Μόρτης Μάρτης (Ποιήματα για τον Μάρτιο)

Μάρτιος! Ο πρώτος μήνας της άνοιξης, το πιο ζόρικο παιδί του χρόνου, ο κυκλοθυμικός, ο απρόβλεπτος! Όταν έχει τις καλές του μυρίζει καλοκαίρι, όταν αγριεύει, πάει να ξανασυναντήσει τον χειμώνα! Για να δούμε πώς οι ποιητές ζωγράφισαν τον μόρτη Μάρτη!

Μάρτιος-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Ροδίζ’ η πρώτη του Μάρτη μέρα,
Και στο παιδάκι της η μητέρα
Γελώντας πάει:
“Με μάρτη έρχομαι το λαιμό σου
Να στεφανώσω. Σαν άγγελός σου
Θα σε φυλάει.

“Από χρυσάφι, προτού να φέξει,
Με τι φροντίδα τον έχω πλέξει
Για σε, χρυσό μου!
Με κάθε χρώμα τον έχω ντύσει,
Ουράνιο τόξο, που θα στολίσει
Τον ουρανό μου.

“Αρχίζει ο ήλιος σαν πρώτα πάλι
Να τρέχει ελεύθερος στην αγκάλη
Γαλάζιου αιθέρα.
Λιώνουν τα χιόνια, κι όσ’ απομένουν
Άσχημα νέφη, κι αυτά μορφαίνουν
Μέρα τη μέρα.

“Αρχίζει ο ήλιος σαν πρώτα πάλι
Να ξετρυπώνει αγάλι αγάλι
Τα λουλουδάκια
Δειλά κρυμμένα μέσα στο χώμα.
Κι ύστερ’ απ’ τ’ άνθη, φροντίζει ακόμα
Για τα παιδάκια.

“Κι όποιο παιδάκι με μάρτη βλέπει,
Χρυσή στα χρόνια τ’ απλώνει σκέπη,
Το καμαρώνει.
Γιατί του Μάρτη η αλυσίδα
Μάνας χεράκι, μάνας φροντίδα
Του φανερώνει.

“Και όποιο πάλι το ιδεί να τρέχει
Δίχως στεφάνι Μαρτιού να έχει,
Δεν τ’ αγαπάει.
Κακό παλιόπαιδο το νομίζει,
Ακούς, παιδί μου; και το μαυρίζει
Και τ’ αρρωστάει.

“Μα το δικό σου σαν αντικρύσει
Λαμπρό στολίδι, θα σ’ αγαπήσει
Όσο κανένα.
Κι η ίδια ακτίνα του θα σε φιλήσει
Το πιο ωραίο που θα γεννήσει
Άνθος, κι εσένα!

“Ο Μάρτης θεία είν’ ευλογία!
Σα χελιδόνι ή ευτυχία
Στα σπίτια μπαίνει.
Και η υγεία σα μαϊστράλι
Στο γαλανόλευκο περιγιάλι
Μας ανασταίνει.

Αυτός, μ’ αγγέλου φτερά κινάει
Και το Χριστό της πρωτομηνάει
Στην Παναγία.
Και στην πατρίδα επαναστάτης,
Ο Μάρτης έφερε τη γλυκιά της
Ελευθερία.

“Να του σπιτιού μας το χελιδόνι
Εις την παλιά του φωλιά σιμώνει,
Και σε ζητάει.
Πρόβαλε, δέξου το… Στο λαιμό σου
Πώς μοιάζει ο μάρτης! σαν άγγελος
Θα σε φυλάει”.

Πηγή:https://enallaktikiagenda.gr/

Μάρτιαι Ειδοί -ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή.
Και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις
αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις
να τες ακολουθείς. Και όσο εμπροστά προβαίνεις,
τόσο εξεταστική, προσεκτική να είσαι.

Κι όταν θα φθάσεις στην ακμή σου, Καίσαρ πια·
έτσι περιωνύμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβεις,
τότε κυρίως πρόσεξε σα βγεις στον δρόμον έξω,
εξουσιαστής περίβλεπτος με συνοδεία,
αν τύχει και πλησιάσει από τον όχλο
κανένας Αρτεμίδωρος, που φέρνει γράμμα,
και λέγει βιαστικά «Διάβασε αμέσως τούτα,
είναι μεγάλα πράγματα που σ' ενδιαφέρουν»,
μη λείψεις να σταθείς· μη λείψεις ν' αναβάλεις
κάθε ομιλίαν ή δουλειά· μη λείψεις τους διαφόρους
που χαιρετούν και προσκυνούν να τους παραμερίσεις
(τους βλέπεις πιο αργά)· ας περιμένει ακόμη
κ' η Σύγκλητος αυτή, κ' ευθύς να τα γνωρίσεις
τα σοβαρά γραφόμενα του Αρτεμιδώρου.

Πηγή: Άπαντα Κωνσταντίνου Π. Καβάφη

Τα Ελληνάκια- ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Τον Μάρτη περικάλεσα
και τον μικρό Νοέμβρη
Τον Αύγουστο τον φεγγερό
κακό να μη μας έβρει

Γιατ’ είμαστε μικρά παιδιά
είμαστε δυο Ελληνάκια
Μες στα γαλάζια πέλαγα
και στ’ άσπρα συννεφάκια

Γιατ’ είμαστε μικρά παιδιά
κι η αγάπη μας μεγάλη
Που αν τη χωρέσουμε απ’ τη μια
περσεύει από την άλλη

Κύματα σύρετε ζερβά
κι εσείς τα σύννεφα δεξιά
Φάληρο με Περαία
μια γαλανή σημαία.

Πηγή: Τα ρω του έρωτα,1972

Το ερημονήσι-ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Γεια σου Απρίλη
γεια σου Μάρτη
και πικρή Σαρακοστή

βάζω πλώρη και κατάρτι
και γυρεύω ένα νησί
που δε βρίσκεται στο χάρτη.

Το κρατάνε στον αέρα
τέσσερα χρυσά πουλιά
δε γνωρίζω εκεί πέρα
ούτε κλέφτη ούτε φονιά
ούτε μάνα και πατέρα.

