Το δίχτυ στην ποίηση (Ποιήματα)

Το δίχτυ στην ποίηση (Ποιήματα)

Δίχτυ. Σύνεργο των ψαράδων. Για να δούμε πώς το ζωγράφισαν οι ποιητές!

Το δίχτυ-ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΠΑΥΛΕΑΣ

-Η θάλασσα δεν έχει μια λέξη να μου ειπεί,
κοιμάται καθώς δέντρο τη νύχτα.
Μιαν απλησίαστη ακτή σιμώνω.

-Τώρα σαν το μικρό καραβάκι είμαι του γιαλού,
που το ναζάρικο κυματάκι το παίζει
κατά πως θέλει
αφήνοντάς το να φαντάζεται πως είναι ελεύθερο να παίζει
κι ας είναι κρατημένο με το δεσμό της στεριάς
ή το εμπόδιο της άγκυρας.

-Μήπως λοιπόν και τα μάτια σου με γελούν,
καθώς αστράφτουν πράσινα,
σα φύκια φρέσκα βγαλμένα στην αμμουδιά από το μελτέμι;
Ναι,όλα ας με γελούν,ας ήταν να μένω αφηρημένος,
κάτω από ένα σύννεφο στον ουρανό ξαπλωμένος
ανάσκελα στο νιόβγαλτο χορτάρι.

-Ας ήταν να θαυμάζω της θάλασσας το μεγαλόπρεπο θαύμα,
τον ήλιο που πέφτει πίσω από την πυρκαϊά του
σα ρόδι παρωριμασμένο.
Σε λίγο πάνω θ'ανάψουν τ'ουρανού τ'αναρίθμητα
τα κλήματα
με τους βότρυες των αστερισμών τους,
μ'άπειρες ρώγες πυρακτωμένα σταφύλια τ'άλλα αστέρια.
Σε λίγο τη σιωπή του φεγγαριού θα ζητήσει ο γρύλλος
να θρέψει το τραγούδι του,
θ'αποξεχαστεί σ'αυτή την ευτυχία του
κι όταν θα έχει σβήσει ο αυγερινός
και σκάσει το πρώτο γλυκό τριαντάφυλλο της ημέρας,
θα ξυπνήσουν οι λεύκες οι πολλές στο θαλασσινό τ'αγέρι
και οι ελιές θ'ανακατώσουν τα οπάλινα μαλλιά τους,
με τ'άλλα τα δέντρα αντάμα που πρόσεχαν,λαγοκοιμισμένα
το βαθύ μυστήριο του Κόσμου και της θάλασσας νύχτας.

Πηγή: "Έλξη και δίχτυ",1963

Το δίχτυ (απόσπασμα)-ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

ΕΤΣΙ, λοιπόν,
αυτός,
μόνος, μοναδικός, μονήρης,
άδειος,
πλήρης,
αποκλεισμένος, εξαναγκασμένος
αντίστροφα ελεύθερος —
Αυτός,
ρίχνοντας το μεγάλο δίχτυ
βαθιά, βαθιά,
στο πιο κατακόρυφο μέρος της νύχτας, ανεβάζοντας
ως τη στάθμη των μυστικών νερών,
ως τη στάθμη της σιδερένιας κλίνης,
τη γυμνή γυναίκα
το γυμνόν άντρα
σμιγμένους σ’ ένα σώμα,
στο δικό του το σώμα,
λάμποντας όλος,
λάμποντας όλοι,
λάμποντας όλα
με τα δικά του τα μάτια —

Δεν μπορεί να τα κλείσει,
δεν μπορεί να πεθάνει,
γιατί ή γυναίκα φορούσε
στο μικρό δάχτυλο του αριστερού ποδιού της
ένα λεπτό δαχτυλίδι με πράσινη πέτρα,
γιατί ό άντρας φορούσε
ολόγυρα στη μέση του
τρεις γύρους
το σκοινί απ’ το κατάρτι τού Οδυσσέα —
η μιά του άκρη κρεμόταν στο μηρό του.
Αυτό ήθελε να πει
Τίποτε’ άλλο.
Κ’ έλεγε : φτάνει.

