2019

Καλοκαιριές-ΟΡΧΑΝ ΒΕΛΙ ΚΑΝΙΚ

Ετούτες οι καλοκαιριές εμένα με ρημάξανε.
Τέτοιον καιρό παράτησα τη θέση μου στο Εφκάφι,
τέτοιον καιρό συνήθισα τσιγάρο να καπνίζω,
τέτοιο καιρό ερωτεύτηκα και τέτοιο αποξεχάστηκα
δίχως αλάτι και ψωμί στο σπίτι να γυρίζω
και πάντα τέτοιο έναν καιρό σε υποτροπές η νόσο μου
να με τραβάει το γράψιμο και ποιήματα ν'αρχίζω.
Ετούτες οι καλοκαιριές εμένα με ρημάξαν.

Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας
Πηγή: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση", Ναυτίλος

Καλοκαίρι-ΠΙΕΤΡΟ ΜΕΤΑΣΤΑΖΙΟ

Τώρα η άνοιξη μας έκρυψε
Τ' ανθηρά, τα ωραία της δώρα,
Και προβαίνει ασταχοφόρα
Του καλοκαιριού η αυγή.

Και αποκάτου από τον ήλιο
Τόσο του άμμου η λαύρα αυξύνει,
Που εις τη βάρβαρη Κυρήνη
Μόλις είναι η λαύρα αυτή.

Τώρα πλέον το γλυκοχάραμα
Η δροσιά δε συντροφεύει,
Χόρτο ούτ' άνθι θεραπεύει
Μήτε μία σταλαματιά.

Πλέον δε σέρνει ο ρύαξ το ρεύμα
Εις την γην οπού διψάει
Και σκασμένη αναζητάει
Τα καρπόφορα νερά.

Τη φαγό κοιτάζει ο ήλιος
Μπουχωμένη, χλωμιασμένη,
Που είδε ο Μάης ξανανιωμένη
Εις τα φύλλα, εις τη μορφή΄

Και εις την γην την μητρικήν της
Σκιάν ολίγη δεν αφήνει,
Μήτε σκιά του ρύακος δίνει
Που της έδωσε θροφή.

Ιδρωμένος στήθια, πρόσωπο,
Πάνω εκεί στα θερισμένα,
Με τα μέλη ξαπλωμένα,
Να, κοιμάται ο θεριστής•

Πάει, και τς ίδρωτες που τρέχουν,
Αποπάνου του γυρμένη,
Η βοσκούλα ερωτεμένη
Του σφουγγίζει παρευθύς.

Κείτεται στην γη την άκαρπη
Το σκυλί κι αδυναμίζει
Και ποτέ του δε γαβγίζει
Στον αυθέντη του κοντά•

Αλλά το ξερό λαρύγγι
Πολεμάει να ξανασάνει,
Παίρνει αέρηδες και βγάνει
Λαχανιάσματα συχνά.

Κειος ο ταύρος, που ποιμένες,
Νύμφες, του 'χανε καμάρι,
Με τα κέρατα αντιβάρει
Εις τα δέντρα δυνατά, -

Τώρα αργός κοιτάει, μουγκρίζει,
Στου αυλακιού την πρασινάδα,
Και με μούγκρισμα η γελάδα
Αποκριέται ερωτικά.

Τα πετούμενα ησυχάζουν•
Μελωδίες δεν ασηκώνει
Το γλυκόφωνο τ' αηδόνι,
αλλ' ο τσίτσικας λαλεί.

Και τα εντύματα τα νέα
Δείχνουν τα παλαιά τα φίδια•
Διπλωμένα στα φραξίδια
Προς τον ήλιο έχουν στολή.

Της ημέρας της μακρίας
Εις την κάψα, ως και τα μαύρα
Και τα ψάρια από τη λαύρα
Έχουν κύματα ζεστά.

Και από τ' άντρα τους δε βγαίνουν
Μες στο πέλαο να τρέχουν,
Αλλ' οικιά στες πέτρες έχουν
και εις τα φύκια τα πικρά.

Μετάφραση: Διονύσιος Σολωμός
Πηγή: Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής Ποιήσεως, Εκλογή και επιμέλεια Κλέωνος Β.Παράσχου

 

Έρευνα-Επιμέλεια αφιερώματος : Αγγελική Καραπάνου