Τα λουλούδια μεγαλώνουν
κάθε νύχτα τρεις οργιές
τις ακρογιαλιές ισκιώνουν
και τα δέντρα στις πλαγιές
σαν καβούρια σκαρφαλώνουν.

Μες στης ερημιάς τ’ αγέρι
όλ’ αγιάζουνε μεμιάς
πιάνεις του Θεού το χέρι
και τα κύματα ακουμπάς
σαν αγριοπεριστέρι.

Γεια σας έχτρες γεια σας μίση
και γινάτι καθενός
άμα βρεις το ερημονήσι
όλα τ’ άλλα είναι καπνός
μια φορά να το 'χεις ζήσει».

Πηγή: Τα ρω του έρωτα,1972

Η πρωτομαρτιά ή Το χελιδόνι-ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Καλώς μας ήλθες, άκακο πουλί χαριτωμένο
καλώς μας ήλθες, του Μαρτιού πρωτόλουβο λουλούδι!
Με πόση, να 'ξερες, κρυφή λαχτάρα περιμένω
ν’ ακούσω μες στα σύγνεφα το πρώτο σου τραγούδι!

Τόσο συνήθισα ο φτωχός να βλέπω κάθε μέρα
χαρές κι ελπίδες να πετούν, να πνίγονται στο ρέμα
του χρόνου τ’ ανυπόταχτου, π’ ακόμ’ ακόμα ψέμα
μου φαίνετ’ ότι σε θωρώ να σχίζεις τον αιθέρα
με τα σπαθάτα σου φτερά... Γλυκό μου χελιδόνι,

μας έφερες καλοκαιριά;... Όψιμο θα 'λθει χιόνι;...
Μας έπιασε λιγοψυχιά, πουλί ξενιτεμένο,
και νύκτα κι αποκάρωμα... Κανείς μας δεν ακούει
του γείτονα τ’ απόφωνα... το αίμα πετρωμένο
στην κλειδωμένη μας καρδιά, πουλάκι μου, δεν κρούει...

Πόθος κανείς, ούτ’ όνειρα... Δε νείρεται η ψυχή μας
παρά καθάριους ουρανούς, αστροφεγγιές και κύματα
χωρίς αφρούς να ξεψυχούν σε περιγιάλια μνήματα!
Καθώς η νεκροθάλασσα κι η άκαρπ’ η ζωή μας
έχει βουβό παραδαρμό... Για μια στιγμή φουσκώνει,

ξερνά τα φύκη τα νεκρά κι ύστερα μαρμαρώνει.
Πέτα, πουλάκι μου, γοργά, μη βαρεθείς το δρόμο,
κι αν εύρεις σκέπη φτωχική και πλούσιο παραθύρι,
κλειστό, σα μάτι βάρυπνο, δίπλωσ’ ευθύς στον ώμο
τα χρυσοπράσινα φτερά και γίνου ξυπνητήρι...

Και πες ότ’ ήλθ’ η άνοιξη, κι ότ’ άνοιξη δεν είναι
να κελαδούν οι πέρδικοι σιμά στη σαστικιά τους,
ούτε να νανουρίζουνε τ’ αηδόνια τη φωλιά τους
δεν είναι γάργαρα νερά, όχι, πουλί, δεν είναι
ούτε φλογέρα πιστικού, ούτε χλωρά τριφύλλια...

Πες ότ’ εδώ την άνοιξη τη φέρνουν καριοφίλια...
Κι αν στη φωνή σου τη γλυκιά δε σηκωθούν οι ευνούχοι,
πάρε, πουλάκι μου, φτερό, να βρεις παλιά λημέρια.
Σύρε να ειδείς τον Όλυμπο, τη Γκιώνα, το Βελούχι
χαιρέτησε τη Λιάκουρα και φώναξ’ ώς τ’ αστέρια.

Κι αν μείν’ η Κιάφα ακίνητη κι ο βράχος του Ζαλόγγου
δε θυμηθεί το ζωντανό, τον άγριο καταρράχτη,
που επάνωθέ του εμούγκρισε... αν μες στο Κούγκι η στάχτη
του Σαμουήλ δε θερμανθεί κι αν τα κλαριά του λόγγου
δε φορτωθούν με φλάμπουρα και δε σεισθεί η Χιμάρα,

φύγε, πουλί μου, γρήγορα, κι είναι Θεού κατάρα.

Και το πουλί ανυπόμονο, γοργό σαν την ελπίδα
αρπάζει από τον ήλιο μας μια λάμψη, μιαν αχτίδα
για να την έχει συντροφιά στο σκοτεινό του δρόμο,
και χάνεται μισουρανίς... Πες μου, γιατί με τρόμο
το γύρισμά σου καρτερώ, γλυκό μου χελιδόνι;...
Θα να `χομε καλοκαιριά;... Όψιμο θά `λθει χιόνι;...

Πηγή: Έτερα ποιήματα 1872-1878

Ο Μάρτης-ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

Ο Μάρτης βάλλει τ’ Απριλιού τα λαμπερά φορέματα
και καταβαίν’ απ’ τ’ αψηλά με των βουνών τα ρέματα
και όπου είναι κάμποι,
φωτοβολά και λάμπει.

Μέσ’ στον φελλό τους τα δενδρά ριγούν και συμμαζεύονται.
τ’ άνθη στους κόρφους των βαθιά κοιμούνται κι’ ονειρεύονται.
και τα λουλούδια 'κόμα
δεν 'βγήκαν απ’ το χώμα.

—Δενδρά!—ο Μάρτης τα λαλεί—Γι’ αφήστε τα καμώματα!
Άνθη! Τα μάτι’ ανοίξετε κ’ εβγήτ’ από τα στρώματα,
να διείτε τι σας φέρει
το μαγικό μου χέρι!

Εγώ μ’ ο μήνας, που γυρνά σε κάθε χρόνου κύλημα
και φέρει μόσχους και θωριές εις τ’ άνθη μ’ ένα φίλημα,
και φέρ’ εις κάθε κόρη
ένα καλόν αγόρι!—

Τ’ ακούνε τ’ άνθη και κοτούν κι’ ανοίγουν τα χειλάκια τους.
και μισανοίγουν τα δενδρά τα πράσινα ματάκια τους.
Τα ρόδα, που κοιτάζουν
κι’ αυτά φθονούν και σχάζουν.