Κι αυτό ακριβώς δικαιολογούσε τη μεγάλη λάμψη παρ’ όλα τα κακά συμβάντα
τα σημερνά
τα χτεσινά
τ’ αυριανά,
με τούς φρουρούς εντειχισμένους στις εφτά πύλες των Θηβών
με τα σπίτια μετέωρα στα βίντζια,
με τις Μυκήνες βουλιαγμένες στις πέτρες.

Τις χρυσές προσωπίδες τις κατέβαζαν, νύχτα,
από την πίσω σιδερένια σκάλα της υπηρεσίας
σε σχήμα σκουριασμένης σπείρας.
Τ’ αστέρια κοίταζαν άλλου.

Κι αυτός
συντροφευμένος, ασυντρόφιαστος πάντα, επικοινωνώντας
(διά μέσου της κοινής μοναξιάς μας — έλεγε)
μ’ αυτούς πού ανάστησε,
μ’ αυτούς πού είχαν πνιγεί
στον ουρανό ή στη θάλασσα ή στο χώμα —
γιατί, βέβαια, όλοι
είχαν πνιγεί
κι αυτός μαζί,
και, βέβαια, όλοι
κι αυτός μαζί
χρειάζονταν μιαν ανάσταση,
το ίδιο και τα κουμπιά του σακακιού τους,
το ίδιο και το σταχτοδοχείο κ’ ή λάμπα τους,
κι ό καπνός του τσιγάρου τους.

Κ' ίσως γι' αυτό
κανένας δεν πεθαίνει
μέσα στην ποίηση —
μήτε το μπρίκι πού ψήναμε καφέ
Ιούλιος μήνας στο πευκόφυτο της Καλαυρίας
ανάβοντας μικρές ευωδιαστές φωτιές μέ ξερό θρούμπι

Έτσι,
με το 'να χέρι του στα φρύδια να σκιάζει τα μάτια, αγναντεύοντας
τα βενζινόπλοια πού αρμένιζαν στον Ελλήσποντο,
με τ’ άλλο βυθισμένο στην τσέπη του,
σφίγγοντας τα κλειδιά του
ζεσταμένα απ’ το ίδιο του το σώμα.

Καλημέρα, – είπε.
Κι ο άλλος (παράξενο) αποκρίθηκε,
μακριά, απ’ το καράβι,
κι ο άλλος απ’ το άλλο καράβι,
πιο πέρα :

Καλημέρα.

Πηγή: Ποιήματα [Ζ' Τόμος], 1978

Το δίχτυ-ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ (Τραγούδι)

Κάθε φορά που ανοίγεις δρόμο στη ζωή
μην περιμένεις να σε βρει το μεσονύχτι
έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί
γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ
έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί
γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ
Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι
Αυτό το δίχτυ έχει ονόματα βαριά
που είναι γραμμένα σ’ επτασφράγιστο κιτάπι
άλλοι το λεν του κάτω κόσμου πονηριά
κι άλλοι το λεν της πρώτης άνοιξης αγάπη

1983

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος,Πρώτη εκτέλεση:Τάκης Μπίνης

Τα δίχτυα αθόρυβα-ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΔΑΤΟΥ

Ο φάρος μικρό κόκκινο
πυροτέχνημα
Νύχτα στην παραλία
με τη βαριά μυρωδιά
από τα φύκια
Στο καφέ στην άκρη των βράχων
οι νέοι αγγίζουν τους φόβους τους
καπνίζουν τις σκέψεις τους
πιάνονται από ένα χαμόγελο
για το αύριο το αληθινό
Γελούν και πίνουν
χαϊδεύοντας το όνειρο
ενώ πίσω τους κάποιος με μαύρα
ρίχνει τα δίχτυα αθόρυβα

Πηγή: «Η αποκαθήλωση της σκιάς”, εκδόσεις Γαβριηλίδης,2012

Αγκίστρια δίχτυα και αλήθεια-ΟΡΕΣΤΗΣ ΒΕΡΜΙΩΤΗΣ

Φίλησα στόματα που περίμεναν το αγκίστρι
γι’ αυτό με δάγκωσαν με πάθος
αγκάλιασα κορμιά που περίμεναν τα δίχτυα
γι’ αυτό μου δόθηκαν με χάρη
κι όταν πόθησα να ψάξω για Ιθάκη
κυνηγημένος μες τα κύματα
έπεφτα πάνω σε κοπάδια λωτοφάγων

μάτια μου εσύ
που σαν αλήθεια γυμνή με ταξιδεύεις
να 'σουν νησί να ναυαγήσω
να ζήσω
δίχως αγκίστρια
δίχως δίχτυα
δίχως κοπάδια.

