Το γιασεμί στην ποίηση (ποιήματα)

Το γιασεμί στην ποίηση (ποιήματα)

Το γιασεμί...Το λευκό λουλούδι που μεθά με το άρωμά του τις νύχτες μας...Ένα άνθος που υμνήθηκε από τους ποιητές και χιλιοτραγουδήθηκε από τους ερμηνευτές. Θα δούμε κάποια όμορφα ποιήματα που γράφτηκαν γι'αυτό!

Τα γιασεμιά-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Το μεγάλο ταξίδι στο πανώριο νησί!
Πόσα χρόνια διαβήκαν! Δε διαβαίνεις εσύ

του αταξίδευτου πρώτη γνωριμιά, συντυχιά
με τα πράσινα, ως πέρα! Και ποτέ, ποτέ πια.

Α! στην πλάκα της μνήμης πόσα επάνω γραφτά!
Μελανιάζει και η πλάκα, ξεθωριάζουν κι αυτά.

Και στην πλάκα τριμμένη που μελάνιασε, Εσύ
στέκεις, θύμηση, πάντα σκαλισμένη χρυσή.

Μιας διπλής πλάσης ήταν όψη, απόλαψη μια
στον ολάνοιχτο αέρα τα δυο πλούσια χωριά.

Ορθοστύλωτη βίγλα στου βουνού την πλαγιά
το χωριό με τα μάτια προς τα πλάτια ανοιχτά.

Το χωριό μες στον κάμπο που κοιμάται αγκαλιά
με τ’ αμπέλια του βιος του, με σκεπή την ελιά.

Το χωριό το βουνίσιο, κύκνος μες στα νερά,
το χωριό το καμπίσιο, σμαραγδένια χαρά.

Στο χωριό τ’ ασημένιο, στο σμαράγδι χωριό,
πάαινε κι έλα χορεύτρα ζωή μου εσύ και στα δυο.

Στο χωριό το χιονάτο, στο χωριό το χλωρό,
το ίδιο τ’ άνθισμα, ζωή μου, ζωή μου, το ίδιο φτερό.

Και ή το φρέσκο αγεράκι και ή το κάμα του ηλιού,
φίλεμά ήταν απ’ το ίδιο το στόμα του ίδιου φιλιού.

Και ή στα ξέφωτα ή μέσα στου σπιτιού τη φωλιά,
σκοπούς τ’ άνθια για με είχαν κι ευωδιές τα πουλιά.

Συντροφιές, καλοσύνες, μοναξιές, ξεγνοιασιές,
και οι χωριάτες και οι στράτες και φιλίες και καρδιές.

Κι εσύ, ξέστηθη δούλα, στο πηγάδι γειρτή,
του νερού και της φλόγας κουβαλήτρα μαζί,

πώς με ξάναβες, πάντα διψασμένο. Κι εσύ,
γριά καλή! Τα παιδιά σου τα ’τρωε ξένη μια γη,

κι απ’ τον πόνο σου πήρες της γριάς μάνας καημέ,
λίγη ζέστα να θρέψεις παιδί πλάι σου κι εμέ.

Κι εσύ εκεί καθισμένος, καπετάνιε γερέ,
στην πεζούλα τα βράδια, ταξιδιών θησαυρέ·

και ω λογής ιστορίες γης και πέλαου, φερτές
ξωτικές από χώρες, από μπόρες δαρτές!

—Τον καθρέφτη που δείχνει ξαλλασμένο ή πιστό
τον ολόγυρα κόσμο δεν τον κράτησα εγώ,

και τα μάτια μου, μάτια δειλού ονείρου, ποτέ
καθαρά δεν ανοίξαν για να κλείσουν εσέ

και ξανά να σε δώσουν καθώς λάμπεις, καθώς
κυλάς γύρω μας, κόσμε, ζωγραφιά, ποταμός.

Στ’ άπραγά μου τα χέρια σπάτε ανώφελα εσείς
ή κοντύλια ή σμιλάρια πλαστικά της ζωής,

και τα μάτια μου, μάτια σκλάβου ονείρου θαμπού,
στα κελάρια δε στέλνουν της καρδιάς και του νου,

παρά πρόσωπα ίσκιους, παρά πράματ’ αχνούς,
της αυγής τα σουδάρια, του βραδιού τους χαμούς,

και ακατοίκητα κάποια και γυμνά και πλατιά
κι αδειανά μεσημέρια μες στου ηλιού τη φωτιά.