Τ’ ακούει κ’ η αμυγδαλιά, κορίτσι κουτοπόνηρο,
κι’ από τον ύπνο πλανευτή, ερωτεμέν’ απ’ όνειρο,
πά στα γυμνά της κάλλη
νυφιάτικ’ άνθη βάλλει.

—Καλό στον έμμορφο τον νιο, που ψες τον ονειρεύθηκα!
Που στο γλυκό μου τ’ όνειρο είδα πως τον 'πανδρεύθηκα!
σαν τι καλά με φέρει
το ποθητό μου ταίρι;—

Της φέρει στρώμ’ απ’ τον Χιονιά κι’ απ’ τον Βοριά παπλώματα!
Την νύχτα κάμνουν την χαρά κι’ αυτού στα ξημερώματα,
της αγκαλιάς τ’ η πάχνη
την εύμορφην αδράχνει.

Πρωί, της κάμνει σάβανο το νυμφικό της φόρεμα .
το γιώμα μοιρολογητή της φέρν’ ένα θολόρεμμα.
το δειλινόν αστράφτει,
και ρίχτει και την κάφτει!

Πηγή: Ατθίδαι Αύραι,Α΄έκδοση 1884

Ο Μάρτιος εν Κρήτη-ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

Τον Μάρτη τον ερώτησαν στην κρητική την χώρα.
—Κυρ Μάρτη, δεν μας λέγεις,
για ποια αφορμή τάχα γελάς μέσα στην ίδιαν ώρα,
και μέσ’ στην ίδια κλαίγεις;—

Ο Μάρτης απ’ τα μάτια του δυο δάκρυα σφουγγίζει
και ξεροκαταπίνει.
Και ύστερα με πονηρό χαμόγελο γυρίζει
κι απάντηση τους δίνει.

—Είμεθα δώδεκ’ αδελφοί κ’ είχαμ’ ένα πατέρα,
—Θεός να τον σχωρέσει!—
Απέθανεν εξαφνικά κ’ εμείναμε μια μέρα
τρισόρφανοι στην μέση.

Απ’ όλη την αρχόντεια του δεν του 'περίσσευσ’ άλλο,
στων γηρατιών τα τέλη,
παρά το πιο παλιό κρασί, μέσα στο πιο μεγάλο
κι’ ανέγγιχτο βαρέλι.

Αυτό 'κληρονομήσαμεν. Αυτό να μοιρασθούνε
οι ένδεκα 'θελήσαν.
Μα μήτε τίνες δώδεκα, που τόσο να χωρούνε,
μήτε βαρέλες ήσαν.

Τότ’ εσυμβούλεψα εγώ, και εις αυτό πού είπα
'συμφώνησαν εκείνοι.
Ν’ ανοίξουνε κατά σειράν καθένας των μια τρύπα
και απ’ εκεί να πίνει.

Κ’ ευθύς 'σηκώθ’ ο πιο τρανός. "Συμπάθιο, είπε, κάνω,
"σαν πρώτος μεταξύ σας,
"μια τρύπ’ απ’ όλους πιο τρανή, κι’ απ’ όλους πάνω πάνω—
"Κάμετε την 'δική σας".

Κατόπιν ήλθ’ ο δεύτερος. "Κ’ εγώ σειρά φυλάττω,
"αν είναι προσταγή σου
"κι’ ανοίγω 'λίγο πιο μικρή, και 'λίγο παρακάτω
"από την εδική σου.

Κι’ ο τρίτος και ο τέταρτος και όλ’ η συντροφία
εκάμανε στον γύρο,
όσο 'μπορούσαν πιο ψηλά, από πλεονεξία,
τον εδικό τους πίρο.

εγώ, απ’ όλους πιο μικρός, πιο ύστερα ανοίγω
μια τρύπα κάτω κάτω,
κι απ’ όλους πιο λεπτότερο τον πύρο μου εμπήγω
στου βαρελιού τον πάτο.

Γιατί; Όποιος δεν το 'νοιωσε, μα τα καλά του κόσμου,
πολύ μυαλό δεν έχει!—
Οι άνω πίροι 'στέρεψαν, και μόνον ο δικός μου
'ως τώρ’ ακόμα τρέχει!

Σαν το θωρούν τ’ αδέρφια μου πεισμώνουν και με δέρνουν,
και κλαίγω κι αγριεύω.
Σαν το σβανάρω στα γερά, τα χάχανα με παίρνουν
και τους κοροϊδεύω!

Πηγή: Ατθίδαι Αύραι,Α΄έκδοση 1884

Τοπίο-ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Ερειπωμένοι τοίχοι. Εγκατάλειψη.
Περασμένες μορφές κυκλοφορούνε αδιάφορα
Χρόνος παλιός χωρίς υπόσταση
Τίποτα πια δε θ’ αλλάξει δω μέσα.
Είναι μια ήρεμη σιωπή μην περιμένεις απάντηση
Κάποια νύχτα μαρτιάτικη χωρίς επιστροφή
Χωρίς νιότη, χωρίς έρωτα, χωρίς έπαρση περιττή.
Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν Άνοιξη.
Το βιβλίο σημαδεμένο στη σελίδα 16
Το πρόγραμμα της συναυλίας για την άλλη Κυριακή.

Πηγή: Παρενθέσεις

Ουτοπίες-ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Καθ' οδόν
(7 και 30 πρωινή προς εργασίαν)
συναντώ τον Μάρτιο
ευδιάθετον,
υπαινιγμών πλήρη
περί ανοίξεως και λοιπά.

Αναβάλλω την υπόστασή μου,
ανακόπτω τη σύμβασή μου
με το χειμώνα,
και διασπείρομαι σε χώμα.
Μια μικρή γη φυσική συντελούμαι,
ξαπλωμένη, απλωμένη
απέναντι στο
καθ' όλα σύμφωνο
σύμπαν.
Φυτεύομαι άνθη,
ανθίζω συναισθήματα,
και είμαι πολύ καλά
εις άπλετον προορισμόν
και τοποθέτησιν.