Πηγή: http://vermiotis.blogspot.com/

Η ξωτικιά-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Όταν το βράδυ στο καλύβι μου η Σελήνη
τα δίχτυα της απλώνει τα ονειροπλεμένα,
πιάνετ’ εκείνο μες στα δίχτυα της κι αλλάζει
και στοιχειωμένο δείχνεται σαν ένας πύργος·
και τότε αθώρητη απ’ τον Ήλιο, τον πατέρα
της ροδοκόκκινης Υγείας, που τα μάτια
κοντόφωτα κι αδιάφορα τ’ ανοίγει πάντα,
μόνο στου φεγγαριού το φως ξεσκεπασμένη,
φεγγαρογέννητη κι αυτή, προβάλλει ξάφνου,
αργά, καταμεσής του στοιχειωμένου πύργου
η ξωτικιά η μεγαλοφάνταστη, η Αρρώστια·
ασπρογαλλιάζει σαν τη θάλασσα της νύχτας
και με το βήμα προχωρεί των κοιμισμένων,
του θάνατου έχει τη χλωμάδα, όχι το κρύο·
το σκέλεθρό της το ελεφάντινο τυλίγει
ένα κορμί σαν από πύρινον αέρα·
σα μαυροκόκκινες φαντάζουν παπαρούνες
του πέπλου της του ολόσυρτου τ’ αλλόκοτ’ άνθη,
κι ακόμα πιο αλλόκοτα σ’ αυτόν απάνου,
σα λάμιες και σα δράκοι ιστορισμένα, θέρμες,
αποκαρώματα, πονόκαρδα, βραχνάδες,
και οι μπόρες και οι σεισμοί κι οι χαλασμοί των νεύρων.
Το παραμίλημ’ απ’ τα χείλη της πετιέται,
αταίριαστων ρυθμών και πρωτάκουστων γλώσσα.
Όμως με ξένο τίποτε και με δικό της,
με τίποτε δε μοιάζουν τα βαθιά της μάτια·
έχουν την όψη των απάτητων αβύσσων,
και φαίνονται πως δε σαλεύουν, πως δε βλέπουν.
Μα να μπορούσε σκύβοντας κανείς με δίψα
τα μάτια του στα μάτια της να καθρεφτίσει,
θα ξάνοιγ’ εκεί μέσα βυθισμένους κόσμους,
σα βουλιασμένες αιώνων όλων πολιτείες
στων νεραϊδοσπαρμένων ωκεανών τα σπλάχνα.

Πηγή:"Η ασάλευτη ζωή",1904

Της ντροπής… -ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Της ντροπής ας ξεσκίσουμε το δίχτυ
και γυμνά ας δειχτούν τα πρόσωπά μας
δε με σκιάζει τυφλό το μεσονύχτι
σαν η αλήθεια φέγγει τη ματιά μας.

Το ό,τι έχω, μ’ από πού δεν ξέρω,
να στο μοιράσω ξέρω, ελπίδα μόνη,
και με όλο το χινόπωρ’ οπού φέρω
το χέρι μου στο χέρι σου ιδρώνει.

Πίστη δε βλέπω στ’ ουρανού το βάθος
και στα παραδαρμένα μπρος μου μάκρη
κι ακόμη στο ακατάλυτό μου πάθος

πατέρας μου, Θεός, πατρίδα εσύ `σαι
πρόσκαιρη χαρά κι αιώνιο δάκρυ,
συ που φιλάρεσκη μόνο είσαι!