Από φως κι από χρώμα κάτι αν παίρνω, το φως
μέσα μου είναι· το χρώμα; της ψυχής μου ο καημός.

Α! ζωγράφος του κόσμου δε μπορώ να χυθώ·
της αρρώστιας μου δούλος κανονάρχος, και ζω.

Δε μπορώ να σας βάλω στο δικό μου σκοπό,
μήτ’ εσάς, περιβόλια, δε μπορώ να σας πω,

καθώς είσαστ’ ένα ένα, κι αλαφρά και βαριά
για στολίδια απλωμένα, για δουλειά στα χωριά,

μ’ όσα υψώνονται ή γέρνουν, άνθια ή χόρτα, με τα
καρπερά που φουντώνουν, με τα πλήθια φυτά.

Μα ω βαθύ περιβόλι και ακατάδεχτο, στο
παιδί αθάρρετο ξένο, περιβόλι κλειστό·

περιβόλι εσύ, γκόλφι του χωριού, ποιος θεός
μυστικός να σε ζούσε και ήσουν κόσμος ή ναός,

και ή λιβάνι για κείνον, ή από κείνον πνοή,
μοσκοβόλαγ’ εντός σου το λευκό γιασεμί;

Όλα γύρω σου, ανθρώποι, σπίτια, δρόμοι, δρυμοί,
από σένα ήταν όλα μια ευωδιά, γιασεμί!

Κάποιο βράδυ περνούσα, περιβόλι, αποκεί,
μιας παράδεισος δίψα, μια ψυχή ξωτική,

και στην πόρτα σου απόξω, στα χλωρά, στις δροσιές,
άσπρους ίσκιους ξανοίγω, και ήταν τρεις κορασιές.

Και στον κύκλο σα να ηταν πλεχτές κάποιου χορού
γελαστές για να πάνε, φτερωτές, κάπου αλλού.

Και στη νέα φαντασιά μου ξωτικιά καθεμιά,
καθεμιά φυτρωμένη ζωντανή γιασεμιά.

Οι ευωδιές οι μεθύστρες γύρω γύρω χυτές,
βρυσομάνες τους είχαν τα λουλούδια ή αυτές;

Από τότε μου μένει ταραμός, λιγωμός,
τ’ άυλο ανάσασμα του άσπρου γιασεμιού σαν καημός.

Από τότε αν κρατήσω γιασεμιά, λαχταρώ.
Τα μυρίζω, γυρίζω στο φευγάτο καιρό

και στην ξέγνοιαστη χάρη των ονείρων πρωινών,
σκεφτικό παλικάρι δεκαπέντε χρονών.

Καθώς μένει αποπάνω στο κρεβάτι σου μια
κρεμασμένη στον τοίχο γκαρδιακή ζωγραφιά,

και στον ύπνο όταν πέφτεις, πάντα, κι έξυπνος, να!
πρώτα πρώτ’ αυτή βλέπεις, και την ίδια στερνά,

μπρος μου η θύμηση μένει, το λευκό γιασεμί,
μια στιγμή και δε φεύγει, μια πνοή και δε σβει.

Και η τεχνίτρα μου η σκέψη στην καρδιά μου που ανθεί
μ’ ευωδιάζει σαν άσπρο γιασεμί και με ζει.

Πηγή: Τα παράκαιρα (1919)

Το γιασεμί -ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Είτε βραδιάζει
είτε φέγγει
μένει λευκό το γιασεμί.

Πηγή: Ημερολόγιο καταστρώματος Α΄

Αχ! το γιασεμί-ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Αχ, έκανε το γιασεμί
Και λύθηκαν εννιά κλωστίτσες
Και τ’ άγαλμα του περβολιού
Σάλεψε το μικρό του δαχτυλάκι

Πηγή: https://stixoi.info

Το γιασεμί του Αυγούστου-ΖΩΗ ΔΙΚΤΑΙΟΥ

Σύννεφο κι άνεμος,
γέρνει η σκέψη στο χτες
πετρωμένο κοχύλι στο βράχο.
Με το αίμα τσιγγάνας καρδιάς
στο αλάτι της γης
πάλι απόψε,
σαν παλιά νυχτωμένη, ερωμένη,
στο Κάστρο, σού γράφω.

Στην αλμύρα ξεπλένω
το πικρό το παράπονο
κι απ’ τον φόβο μου, στάζει,
λίγο-λίγο η ψυχή
στη ρηχή εποχή.