"Απαγορεύεται η άνοιξις!"
ξάφνου μια πινακίδα-σύννεφο
απειλεί. Αμέσως
μια βροχή άρχισε κι έλεγε
εις βάρος της ανοίξεως
και εις βάρος μου,
ένας δύσθυμος άνεμος
μου κατάσχει τα άνθη,
μου κατάσχει τα συναισθήματα
και μ' οδηγεί στο Γραφείο.

Παράβασις, λοιπόν, βαρεία,
και μάλιστα καθ' οδόν,
από κυρία σχεδόν ώριμη,
με οικογενειακές υποχρεώσεις,
και πολυετή θητείαν
εις Δημοσίαν θέσιν
και χειμώνες.

Πηγή: Κική Δημουλά,Ποιήματα,1998

Ο Μάρτης και η μάνα του - ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ-ΠΑΠΑ

Τον γνωρίζετε το Μάρτη,
τον τρελό και τον αντάρτη;
Ξημερώνει και βραδιάζει
κι εκατό γνώμες αλλάζει.

Βάζει η μάνα του μπουγάδα,
σχοινί δένει στη λιακάδα,
τα σεντόνια της ν’ απλώσει,
μια χαρά να τα στεγνώσει.

Να που ο Μάρτης μετανιώνει
και τα σύννεφα μαζώνει
και να μάσει η μάνα τρέχει
τα σεντόνια, γιατί βρέχει!

Να ο ήλιος σε λιγάκι,
φύσηξε το βοριαδάκι,
κι η φτωχή γυναίκα μόνη
τα σεντόνια ξαναπλώνει.

Μια βροντή κι ο ήλιος χάθη
μες στης συννεφιάς τα βάθη,
ρίχνει και χαλάζι τώρα,
ποποπό, τι άγρια μπόρα!

Ως το βράδυ φορές δέκα
άπλωσε η φτωχή γυναίκα
την μπουγάδα, κι όρκο δίνει
Μάρτη να μην ξαναπλύνει.

Πηγή: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος δεύτερο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975

Μάρτιος-ΡΕΝΑ ΚΑΡΘΑΙΟΥ

Γδάρτη σε λεν , παλουκοκαύτη,
μα εσύ κρύβεις την άνοιξη στη στάχτη.

Στο τζάκι μπουμπουνίζουν τα κλαδιά
που οι γέροι παν να βάλουν στη φωτιά.

Φλόγες οι παπαρούνες στο χωράφι
και μαργαρίτες και χρυσάφι.

Πέρα για πέρα πανηγύρι ,
λάμπει ένα στέμμα του ήλιου η γύρη.

Το «χαίρε» του Ευαγγελισμού ,
σταλάζει από τα βάθη του ουρανού.

Και μήνυμα σκορπούν τα χελιδόνια ,
πως γίναν ανθοπέταλα τα κλώνια.

Πηγή:http://gym-akropoli

Ανοιξιάτικη μπόρα-ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ

Βαρειές, πλατειές οι στάλες
Πέφτουν οι μεγάλες
Της βροχής,
Κι αριές.
Κλάμα βουβό και πώς αχείς!
Πώς αντηχείς
Μες στις θλιμμένες τις καρδιές!
Αντάμα με σπασμένες δοξαριές.
Και της φτωχής
Απαντοχής
Οι απελπισιές!...

Διες
Ήλιος του Μαρτιού, μαζί
Με το χαλάζι το σκληρό
Σαν τ᾿ άστρα.
Ω έννοια! ζει
Μες στ᾿ άλλα,
Πώχ' η μπόρα.
Ζει κι η στάλα
Ακόμα το νερό,
αφού,
Στάζ' έτσι τώρα
Μες στη φαρφου-
-ρένια
Γλάστρα...

Απόψ', αλί!
Απόψ' αλυ-
σοδέθηκε όλη μου η ζωή,
Μ' ό,τι θροεί, φυλλορροεί,
Σπάζει, σπαράζει,
Κι είναι του πόνου μου αδερφός,
Απόψ' ο ήλιος που κρυφός
Ασπρογαλιάζει,
και πνίγετ' έτσι δίχως φως,
Σαν τη χαμένη μου ψυχή,
Μέσα στο βρόχι σου, ω βροχή!
Και στο χαλάζι
Το μαράζι...

Πηγή:Ανθολογία Περάνθη,1979

Η Άνοιξη -ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΚΟΡΑΣ

Γοργά, τ’ αέρι σχίζοντας, ελάτε, αγαπημένοι
τραγουδιστάδες φτερωτοί.
ελάτε. είν’ ὥρα . καθετὶ
με πόθο σας προσμένει.

Θαρρώ πως ξεκινήσετε ναι, ο Μάρτης αγροικάει
τ’ αναδεμένα σας φτερὰ
και, πριν φανείτε, απὸ χαρὰ
δακρύζει και γελάει.

Λες και τα σκόρπια φρύγανα, σα να'χαν τώρα χείλη,
ζητούν, με απόκρυφη λαλιά,
για την καινούρια σας φωλιὰ
να προμηθέψουν ύλη.

Λιβάνια για τους γάμους σας, λιβάνια για τες γέννες
σας περιχύνουνε τερπνὰ
πρασινοσκέπαστα βουνά,
πεδιάδες ανθισμένες.

Πνοές πελάγου ολόδροσες, αγέρια μυροβόλα,
νερά, που αθόλωτα κυλούν,
όλα με πόθο σας καλούν,
σας περιμένουν όλα.

Αχ! πότε τέτοιο κάλεσμα, μ’ ὅσες γλυκάδες έχει,
στέρνουν οι άνθρωποι εκεινού
που εδώθε κάτου με το νου
σε κόσμους άλλους τρέχει;

Απὸ ψηλὰ στη μέση τους αν διψασμένος γύρει
για λίγη αγάπη αδελφική,
γιομάτο βρίσκει εδώ κ’ εκεί
φαρμακερὸ ποτῆρι.