Πηγή: «Σονέτα»,Πυθμένες,1904

Το χέρι-ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ωραίο δίχτυ
που έπλεξεν η
κόρη
η κόρη-τέκτων
ορθή ως
στέκονταν εις το παράθυρο του Αναπλιού
ωραίο δίχτυ
φιλόξενο
ωσάν καλός θεός
ισχυρό
σαν τα’ άσπρα πλήκτρα
της χαράς
ωραίο δίχτυ
που έβαψε
με το χρώμα των ματιών της
και μύρωσε
με τ’ άρωμα των πλούσιων μαλλιών της
η κόρη που εστέκονταν
ορθή
εις το παράθυρο του Αναπλιού
ωραίο δίχτυ
ωραία κόρη
ωραίο παράθυρο που φώτιζες
μέσα στη νύχτα
τ’ Αναπλιού
ωραίο παράθυρο που φώναζες
ωραία κόρη που φώτιζες
ωραίο δίχτυ
μέσα στο χρώμα
τ’ Αναπλιού
ωραίο δίχτυ
γύρω τρογύρω
εις τον λαιμό μου
είτανε
κόρη
τα ωραία μαλλιά
σου
καθώς τα έπλεκες
εις το παράθυρο
μέσα στο φως
ωραία νύχτα
μέσα στο
βλέμμα σου
είτανε κόρη
καθώς τη ζήσαμε
τρελλοί από έρωτα
γυμνοί θεόγυμνοι
τρελλοί από έρωτα
— μια νύχτα έρωτος —
μέσα στο
δίχτυ
του Αναπλιού.

Πηγή: «Η επιστροφή των πουλιών »,1946

Τα ψάρια της φρίκης-ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Στο σκοτεινό λιμάνι
μονάχος τη νύχτα
στην προκυμαία
μαζεύω τα ψάρια
τα ψάρια π’ αστράφτουν
τα ψάρια που έρχονται
κοπάδια κοπάδια
από τη μαύρη θάλασσα

Έρχονται μόνο σε μένα
με τα πονηρά τους μάτια
γιομάτα ασήμι
έρχονται και ξαπλώνουν
πάνω στην απαλάμη μου
τα ερωτικά ψάρια
τα ζαλισμένα ψάρια
κι άλλοι γύρω τους ρίχτουν
δίχτυα κι αγκίστρια
με λάδι και φώτα
για να τα πιάσουν

Όμως το μεγάλο ψάρι
που χρόνια ξέρει
αυτό το παιχνίδι
απλώνει τα χέρια του
βάζει τις φωνές
παίρνει πίσω τα ψάρια μου
στη βαθιά θάλασσα

Και μ’ αφήνει πάλι μόνο
μες στο έρμο λιμάνι
με τ’ άδεια μου χέρια
με τ’ άδειο καλάθι μου

Πηγή: Παραλογαίς,1948 

Η πραγματική αιτία-ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Όχι, δεν είναι το που πήρε πίσω την υπόσχεσή του ο Απόλλων
και το που φτύνοντας στο στόμα της Κασσάνδρας τής αφαίρεσε
κάθε πειθώ απ’ τα λόγια της, αχρηστεύοντας έτσι για κείνην
και για τους άλλους τις μαντείες της, — όχι. Είναι μονάχα το ότι
κανείς δε θέλει να πιστέψει την αλήθεια. Κι όταν βλέπεις
το δίχτυ μέσα στο λουτρό, θαρρείς ότι σου το ’χουν ετοιμάσει
για τ’ αυριανό σου ψάρεμα, και διόλου δεν ακούς εντός σου
κι έξω, στη μαρμαρένια σκάλα του μεγάρου, ν’ ανεβαίνει
η σκοτεινή αγγελία με τις φωνές της άμοιρης Κασσάνδρας.

Καρλόβασι, 7.VΙ.69

Πηγή: Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα, Αθήνα: Κέδρος,1972

Το εύθρεπτο υλικό της απορίας-ΜΑΡΙΑ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ

Ποιος άρτος επιούσιος θα θρέψει τις ελπίδες σου;
Πλάνητες λέξεις χρησμοδότησαν ταξίδι
όμως στις πόλεις τα χαμόγελα εισρέουν
από θολές πηγές του παρελθόντος λάθους
και οι χάρτες των βημάτων αλλού χαράσσουν
τώρα επαγρύπνηση.
Ποιος σπόρος επουράνιος την άρνηση θα μετατρέψει
σε καλή σοδειά και ποιος τον πυρετό θα πείσει
να μη θωπεύει την πληγή στα λόγια;
Από ποιο φως τη μέρα θα διαβάσεις για να μάθεις πως
κάθε παράδεισος κι ο ερπετός του όφις
μήλο γλυκό κρατάει την αμαρτία
εύπλαστη από πηλό σε ύψος ονείρου
που στα μάτια σου τσακίστηκε
ίσως γιατί όταν την αλήθεια αγγίζεις κάνεις πάντα αχ
που ήταν μόνο παραμύθι ο παράδεισος,
ευχή στα χείλη ενός αγγέλου ή και παράπονο,
η γη αν του μοιάζει δε θυμάται
και συ από τότε όλο λοξά μπαίνεις στον ύπνο σου
να βγουν τα ψάρια στα ρηχά του ονείρου ελπίζοντας
δίχτυ να πιάσουν οι χαρές
και οι έγνοιες σου λιμάνι απάνεμο.
Ποιος άρτος επιούσιος τις σκέψεις σου θα θρέψει;