Του καιρού μαχαιριά,
του αγγέλου φιλιά,
μεθυσμένος ο ήλιος
στο δικό σου το βλέμμα
πόσα κρύβει το ψέμα,
όταν, όπως τότε χαράζει.
Δυνατά τα αδύνατα,
με τα χέρια ανοικτά
σε κρατούν, τα παλιά,
στα κρυμμένα ενθύμια
άστρα η νύχτα διαβάζει.

Ανεβαίνω σκαλιά,
του Αυγούστου αγκαλιά
σκουριά και πολύτιμη μνήμη.
Κι όμως τώρα, ξανά,
στην πλατεία γιορτάζει
στ’ άγγιγμά σου το ασήμι.
Δάκρυ που κύλησε,
μα δεν με φίλησε.

Τιμωρημένη εδώ θα ζω,
πίσω απ’ τον χρόνο μόνη,
ό,τι αφήνω με κρατά
κι ό,τι κρατώ, δεν είναι.
Γυρεύω λέξεις του θεού
σε τοξωτά γεφύρια
μα έχουν στερέψει τα νερά.
Στην απουσία το άρωμα
και στ’ άρωμα, το αγκάθι.

Στο γέρμα του καλοκαιριού
χάθηκα, ξαναχάθηκα
κι ας ήταν ίδιοι οι δρόμοι,
πρώτη, μα και στερνή φορά.
Στης όστριας τη σκόνη
ξόδεψε πείσμα κι όνειρο
για να γλιτώσει από το φως
κι όλο της, το λιτάνεψε
κόκκινη ανεμώνη.
Το ίδιο πάλι θα σου πω,
αξόδευτη η αγάπη.

Τα άστεγα, του Έρωτα
στο θέατρο του κόσμου
ένας λυγμός που έσβησε
πριν γίνεις, καν δικός μου.

Έχω κρατήσει μια ρωγμή
σ’ αγέλαστο φεγγάρι
να μην πεθάνουν οι στιγμές
να βρουν φωνή οι ίσκιοι.

Χάντρα το πρώτο σ’ αγαπώ
θαλασσινή πυξίδα,
πριν ξαναζήσει ο έρωτας,
θέλω την καταιγίδα.

Ένα ναυάγιο, στου βυθού
τον φώσφορο σπασμένο,
στην Κέρκυρα ψιλή βροχή
γράμμα κιτρινισμένο.
Να συλλαβίσει η θέληση,
τα αθέλητα της Μοίρας,
να χαμηλώσει τ’ άσπλαχνο
το φως, στο Φαληράκι.

Ν’ αφήσεις στο παράθυρο
τον πρώτο στοχασμό σου
και στο καντούνι το στενό
το γιασεμί του Αυγούστου,
να φέγγει στο πλακόστρωτο
Αύριο, μ’ εκδικείσαι.
Το πάθος και το πείσμα μου.
Περάσματα δεν έχει.

Πηγή:https://www.booktourmagazine.com/

To γιασεμί-ΑΝΤΡΕΑΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ

Σε πείσμα της εγκατάλειψης ανθίζεις.
Λευκές νιφάδες του καλοκαιριού.
Στις ρίζες σου χωλαίνει η ζωή που πέρασε.
Αυτή που απομακρύνουν τα βήματά της.

Απ’ τις σκιές που διαβαίνουν
καμία να ανασάνει δεν μπορεί.
Τυφλές το δρόμο περνούν.
Ακολουθούν των χαλασμάτων την εικόνα.

Φυτρώνει το γιασεμί στους τοίχους
κι ανθίζουν πέτρες,
βαριές καμπάνες της μοναξιάς
στο διψασμένο φύλλωμα.

Ανθίζεις κι απέναντι σου ο θάνατος.
Κάθε διαβάτης κι ένας σιωπηλός κριτής.
Οδεύει το θέρος στο τέλος.
Ο ήλιος βυθίζεται στις ρίζες σου.

Πηγή: Απρόσωπα φαγιούμ, Εκδόσεις Βακχικόν,2016

Το γιασεμί κι ο δυόσμος-ΣΤΕΛΙΟΣ ΔΟΥΜΕΝΗΣ

Κάποια βραδιά το γιασεμί
και μιαν αυγούλα ο δυόσμος
μου είπανε πού κρύβεται
ο πιο ωραίος κόσμος.

Κι εγώ τον φανταζόμουνα
σε μαγικά παλάτια
μα είν’ εδώ σε μια καρδιά
και τον φρουρούν δυο μάτια.