Απ’ άνθια, σαν η Μούσα του τραγούδι πλέον δε βγάνει
και θρήνος γύρω του αντηχά,
ωϊμέ! του πλέκουν μοναχὰ
παράκαιρο στεφάνι.

Αν, σεις πουλιά, καθίζετε 'ς ετιά, σὲ κυπαρίσσι,
με ωραία θυμήστε του φωνὴ
που 'ς Άνοιξη παντοτινὴ
μία μέρα θα ξυπνήσει.

Πηγή:https://el.wikisource.org

Το δωμάτιο του Μάρτη-ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ

Μπήκε μέσα στο δωμάτιο μια ώρα.
Έπειτα μπήκε δεύτερη κι ύστερα άλλη μία.

Καθόμουνα και κοιτούσα τις ώρες
να μπαίνουν η μια μετά την άλλη,
φέρνοντας τα δώρα τους
(ενθύμια,ενθύμια)
τυλιγμένα σε τραχύ χαρτί.

Μπήκανε τόσες πολλές
και το δωμάτιο φούσκωσε,
κι ακόμα μπαίνουν κι άλλες.

Κι αυτό το δωμάτιο να μη λέει να σκάσει.

Πηγή: Σιωπηλοί τραυματιοφορείς,Φαρφουλάς,2013

Πρώτη του Μάρτη στο παράθυρο-ΠΑΝΟΣ ΝΙΑΒΗΣ

Μάρτης,το φως λαμπρύνεται αβάστακτα
ενίοτε δε,επιστρέφει ματωμένο.
Αντιστέκεται,βλέπεις,ο χειμώνας,
δεν παραδίδεται εύκολα
το παλιό στο καινούργιο.
Η άνοιξη καταφτάνει παράφορη.
Θα φέρει κίτρινη Αφρική στα τζάμια
και ασπρόμαυρα χελιδόνια στα μπαλκόνια.
Θα υψωθεί το αίφνης του Έρωτα στην πλάση.

Θυμάμαι συχνά πυκνά τη μάνα,
ένοικος του οριστικού εδώ και χρόνια,
μας φορούσε αξημέρωτα στο δεξί χέρι
το ασπροκόκκινο σχοινάκι του Μάρτη,
μα ήμουν τότε παιδί ακόμη πάνω στα βουνά,
φυσούσε και θέριζε ο βοριάς,κακός μήνας.
Το ποτάμι του χρόνου κατεβάζει τώρα,
τις νύχτες αγαπημένους νεκρούς.

Προοδευτικά και ορμητικά ακούγεται,
το ερώτημα από στόμα σε στόμα
σαν ιαχή ανθισμένης κερασιάς
ενώ η λήθη θάβει τα θρύμματα
μιας νιότης που την τραγουδάνε πια τα πουλιά.

Οι επιτάφιοι θα βγούνε σύντομα στους δρόμους
θα ψάλλεται στην περιφορά τους
το Child in time των Deep Purple.
ενώ θα χαμογελάει αυτάρεσκα
εμπύρετος ανθών ο ατίθασος Απρίλης

Δεν θα αργήσει η Ανάσταση του Υιού.
Συνέβαινε και θα συμβαίνει ενιαύσια
ας επιμείνουμε όμως εμείς,σ'αυτό το Θαύμα,
μας έχει καταβάλει τόσο η πραγματικότητα!

Άσε το ιστιοφόρο με τα φλογισμένα πανιά
να διασχίζει αδιάλειπτα τη θάλασσά μας,
το φεγγάρι λιγοστεύει πια στον ουρανό,
γνωρίζοντας καλά πως οδεύουμε
έκπτωτοι άγγελοι προς την Ανυπαρξία.

Πηγή: Η Τριγωνομετρία των Παθών,Μελάνι,2019

Μάρτης -ΑΓΓΕΛΟΣ ΛΟΥΚΑΣ

Ο Έρωτας χελιδονάκι μου τσακίζει τις ψυχές
πιότερο και από το Θάνατο.
Αυτός δεν κουβαλά έναν άσσο και μια ελπίδα.
Πέθανα. Πέθανες. Πέθανε.
Κανείς δε γύρισε ποτέ από το κάτω αλώνι.
Ο Έρωτας –πεισματάρης- όμως
πάντα ανασαίνει στο Φεγγάρι.
Κι άγκυρα πιο βαριά δεν υπάρχει απ’ την ελπίδα.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Ο Μάρτης-ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΠΛΕΙΩΝΗ

Ο Μάρτης παραπάτησε
στο γκρίζο μέσα πέφτει,
σπάνε κομμάτια οι μέρες του
γυαλί από καθρέφτη.
Τον πήρε το παράπονο
φυσάει, χιονίζει, βρέχει,
στην τσέπη του ένα σύννεφο
για συντροφιά του έχει.
Παίρνει ο ουρανός άσπρη κλωστή
με κόκκινη τη δένει,
βραχιόλι στην τριανταφυλλιά
κρέμασε και προσμένει.
Το γκρίζο ο Μάρτης να σκορπάει
στ' ανέμου το κατάρτι,
κόκκινα κι άσπρα να φοράει
να μην τον λένε ¨γδάρτη¨.

Πηγή:Mε τα φτερά της ελπίδας

Τα τυχερά δολώματα του Μάρτη-ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΑΜΟΥΛΙΑΝΟΣ

Όπου και ν 'αρνιέμαι τον Παράδεισο
πάντα μέσα μου θα με καρτερεί.

Τράβηξα πολλές στεριές στη θάλασσα
από τον χαλκά ορίζοντα στο λαιμό τους
με τα πικρά χέρια της τρικυμίας,

τίναζε το βλέμμα της η μέρα
κάθε που ξυπνούσε μες στην αγκαλιά
της αγριοχελιδόνας Άνοιξης
σαπουνισμένο από την πρωινή μελαγχολία,

εργάστηκα άμισθα τα όνειρα των Αγγέλων
που μου δάνεισαν έναν Θεό
για να Δικαιούμαι να λέω
σε κάθε ουρανοκλασία
πως πεθαίνω με την θέληση της ελευθερίας.

