Η προσευχή στην ποίηση (ποιήματα)

Η προσευχή στην ποίηση (ποιήματα)

Βαδίζουμε στις άγιες μέρες, μέρες ξεχωριστές για τους πιο πολλούς ανθρώπους, που η προσευχή έχει ειδικό βάρος. Για να δούμε πώς άγγιξαν αυτό το θέμα οι ποιητές!

Οι προσευχές των ναυτικών-ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Στον Θανάση Καραβία

Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,
βρίσκουν στην πλώρη μία γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται, βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ' ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί Κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μία χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

Οι Κούληδες με τη βαριά ωχροκίτρινη μορφή
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γεμάτοι από ικεσία,
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που εμάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

Και οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή «Πάτερ ημών...»
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.

Πηγή: Μαραμπού, Νίκος Καββαδίας

Η προσευχή των αστέγων-ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Μητέρα του Χριστού, Μαρία,
πόσο είναι η νύχτα τούτη κρύα
δεν μπορεί ο Θεός να καταλάβει.
Κατέβα, Συ, απ' τους ουρανούς
και μ' αναμμένους τους φανούς
του Χάρου οδήγα το καράβι.

Χίλιες φορές απόψε εκλήθη
μα δεν ακούει. Κάπου κοιμήθη
κι αυτός στα πλάτη παγωμένος.
Του θόλου λύθηκαν οι αρμοί
κι όλος ο κόσμος σαν κορμί
τρέμει στα νέφη τυλιγμένος.

Ρόδα κανείς να τον στολίσεις,
μύρα κανείς να τον ραντίσεις
μήπως σου ζήτησε, Μαρία;
Πάρ' την ψυχούλα μας γυμνή

προς τη γαλάζια σου σκηνή
από τη νύχτα αυτή την κρύα.
Κι η θεία σου πόλη σαν μας πάρει,
για τη μεγάλη σου τη χάρη

σκυφτοί στις άκρες των βραδιών σου,
με δάκρυα, σαν ο ήλιος σβει,
θα σου ποτίζουμε βουβοί
τις θάλασσες των λουλουδιών σου.

Πηγή: Οι Γκριμάτσες του Ανθρώπου

Προσευχή-ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Κυριακή. Θε μου σ’ ευχαριστούμε
δέξου μας σαν πρόβατα στην αγκαλιά σου απολωλότα
πολύ αμαρτήσαμε Κύριε, πολύ αδικήσαμε
σαν άπιστοι θρηνούμε για τα επίγεια αγαθά μας.

Λησμονήσαμε την αιωνίαν Άνοιξη του Παραδείσου
στον Οίκο Σου δεόμεθα συγχωρηθήναι ημάς
σήμερα Κυριακή τας εντολάς σου ενθυμούμενοι.
Μη μας εγκαταλείψεις Θε μου, εις το σκότος της αβύσσου.
(Άλλωστε, λίαν προσφάτως, προσεφέραμεν

εις αρμοδίων εντολάς υπείκοντες,
τον οβολόν μας δια την αναστήλωσιν του Ιερού ναού Σου).

Πηγή: Ο Στόχος,1970

Προσευχή μικρού κοριτσιού-ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Θεέ, που βλέπεις τα σπιτάκια
τα φτωχά σαν το δικό μου,
στείλε στο παράθυρό μου
μια φωλιά χελιδονάκια.

Θε μου, που 'χεις όλα τ' άστρα, Θε μου,
που 'χεις τ' αγγελούδια,
κάμε τη φτωχή μου γλάστρα
να γεμίσει από λουλούδια.

Θε μου, δώσε μου τη χάρη
να 'χω δυο άσπρα περιστέρια,
να τους δίνω εδώ στα χέρια
το νερό και το σιτάρι!

Πηγή: Zαχαρίας Λ. Παπαντωνίου, Xελιδόνια, Bιβλιοθήκη Eκπαιδευτικού Oμίλου, 1920

Η προσευχή του ταπεινού-ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω την προσευχή μου.
Άλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο απ' τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήταν αγαπημένοι.
Την πίκρα μου τη βάσταξα. Μου δίνεις και την ξένη.

Μ' απαρνηθήκαν οι χαρές. Δεν τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Είν' αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία την αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ' τον αγέρα.