Πηγή:«Η κατίσχυση των ρόδων»,Εκδόσεις Γαβριηλίδης,2002

Τα όντως όντα-ΧΑΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ

Ο Πλάτων είναι χωρισμένος πενηντάρης.
Μαίνεται κατά μόνας, κι όπως ομολογεί,
στις ξανθές έχει μάλλον προτίμηση,
κυρίως σ’ εκείνες με τα μπακιρένια δάχτυλα
που σχίζουνε το δίχτυ του καημού του
σαν βιολιών δοξάρια εξεγερμένα.
Θα μας κατατροπώσει το σκοτάδι
κι άντε τότε να γυρεύεις τα ρέστα
απ’ τον πατέρα σου που ήθελε να σε βγάλουν
Πλάτωνα κάποιο απόγευμα στην Καλαμάτα.
(Ο πατήρ του πατρός σου Πλάτων κι αυτός,
του Βαλκανικού μετώπου παλαίμαχος).
Το σκοτάδι μάς παίζει κι εντός έδρας μονότερμα
κι εμείς αρκούμαστε να εισπνέουμε εις μάτην
αύρες παραμυθητικές.
Αύρα, λοιπόν, παρήγορη και παραπονεμένη
είναι ο μύθος του Πλάτωνα.
Κι ο καθείς των οικείων του μύθων δεσμώτης.

Όταν γυρίζει το κεφάλι προς τα πίσω
και προς το στόμιο της σπηλιάς λοξοκοιτά,
βλέπει τα όντως όντα, δηλαδή
τους κροτάφους του που γκριζάρουν,
το ξαφρισμένο στέρνο του
και τον φακό της άτρωτης καρδιάς να τρεμοσβήνει.
Κι αν συνηθίσει στ' άσπρο φως, σιγά σιγά θα δει
μέσ’ από τους ατμούς μιας άπιαστης ιδέας
την αυτοχειρία του αδελφού του το ογδόντα,
τη μάνα του στου θανάτου την όψη
και τις λεγόμενες κακές ή ατυχείς στιγμές
που μας παραμερίζουν.

Η αλληγορία του σπηλαίου έχει κάνει
τον Πλάτωνα κουρέλι. Χρειάζεται ανάπαυση.
Ανάπαυσον, ο Θεός, τον δούλον σου, Πλάτωνα,
και κατάταξον αυτόν εν Παραδείσω,
όπου χοροί των Αγίων, Κύριε,
χοροί Αγίων κι όσα άλλα
εξίσου μας χρωστάς, λόγου χάριν
σπίθες παρηγορητικές
να στραφταλίζουν στ’ άβγαλτα νυχάκια των εμβρύων
και πλήθος ξαναμμένες Κυριακές.

Πηγή: "Τα όντως όντα",Εκδόσεις Κέδρος,2012

Ο σαλταδόρος -ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Όσο να πει πως
το ψάρι στο δίχτυ δεν είναι ψάρι σε τηγάνι,
τσουρουφλίζεται στις λέξεις του,
στις άτυχες μεταφορές – τι μαρτύριο.
Να φτύνει το κακό, κι αυτό ακούραστο.
Από τα χείλη του να πιάνεται
και πάλι πίσω, μες στο σάλιο,
το δηλητήριο ν’ αναδεύεται.

Όπως στα παιδικά μας φιλμ,
το φουσκωμένο σύννεφο
μόνο βροχή τού έστελνε από πάνω,
και μέχρι να φτάσει σπίτι
εκείνο πάλι του πετούσε σταυρωτά
καρφιά.

Κι αν είναι, λένε, σαν σφυριά
του ποιητή η δουλειά
είναι γιατί χρειάζεσαι μια σκαλωσιά

ν’ ανέβεις ως το σύννεφο,
στη ρίζα, λένε, τ’ ουρανού ν’ ανέβεις,

με γλίστρημα κανένα
— αλλιώς του κάκου —
κι όχι γιατί είναι σαν σφυρί
η δουλειά του ποιητή.