Πούλησα την ψυχή μου
στην πλαστογράφο σωμάτων Ομορφιά
για να ξεχρεώσει ο έρωτας
τον τοκογλύφο εαυτό του.

Μου' Δωσαν να φυλάω
στο στενό αλώνι του αίματός μου
το πιο Ασθενές πάντα
και το πιο Υγιές τίποτα,

να περιφρουρώ τα αδέσποτα
όνειρα σωθικά του ύπνου,

τις Αμαρτίες να θεσπίζω των Αγίων.

Κάτι μ' ακολουθεί
πριν από την γέννησή μου.

Μην είναι 'κείνη
η αιμοβόρα δόξα του Θεού;

Και τι να της πετάξω
να χορτάσει και να φύγει;

Ένα τίποτα βγάζω και ' γω μεροκάματο
κι αυτό με το ζόρι.

Μα όπου και ν' αρνιέμαι τον Παράδεισο
πάντα μέσα μου θα με καρτερεί,

τις Αμαρτίες να παραγράφω των Αγίων.

Πηγή: Για τα μάτια του ωραίου αδοκίμαστου,2012

Μάρτης, ο μήνας των ερώτων-ΦΑΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ

Η πρόσοψη του κτηρίου∙
ένα βλέμμα υπό σκιάν
μέσα στη σύγχυση της πόλης
να προσπαθεί να περάσει
ανάμεσα από κάδους σκουπιδιών
και παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα
την αντίσταση των λιγοστών δέντρων
σ’ ένα παράκαιρα πνέοντα λίβα
μέρα μεσημέρι, Μάρτιο μήνα,
τον μήνα των ερώτων.

Πηγή: Δελτίο καιρού, Θεσσαλονίκη,2010

Μάρτης-ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΒΑΚΙΡΤΖΗ

Κάποια ανάγκη μυστική
σκεβρώνει πια οριστικά
όλη τη θέλησή μου.
Και γίνονται οι εμμονές
ατέλειωτοι μουσώνες.
Σαν παραπλάνηση μυαλού,
αισθήσεων, χρωμάτων,
δέσμευσε το διαμάντι σου
την πιο καυτή ανάσα.
Σε διαδρομές ναρκομανών
κατέφυγε ο Μάρτης
– χωρίς ο ήλιος ν’ απαιτεί
απ’ τα παιδιά βραχιόλια.

Πηγή: Υδάτινη τέφρα, Καβάλα ,2008

Απώλεια-ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΒΑΚΙΡΤΖΗ

Γεύση στυφή στο στόμα μου.
δεν έχω άλλο δρόμο, παρά
να απομονωθώ στη φυλακή
του κόσμου. Το πλοίο
ακυβέρνητο, πυξίδα δεν
υπάρχει, μονάχα μπεζ

αδιάβροχα και κόκκινες
ομπρέλες. Στη φυλακή των
αστεριών και σε βυζαντινές
εικόνες, σκλαβώθηκαν τα
όνειρα, μαζί και οι Κυριακές
μου. Σαν θόρυβος ηχεί ξανά
όλη η συννεφιά μου –δεν θα
υπάρξει πια καμιά σκιά,
εικόνα στον καθρέφτη.

Δεν θέλω άλλους εραστές, να
κείτονται μπροστά μου (ούτε
εγώ να μεριμνώ, τη ζοφερή
σας μοίρα).

Γεύση στυφή στο στόμα μου.
Λάμπεις και είναι Μάρτης,
κοντά στην ακροθαλασσιά.

Μαζί με τους ζητιάνους.

Πηγή: https://www.vakirtzi.gr

Μάρτης τρελομάρτης-ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

στον Δ.Ζ.

Πίσω απ’ τις αλάνες,
τα άβαφα κτήρια με τους ξεφλουδισμένους τοίχους,
το χιονόνερο και την ψιλή βροχή,
τα υπόλευκα σύννεφα και τις μαύρες ομπρέλες,
τα περίτεχνα σκουφιά και τις κουμπωμένες ζακέτες,
τα κλειστά πρόσωπα και τα γαντοφορεμένα χέρια,
τις λασπωμένες μπότες και τα κρύα δωμάτια,
τον αγέρα, το αγιάζι, την υγρασία και τα σφιγμένα χείλια,
βραδυπορώντας – η άνοιξη. Καιροφυλακτούσε.

Με έξω την κόκκινη γλωσσίτσα της απ’ την προσπάθεια,
στο δοκιμαστήριο ατελείωτες ώρες προβάρει εφαρμοστά τζιν
και κρίνους, γαρδένιες κι άσπρα τριαντάφυλλα
για τα μαλλιά και για το στήθος της – είναι να βγει.
Και μ’ όλα ανάερα τα κόκκινα πανό της σηκωμένα –
να βγει στη διαδήλωση.
Ζήτω τα πράσινα δέντρα, μπουμπούκια,
πουκάμισα ανοιχτά των αγοριών και φλέβες δυνατές στα χέρια
στα σηκωμένα μανίκια ανάερο φίλημα
και στα κορίτσια με γυμνό λαιμό αεράκι.
Ήλιος στα τζάμια του λεωφορείου,
καθώς σιγοτραγουδάς και χαίρεσαι,
έτσι, για το χατίρι του.

Πηγή: Όπως η Μπερλίνα ,Νησίδες,2017

Το αμάξι -ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Έφευγα στα μάτια δεμένα κουρέλια
κι έσκισα τα πανιά
με ραμμένο το στόμα πληγή
κι έσκισα το στόμα ο Μάρτης σταγόνες πάγο έριχνε στα μάτια μου
και τα μάτια μου γίνανε κόκκινα
είδα το μαύρο γυαλί ν’ αχνίζει
όχι δεν ήταν το γυαλί
μα ένα κορίτσι μαύρο λάμποντας
με ριγμένα τα χέρια το κεφάλι
ανάποδα έγερνε στο χάος
χαμογελώντας το γαλάζιο κι έπεφτε

δεν είχα τύχη.

Δώσε μου λίγο κρεβάτι Ουρανέ
πήρε φωτιά το σπίτι μου
κυλάει κυλάει τρίζοντας
σαν πληγωμένο αμάξι .