Δυο μάτια χρυσοκέντηστα,
δυο χείλη κερασένια,
τόνε φρουρούν κι εμένανε
με βαλαντώνει η έγνοια.

Πώς να μπορέσω να διαβώ
τα κεντησμένα μάτια
και να κατέβω της καρδιάς
τα μύρια σκαλοπάτια;

Έτσι καθώς μου τα 'πανε
το γιασεμί κι ο δυόσμος,
πως μες στα φύλλα αυτής καρδιάς
κρύβετ’ αυτός ο κόσμος.

Θαρρώ πως δε θα τα διαβώ
τα κεντησμένα μάτια,
μηδέ ποτέ θα κατεβώ
αυτά τα σκαλοπάτια.

Φοβάμαι ότι θα μου πουν
τα κερασένια χείλη,
φτάνει ως εδώ μην προχωράς,
ας μείνουμε δυο φίλοι.

Πηγή: https://www.mikrosapoplous.gr

Γιασεμί -ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΛΥΦΟΣ

Απάνθισμα αναστεναγμών
σ’ ένα ποτό από στάχια.
Μισθώνομαι στη μοναξιά,
στερούμαι ορθοστασία.

Το πρωινό.
Το μεσημέρι.
Η νύχτα μου.

Πηγή: Παρεστιγμένος ,Πανοπτικόν

Το γιασεμί-ΜΑΡΙΑ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ

Για τον έρωτα θέλω να γράψω
κι όχι για το λάθος
που μούσκεψε το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μου
κάποιο βράδυ του Μάρτη

Για κείνο το γιασεμί που μου έφερες
θέλω να γράψω
Μου το 'δωσες
και μύρισε ευθύς η νύχτα ενοχή

Το γιασεμί με γδύνει
απ’ τις τελευταίες μου τύψεις
Τα τζάμια θολώνουν
οι άπιστες ανάσες
Το σκοτάδι σύμμαχος
καλύπτει το πάθος

Μετά που έφυγες, το γιασεμί κατηγόρησα,
λες κι έτσι θα έδιωχνα τα άρωμά του από κείνη τη νύχτα
Έπειτα, άνοιξα το παράθυρό μου και το πέταξα.

Πηγή: https://dreaming-in-the-mist.blogspot.com

Το γιασεμί (Παραδοσιακό)

Το γιασεμί στην πόρτα σου
γιασεμί μου
το γιασεμί στην πόρτα σου
γιασεμί μου
ω, ω, ω, κ’ ήρθα να το κλαδέψω
ωχ γιαβρί μου

Και νόμισε η μανά σου
γιασεμί μου
και νόμισε η μάνα σου
γιασεμί μου
ω ω ω, πως ήρθα να σε κλέψω
ωχ γιαβρί μου

Το γιασεμί στην πόρτα σου
γιασεμί μου
το γιασεμί στην πόρτα σου
γιασεμί μου
ω, ω, ω, κ’ ήρθα να το κλαδέψω
ωχ γιαβρί μου

Πηγή: https://stixoi.info

Μελισσιανό μου γιασεμί (Παραδοσιακό)

Μελισσιανό μου γιασεμί ανθέ μου μυρωδάτε
ο λογισμός μου καθ' αργά εσένα αναστοράται
(εσύ 'σαι αιτία κι η καρδιά σαφή παραπονάται)

Πηγή: https://stixoi.info

Ίμερος -ΟΘΩΝ ΜΙΧΑΗΛ ΔΕΦΝΕΡ

Έκοψα το γιασεμί
με τα πέντε πέταλα
και τα πέντε σέπαλα,
και θυμήθηκα
τον έρωτά σου.

Το χλωμό σου δέρμα,
η ανάμνησή σου
σαν ασημί ξόμπλι
πάντοτε την καρδιά μου
θα φωτίζει...

Τι κι αν τα χρόνια
έχουν περάσει,
τι κι αν σε βλέπω
μόνο - στα όνειρά μου;
Ζεις για πάντα.

Σαν ένα γιασεμί
δίπλα σ’ ένα άλλο
γιασεμί:
Γεμίζεις την άδεια
ψυχή μου.