Δεν έχω δόξα. Είν' ήσυχα τα έργα που έχω πράξει.
Άκουσά τη γλυκιά βροχή. Τη δύση έχω κοιτάξει.
Έδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι.
Ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδυ.

Τώρα δεν έχω τίποτα να διώξω η να κρατήσω.
Δεν περιμένω ανταμοιβή. Πολύ 'ναι τέτοια ελπίδα.
Ευδόκησε ν' αφανιστώ χωρίς να ξαναζήσω...
Σ' ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.

Πηγή: Τα θεία δώρα

Προσευχή-ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ

Κρύο, χειμώνας, παγωνιά,
όξω η βροχούλα κλαίει
φύλαγε Θε μου τα πουλιά
που μείνανε χωρίς φωλιά
και τους αλήτες που γυρνούν
στους δρόμους δίχως στέγη.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Προσευχή-ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ

Ελέησόν με, άγιε Σατάν, το βράδι αυτό,
κι άκουσε, αν θέλεις, της κοιλιάς μου το γουργουρητό.
Κλαρίνα, πίπιζες, ταμπούρλα, τα έντερά μου,
μια χλαλοή, ένα πανηγύρι διοργανώνουν.
Σαν εφιάλτες οι αναμνήσεις με κυκλώνουν,
γελούν, σα μέγαιρες, τριγύρω τα όνειρά μου…

Άνθρωπος ήμουνα κ’ εγώ κάποια φορά
κ’ έγινα ζώο, απ’ των πραγμάτων τη φορά.
Ναι, κάποιο χτήνος, με τα πόδια του δεμένα,
που δε μπορεί μες το λιβάδι να βοσκήσει,
δεν ημπορεί τ’ αφεντικό του να κλωτσήσει,
γιατί το σφίγγουν οι αλυσίδες του- ωιμένα!

Κόλαση γύρω μου η ζωή με τυραννεί,
πνίγοντας κάθε βογγητό μου και φωνή.
Μα, ως τόσο, κάτι περιμένω, που όταν φτάσει,
μέσα στο φως, μες τη χαρά θα ξεχυθώ,
μια νέα αυγή, μια μέρα ολόφωτη θα ιδώ.

Κάθε μου δάκρυ, που απ’ τα μάτια μου έχει στάξει,
φωτιά θα γίνει, που ό,τι με σφίγγει θα ρημάξει.
Γαλάζια η νύχτα θα χορεύει ολόγυρά μου,
λαμπρά τ’ αστέρια θα οργιάζουν μες το φως.
Άγιε Σατάν, τώρα που γέρασε ο Θεός,
οδήγει, Εσύ, οδήγει, Εσύ, τα βήματά μου.-

Πηγή: «Άγιε Σατάν, Ελέησόν με» ,Ποιήματα, Α΄ έκδοση Αθήνα 1930.

Η προσευχή του αλήτη-ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ

         Άγιος, άγιος, άγιος,
         Κύριος Σαβαώθ,
         πλήρης ο ουρανός
         και η γη της δόξης σου.
         Ωσαννά! ο εν τοις υψίστοις.

Χώνω τα χέρια μου στις τσέπες και κοιτώ
τον ουρανό, που συγνεφιάζει, ο αλιτήριος!
Θα 'χει θυμώσει ο Θεός, ο άγιος Κύριος,
με κάποιον άγγελο, ασφαλώς λίγο κουτό.

Θα 'ν' ο βοριάς καλός γιατρός, ω ναι, ασφαλώς·
και κάνει ενέσεις «θανατίνης» στο κορμί μου.
Το κόκκαλά μου ροκανίζουνται κι οι αρμοί μου...
– «Θεέ τρισάγιε! μην είμαι αμαρτωλός;

»Εγώ δεν έκλεψα ποτές –μ΄ όλο που θα' πρεπε–
δεν εγκλημάτησα, μαθές –καθώς ποιείται
υπό τα σήμερον κρατούντα ήθη και έθιμα. –
Γιατί, λοιπόν, αγαπητέ, με τιμωρείτε;

»Χα χα! Γελάω, ναι, γελάω σατανικά,
γιατί δεν πας ν' αυτοχτονήσεις, αν υφίστασαι.
Αφού, φιλάνθρωπε δυνάστη, δεν εξίστασαι,
από του ύψους σου ορών... τόσα κακά».