Πηγή: Το σκεύος,1971

Η επίσκεψη -ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Εκείνο τ’ απόγεμα ξύπνησα με μιαν έντονη επιθυμία να κατέβω στον Πειραιά να επισκεφτώ την οικογένεια Κ. Με την οικογένεια αυτή, τα παλιά χρόνια, είχαμε πολλές φιλίες. Όμως, όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, σιγά σιγά αραίωσαν οι συναντήσεις μας, ώσπου κατάντησε στο τέλος να μη βλεπόμαστε καθόλου. Θα ’χαν περάσει πέντε ‒ έξι χρόνια από την τελευταία συνάντησή μας.
Αυτά σκεφτόμουν καθώς ξύπνησα εκείνο τ’ απόγεμα με την τυραννική, την έντονη κι επίμονη επιθυμία να κατέβω αυτό το ίδιο τ’ απόγεμα να επισκεφτώ τους Κ.
Όταν βγήκα στο δρόμο κατάλαβα πως κάτι ασυνήθιστο μου συνέβαινε. Μι’ αφάνταστη γαλήνη, μι’ αλλόκοτη χαρά με είχε πλημμυρίσει. Μ’ αυτή τη διάθεση μπήκα στο πρώτο ταξί που βρήκα μπροστά μου και είπα:
«Στον Πειραιά!».
Ήταν ένα συννεφιασμένο απόγεμα, ήτανε Μάρτης. Απ’ τα παράθυρα τ’ αυτοκινήτου, καθώς προχωρούσαμε, κοίταζα τα σύννεφα που κι αυτά είχαν πάρει κάτι από τη Χάρη, κάτι από την ελαφράδα που ένιωθα μέσα μου.
Σαν φτάσαμε στον Πειραιά, τ’ αυτοκίνητο κατευθύνθηκε στην προκυμαία.
Εκεί κατέβηκα μπροστά σ’ ένα πελώριο άσπρο πλοίο που σφύριζε κιόλας, έβγαζε καπνούς κι ήταν πλημμυρισμένο με κόσμο.
Ανέβηκα πάνω και ζήτησα τον καπετάνιο.
«Εντάξει», μου είπε χαμογελώντας, «φεύγετε επιτέλους, τα έξοδά σας είναι κανονισμένα για πάντα και για όποιο μέρος κάθε φορά βρισκόσαστε.»
«Φεύγετε επιτέλους», επανέλαβε. Και πραγματικά καθώς έριξα μια ματιά απ’ το παράθυρο της καμπίνας, είχαμε βγει κιόλας έξω από το λιμάνι του Πειραιά.

Πηγή: Εκτοπλάσματα,1986

Άνοιξη-ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ

Ο Μάρτης φέρνει παγωμένες φωτιές.
Στο άνυδρο φως με βυθίζει ένας
γερμανικός χειμώνας.

Η Άνοιξη είναι μια ορχήστρα χρωμάτων
κι εγώ ο σκοτεινός θεατής
άγνωστος μέσα στο πυκνό ψύχος,
παρατηρώντας την επιδρομή της εσπέρας
στα οροπέδια τ’ ουρανού.

Η Άνοιξη είναι το αίμα των ποταμών
που ορμούν με τη μανία της νιότης μου –
ο θάνατος στην εκτυφλωτική ορμή του.

Η Άνοιξη είναι ένα εμβατήριο τίγρεων
που κομματιάζει το μυαλό μου
καθώς ανθίζει το ατσάλινο φως.

Πηγή:Ανιχνευτές, Νέα πορεία,1974

Μάρτης-ΙΩΑΝΝΑ ΛΙΟΥΤΣΙΑ

Τι κρίμα
να έρχεται η Άνοιξη
και να μην μπορείς να την χαρείς.
Γι’ αυτό υπάρχει ο Μάρτης
για τους ανθρώπους σαν κι εμένα που
βασανίζονται στο φως,
για τους ανθρώπους που αγαπούν
το ανοιξιάτικο αεράκι
μονάχα στις αργίες του νου
που όρισαν οι ίδιοι.

Ευτυχώς που βρέχει πού και πού την Άνοιξη
και συντονίζονται χτύποι καρδιάς και στάλες
–οι πόθοι μένουν ασυντόνιστοι–
και περπατάμε πάλι σκυφτοί, όπως το μάθαμε,
και περιμένουμε
και περιμένουμε
και περιμένουμε

ώσπου η βροχή να μας ξεπλύνει απ’ τις ανάγκες.

Πηγή:Η σιωπή σε δύο χώρους, Οροπέδιο,2018

Ανοιξιάτικες οπτασίες-ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ

Καμιά φορά τα πρωινά διακρίνω
μια γραφομηχανή ασημένια
στο βάθος του ορίζοντα.
Μαύρα στιλπνά καρμπόν πετούν προς το μέλλον
άσπρες και μαύρες μέρες ακατοίκητες
σε κάθε πλήκτρο
κι ένας χτύπος της καρδιάς μας
κάθε σελίδα
μια συγκυρία αξεδιάλυτη
ένας καθρέφτης κρυμμένος στην ομίχλη.

Οι ιστορίες μας στάζουν μαζί με τις βροχές,
μας έλεγες,
με θόρυβο ανεπαίσθητο.

Καθώς ο Μάρτης εισβάλλει από παντού
βλέπω καμιά φορά την πόλη
να επιστρέφει στις παλιές εικόνες της
και τους ανθρώπους
να βγάζουν τα χέρια τους
έξω απ’ τις φωτογραφίες
και να εκλιπαρούν για ένα χάδι.

Πηγή: Πανσέληνος στην οδό Φράγκων, Εντευκτήριο,1990

Περίπατος-ΕΥΤΕΡΠΗ ΚΩΤΣΑΡΕΛΗ

I

Μυρίζουνε ακόμα οι βρεγμένες φυλλωσιές
μαζί με τη μούχλα αυτής της πόλης
γεμίζουν τα πνευμόνια σου
θύμησες που δεν υπήρξαν
και στα δάχτυλά σου χορεύουνε ακόμα
τα όνειρα που μούσκεψαν
σαν να ’ταν φυλαγμένα κάτω από τρύπιες στέγες.