Πηγή: https://stixoi.info

Ο πλανήτης της αγάπης - ΣΕΛΑΝΑ ΓΡΑΙΚΑ

Είναι τώρα ψηλά
κι είν’ η αύρα της πρωινής κίνησης
ξεκινώντας να σβήνει το φως π’ αγαπά.
Όλη τη νύχτα σάλευε το γιασεμί στο παράθυρο
χορευτής άξιος που χορεύει στον τόνο
Και είπα:
Μονάχα με μένα της κάνει, της καρδιάς
να ευθυμήσει.
Και είπα:
Τι σημάδια είναι ετούτα, για κάποιον
που πότε δε θα γίνει δικός σου;
κι αναστέναξε ο Μαρτιάτικος άνεμος
βάζοντας το πετράδι- σημάδι στο πόδι σου
κι ήταν το γιασεμί ξυπνητό όλη τη νύχτα
για το χατίρι σου
γνωρίζοντας την υπόσχεσή του σε μένα!..
Σε ξεριζώνω, γιασεμί μου, από τις ρωγμές
εκεί σε κρατώ,
ρίζα και όλα
μέσα στο χέρι μου, μικρό λουλουδάκι
τι είσαι εσύ,
ρίζα και όλα
και όλα μέσα σε όλα.
Έλαμψ’ ο ήλιος μέσ’ απ’ τα φύλλα
και φλόγισε τα μπρούτζινα γόνατα,
σαν μια φλόγα μονάχα που καίει μαζί
βγάζοντας στεναγμό για την αυγή και εσένα.

Πηγή: https://stixoi.info

Από πρωίας - ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

Από πρωίας
οικειοποιήσου το γιασεμί και σώπα

χρώματα ζαφοράς στον αέρα και το
ποτήρι σου

μη λες δυνατά τ’ όνομά μου
θα χαθούν

όταν ξαφνιαστεί το αόρατο πουλί
στον ώμο σου

τι άλλο να πω πρωί πρωί
ξύπνησα λίγο πριν μ’ ένα ποίημα
στο στόμα.

Πηγή:  Τα στάσιμα,2007

Η εικόνα σου... - ΝΙΚΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ

Η εικόνα σου μαγικό παιχνίδισμα της όρασης.
Και λέω ανθός και εννοώ το γιασεμί
μ’ όλες τις ευωδιές των λουλουδιών
πλάι στο παράθυρο που ανοίγουν τα δικά σου χέρια.
Και λέω κορίτσι και εννοώ την ευωδιά
όλων των κοριτσιών στο κορμί σου.

Οι αστραπές δε χάνονται, φωλιάζουν και λάμπουν
στα μάτια σου ή στο βολταϊκό τόξο του σώματός σου.
Από κει εκπυρσοκροτούν εικόνες, για να συνεχίσει η μνήμη
το εξωραϊστικό τραγούδι του γήινου άστρου.

Πηγή: Ο κήπος και η πύλη,1982

Χαρμολύπη ή μοσχοβόλον -ΕΛΕΝΗ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

Πικρότατο γιασεμάκι μου.

Μεθυστικά
στιλπνή
καρτερικότητα.

Ανηλεώς της απουσίας το ιστίο
ρυμούλκησα
πηδαλοφέροντας ξέφρενες
υπερατλαντικές τροχιές
με το άλας να τρυπάει
το σκάφανδρο
ως μέσα τις αρτηρίες.

Πηγή: https://stixoi.info

Αφιέρωση - ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ

Είχα ξεχάσει πώς μυρίζει το γιασεμί.

Αλλά βγαίνοντας στη νύχτα, ξαφνικά,
ντυμένος λεπτό χιτώνα τον ιδρώτα σου
ντυμένος χρυσό ιμάτιο το άρωμά σου,
χτύπησα πάνω στην οσμή του γιασεμιού σαν σε γυάλινο τοίχο.

Ονειρεύομαι αυτό που έζησα.
Το σώμα το δροσερό με τους ίσκιους,
το σώμα το δυνατό με την έκσταση
και την κραυγή, την κραυγή –

Σ’ αγαπώ τρυφερά και σ’ αγαπώ άγρια,
περπατώ την νύχτα ντυμένος τον λεπτό σου ιδρώτα,
στεφανωμένος το άρωμα του γιασεμιού
και προφητεύω.

Αμφισβητώ το ποίημα, είναι φτωχό.
Είμαι κι εγώ φτωχός χωρίς εσένα.
Αν ποίημα είμαστε μαζί
δεν έχω γράψει καλύτερο.