Ένα ψάρι σε τηγάνι δεν είναι ψάρι σε ταψί.
Ένα ψάρι στο χείλι δεν είναι ψάρι στο δίχτυ.
Μέχρι να γίνει μουσική η φωνή σου,
όσο το σκουριασμένο σώμα από το τρίξιμο
να στήσει πέντε κόκαλα,
με κόντρα αέρα, βρογχικά φυσήματα,
νέα μεγάφωνα μπορεί να ’ρθουνε.

Μα εσένα το μυαλό σου στο χορό.

Πηγή: «Χορευτές»,Κέδρος,2014

Μονάχα ουρανό θα ερωτεύομαι-ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ-ΦΩΤΙΑΔΟΥ

Πέτα μου ένα δίχτυ
Αντί για ψάρι
θα γίνω γοργόνα
πέτα το λοιπόν
Δελέασέ με
με τα δώρα της στεριάς σου
΅Είναι η θάλασσα που με αρμένιζε
τώρα ατέλειωτος βυθός
Εύκολα γίνονται τα κύματα πνιγμός
αντί ταξίδι
Πέτα μου ένα δίχτυ στιβαρό
να βγω σαν τη γοργόνα στη στεριά
Κι ας μην υπάρχει πρίγκηπας
Έτσι κι αλλιώς
μονάχα ουρανό θα ερωτεύομαι

Πηγή: «Φωνήεντα σε περίπτερο», εκδόσεις Μανδραγόρας, 2016

Ο ψαράς-ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ

Ο κόμης Αλέξιος ντε λα Βέγα
επιχειρηματίας, αλχημιστής και ποιητής
τα τελευταία χρόνια ψαρεύει για να ζήσει
στα βρώμικα νερά του ποταμού Χαϊντίν

Όταν τραβάει τα δίχτυα, γεμίζει η βάρκα του,
νεράιδες, γοργόνες, πυροτεχνήματα, σβησμένα αστέρια
και κάποιους λίγους πεθαμένους ποιητές

Προχθές ανέβασε έναν δράκο, που έφτυνε
κτερίσματα και αιχμηρά μεταλλικά κόκκινα γράμματα

Μα σήμερα η τύχη χαμογέλασε
ανέβασε έναν θάνατο, με την κοιλιά γεμάτη
καρύδια, μέλι, σουσάμι, δάκρυα, κρασί και
σφηνωμένο -ανάμεσα στα δόντια-
ένα γράμμα, με τα χαιρετίσματα
του πεθαμένου του πατέρα

Πηγή:Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη Σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2018

Στιγμή κλεμμένη από το χρόνο-ΦΛΩΡΑ ΑΝΤΩΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

του Στυλιανού

Ο κιούρτος βγήκε από τη θάλασσα γεμάτος.
Οι δυο ψαράδες απολαμβάνουν τη σοδειά
και o μικρός τρέχει το δίχτυ για να φέρει
είν’ ένα αγόρι όμορφο, μ’ ένα λιανό κορμάκι,
μ’ ένα ελάχιστο μαγιό, κι έν’ άσπρο καπελάκι,
σαΐτα, αϊτός, φτερόπουλο, πλάι στο κύμα τρέχει.
Το δίχτυ αρπάζει γρήγορα και πάλι πίσω πάει,
τον ίδιο δρόμο παίρνοντας.
Τα πόδια δεν αγγίζουνε τα βότσαλα,
πετάνε στον αέρα, γράφουνε κυκλική τροχιά
και το χεράκι το δεξί κρατάει ψηλά το δίχτυ
και τ’ ανεμίζει τρέχοντας το δίχτυ το γαλάζιο
κι είναι από την αιωνιότητα μια ζωγραφιά βγαλμένη
ετούτο τ’ όμορφο παιδί.
Εικόνα ολοζώντανη που γέννησε η Τέχνη.
Είν’ το παιδί του Ηράκλειτου, ο Χρόνος, ο Αιώνας
αγόρι πλάι στη θάλασσα που τρέχει με το δίχτυ.

[στιγμιότυπο, καλοκαίρι 2014]

Πηγή: stixoi/info

Έρευνα-Επιμέλεια αφιερώματος : Αγγελική Καραπάνου

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;