Πετούνε χελιδόνια κι ας έχει κρύο
είναι αυτά που τάχα ξέχασαν να φύγουν
τ’ ατίθασα που χάσανε το δρόμο
και μείνανε ρισκάροντας για μια επανάσταση.

Είναι περασμένες δώδεκα και τέσσερις
μοίρες χειμώνα.
Όχι εκεί έξω.
Εκεί έξω λένε πως είναι Μάρτης.
Μα εδώ μυρίζουνε ακόμα οι βρεγμένες φυλλωσιές
μαζί με τη μούχλα αυτής της πόλης
σε κάνουν να βαριανασαίνεις
και να μετράς αντίστροφα – φαντάρος
10 μέρες θ’ αργήσει η άνοιξη
9 μέρες με σκυμμένο το κεφάλι
8 μέρες με άδεια μάτια και ραγισμένα χείλη.

Ζυγώνουν δυο σύννεφα κι ας έχει ήλιο
είναι αυτά που προμηνύουν ατομική συσκότιση
υποτακτικοί στην υπηρεσία σου άνευ αιτήσεως
συνοδεύουν τη διαπόμπευση της διαφοροποίησης.

Κι αν πέρασε ώρα
ακόμα βαριανασαίνεις
και μετράς αντίστροφα – φαντάρος
7 μέρες με θλιμμένα χαμόγελα
6 μέρες με πληγωμένες φτέρνες
5 μέρες θα περπατάς ακόμα.
4 μέρες, 3, 2, 1...
κι αν τέλειωσε το μέτρημα
μυρίζουνε ακόμα οι βρεγμένες φυλλωσιές
μαζί με τη μούχλα αυτής της πόλης
αιχμαλώτισαν την άνοιξη.
Πάρ’ το απόφαση – δε θα ’ρθει.
Όχι εκεί έξω.
Εκεί έξω λέν’ πως είναι Απρίλης.
Μα εσύ θα περπατάς ακόμα.

Πηγή: Βερντάντι,Μανδραγόρας,2013

Μάρτης-ΓΚΑΜΠΡΙΕΛΕ ΝΤ'ΑΝΟΥΝΤΣΙΟ

Μάρτης. Κι ο ουρανός αντιφεγγίζει
με αχνοπράσινη λάμψη. Είναι ανθισμένες
οι αμυγδαλιές-λευκόπεπλες παρθένες,
Και το αέρι αρμυρή δροσιά σκορπίζει.
Το νιόφυτρο λινάρι κυματίζει.
Πέτρα η θάλασσα. Γύρω μυρωμένες
σκιές. Εκείνη από τις μυρωμένες
αποθυμιές της νιότης λαχταρίζει.

Στα μητρικά στήθη της πλημμυρίζουν
άγριοι ρυθμοί. Και το βυζασταρούδι
αναζητάει τη ρώγα διψασμένο.

Ξάφνου,σαν από αγνή πηγή,αναβρύζουν
απ'το στόμα της πρόσχαρο τραγούδι
και γάλα απ'το βυζί το γυμνωμένο.

Μετάφραση: ΜΑΡΙΝΟΥ ΣΙΓΟΥΡΟΥ
Πηγές: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση",Ναυτίλος,1995

Αριστερός Μάρτιος- ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

Γυρίστε στην πορεία!
Τα λεκτικά δεν είναι μέρος για συκοφαντία.
Σιωπηλά, ηχεία!
Τα δικά σου
λέξη,
σύντροφος μαυστής.
Αρκετά για να ζήσετε από το νόμο
δόθηκε από τον Αδάμ και την Εύα.
Θα οδηγήσουμε το ιστορικό nag.
Αριστερά!
Αριστερά!
Αριστερά!

Γεια σου μπλε μπλούζες!
Ρέιτ!
Πάνω από τους ωκεανούς!
Ή
στα θωρηκτά στην επιδρομή
μπήκα με αιχμηρές καρίνες ;!
Ας είναι,
χαμογελά στο στέμμα
σηκώνει το βρετανικό λιοντάρι που ουρλιάζει.
Η κοινότητα δεν μπορεί να είναι υποτονική.
Αριστερά!
Αριστερά!
Αριστερά!

Εκεί
πέρα από τα βουνά της θλίψης
η ηλιόλουστη άκρη είναι ατελείωτη.
Για την πείνα
πέρα απο τη θαλασσα
εκτύπωση εκατομμυρίων βημάτων!
Αφήστε την συμμορία να περιβάλλει τους μισθωμένους
χάλυβα που ξεχειλίζει ley, -
Η Ρωσία δεν θα είναι υπό την Εντέν.
Αριστερά!
Αριστερά!
Αριστερά!

Θα εξασθενίσει το μάτι του αετού;
Θα κοιτάξουμε το παλιό;
Υποστήριξη
στο λαιμό του κόσμου
προλεταριάτο δάχτυλα!
Γενναίος στο στήθος προς τα εμπρός!
Επικολλήστε τον ουρανό με σημαίες!
Ποιος περπατά εκεί;
Αριστερά!
Αριστερά!
Αριστερά!

Πηγή:https://muegn.ru

Μάρτης-ΟΥΙΛΙΑΜ ΟΥΑΤΣΟΝ

Μάρτη ω Μάρτη,
γέλα σαν παιδούλα,
και σε μια στιγμούλα
σαν παιδούλα κλάψε.

Ω Μάρτη που στ'αφτί μου
κελαηδάς σα νύφη,
αν σου πω,ψυχή μου,
τι με τυραγνά,

Ω Μάρτη Μάρτη
κλάψε σαν παιδούλα
μα σε μια στιγμούλα
γέλα μου ξανά.

Μετάφραση: Λέκας Αρβανίτης (Αλέξανδρος Πάλλης)
Πηγή: "Κούφια Καρύδια"

 

 

 

 

Έρευνα-σκέψεις: Αγγελική Καραπάνου

 

Έννεπε Μούσα, Ιστότοπος ποίησης και μουσικής