Πηγή: https://stixoi.info

Γιασεμιά που μένουν-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΡΟΥΣΤΑΛΙΑΣ

Μέσα μου σύμπαν με γεμίζεις νότες,
μέσα μου θρύλοι και το αίμα του λαγού,
σπινθήρες των ματιών της πιο μεγάλης θύρας.
Μέσα μου ιέρεια Γη,βοή,κραυγή πολεμική,
βροχές,χιόνια,αηδόνια,πικρά ζεστά κορμιά.
Η ζωή της γραμμής μου έχει τρόμους,
νύχτες άγριες και άγιες
τέρματα προσφιλή,
έχει λαχτάρες της πρόσκλησής σου.
Μέσα μου σύμπαν ολοήμερα ρίχνεις τα δίχτυα
σε πράγματα,σε πόθους ένα γλυκό μάτι και φρύδι
μιας εποχής ατάραχης,χωρίς έγνοιες σφαλμάτων.
Ο ζεστός αέρας και των ονείρων μένουν πέρατα,
της υπέργειας μουσικής χρώματα και ολόγυρα
της θάλασσας μήπως οι θρόνοι,οι θρήνοι της ζωής;
Όπως υπάρχει ακόμα βυθισμένο όνομα της πίστης,
όλα πια να με καλούν ιερά κάποτε κι επικίνδυνα,
σώματα σκοτεινά στόματα,λεπρά εχθρών ακούσματα.
Μέσα μου σύμπαν με γεμίζεις νότες,
ερωτεύεσαι κι οι αναμετρήσεις μας δεν κάμπτονται.
Κρύβεσαι αγάπη μου μύχια,
τόσο φιλόξενη και τόσο λευκή

Πηγή: Συνομιλώντας με τη Σαπφώ,Λύχνος,2021

Γιασεμιά- ΛΟΥΑΝ ΤΖΟΥΛΙΣ

Για μένα οι γιατροί είναι γιασεμιά
πράσινα πάντα και ανθισμένα.
Κι ας φαίνεται εκεί στους διαδρόμους
πως δε μας σέβονται
και προσπερνούνε βιαστικά τον πόνο μας.

Αλλά δεν είναι έτσι.

Πόνεσα κι αρρώστησα
κι απ' την ελπίδα τους κρεμάστηκα.
Κι απ' τη ματιά τους όσο βιαστικά
κι αν πέρασε από πάνω μου
πήρα κουράγιο να ξοδέψω την υπομονή μου
στα δύσκολα απογεύματα των θαλάμων.

Κι ύστερα ένα πρωί χαιρετηθήκαμε
κι ήτανε πάλι βιαστικοί
ίσως και πιο χλομοί από μένα...

Πηγή: https://stixoi.info

 Το γιασεμί της νύχτας- ΤΖΙΟΒΑΝΙ ΠΑΣΚΟΛΙ

Κι ανοίγουν τα νυχτολούλουδα,
την ώρα που σκέφτομαι κείνους που αγαπώ.
Καταμεσής στα βιβούρνα ξεπετάγονται
οι πεταλούδες του λυκόφωτος.
Έχουν σιγήσει από ώρα οι φωνές,
μόνο ένα σπίτι εκεί ψιθυρίζει.
Κάτω από τις φτερούγες κοιμούνται οι φωλιές,
καθώς κάτω από τα βλέφαρα τα μάτια.
Από τους ανοιχτούς κάλυκες αναδίδεται
των κόκκινων φραουλών η ευωδία.
Φέγγει ένας λύχνος εκεί στην αίθουσα.
Το χορτάρι φυτρώνει πάνω από τους τάφους.
Γκρινιάζει η αργοπορημένη μέλισσα
βρίσκοντας πιασμένα τα κελιά στις κυψέλες.
Μες στο γαλάζιο αλώνι η Πούλια αλωνίζει
μαζί με τα κλωσσόπουλα που γίνηκαν αστέρια.
Σε όλη τη νύχτα απλώνεται
η ευωδιά που φέρνει ο άνεμος μαζί του.
Περνά το φως μέσʼαπʼ τη σκάλα̇
φεγγίζει στο πρώτο πάτωμα· και σβήνει.
Χαράζει̇ κλείνουν τα πέταλα
λιγάκι ζαρωμένα̇ βλασταίνει
στον μυστικό και υγρό τους κάλυκα
δεν ξέρω ποια καινούργια ευτυχία.

απόδοση: Ευαγγελία Πολύμου
Πηγή: https://redlineagrinio.gr

 

Έρευνα-επιμέλεια αφιερώματος: Αγγελική Καραπάνου