Τρέμουν ακόμα δυο αλήτες στη γωνιά.
με μιαν ευλάβεια και πόνο τους σιμώνω.
Ω! μας κυκλώνει και τους τρεις η παγωνιά...
Θέλω να σφίξω τις γροθιές μου... αλλά... κρυώνω...-

Πηγή: Τεύκρος Ανθίας : Μια παρουσίαση από τον Κώστα Νικολαΐδη, Γαβριηλίδης 2002

Επίκληση στο ακατανόητο-ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Προσεύχομαι με τις ανεπαρκείς μου λέξεις
με τη θαμπή μου όραση
σφίγγοντας το κενό στο στήθος μου

προσεύχομαι στις ρίζες μου
στον παντοκράτορα ήχο
από το μαντολίνο του παππού
που απλώνεται κρυστάλλινος
από την Ιωνία και τη Μαύρη Θάλασσα
και θρυμματίζει τον ιστό της μοναξιάς

προσεύχομαι σε μια ανατολίτισσα
του ήλιου αχτίδα
που υπόσχεται το αυριανό τραγούδι
στην όποια αλήθεια παραλλάσσεται
μέσα στις τελευταίες αυταπάτες μου

προσεύχομαι ο ελάχιστος
στο μέγιστο που δε γνωρίζω

προσεύχομαι στο ακατανόητο
όπως μια πέτρα ταπεινή, μια στάλα αίμα
απ’ όλους τους κοινούς ανθρώπους ένας
προσεύχομαι στο ακατανόητο
με την πνοή που εκείνο φύτεψε μέσα μου
αυτή που γνώρισε τον πόνο
και ξέρει τη σιωπή να αποδέχεται
αυτή που ακατανίκητη πεθαίνει.

Πηγή: Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας, 1997

Προσευχή για τ' άστεγα παιδιά-ΜΙΧΑΗΛ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

Στο μαλακὸ κρεβάτι μου,
λευκό μου προσκεφάλι,
τι όμορφα που 'ναι απάνω σου
να γέρνω το κεφάλι,

την ώρα που έξω η βροχὴ
λυσσά κι όλοι οι ανέμοι
Κι αχ! πως φοβάται η μικρὴ
καρδούλα μου και τρέμει!

Μα ξέρω, Θεέ μου, πως αλλού
κι άλλα παιδάκια θα 'ναι,
που πεινασμένα και γδυτὰ
κι έρημα θ᾿ αγρυπνάνε

και που δεν θα ῾χουν μαλακὸ
κι ολάσπρο προσκεφάλι,
το νυσταγμένο και βαρὺ
να γείρουνε κεφάλι.

Αχ! κάνε, Θεέ μου, στὸ εξής
σ᾿ όλη την οικουμένη
παιδὶ ορφανὸ κι αστέγαστο
κανένα να μη μένει.

Κι όπου δεν έχουν τα φτωχὰ
να γείρουν το κεφάλι,
στέλνε με τ᾿ αγγελούδι σου
κι από ῾να προσκεφάλι.

Πηγή: http://users.uoa.gr

Η προσευχή-ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΓΕΡΗΣ

Άκοπο χάρισε φτερό του λογισμού μου, απ' τ' άδεια
της πίκρας και του αδύναμου πόθου να βγω, σκοτάδια.
Στου φωτός σου τα κύματα να το κρατώ ανοιγμένο,
άσειστον όλο, ακοίμητα πετράδια σκεπασμένο.

Στ' άσβηστο, οι Έρωτες οι Εφτά που σ' έζωσαν καμίνι,
πότε υψωμένη η καρδιά θα καίει, δετό ρουμπίνι;
Μες στου πνευματικού ουρανού τ' ατίμητα διαμάντια
θα 'ναι τα μάτια μου ανοιχτά, σ' αιώνια φέγγη αγνάντια.

Ω άγιοι 'λιοπερίχυτοι του λυτρωμού μου δρόμοι!
Του πονηρού δε θέλει αργήσει, θα λυγίσει η γνώμη.
Ως του θανάτου τα πλατιά φτερά θα με σηκώσουν
οι χρυσοπόρφυροι ουρανοί οι εφτά θα με κυκλώσουν.

Σ' αμάραντα θ' αγάλλομαι για πάντα καλοκαίρια.
Κι ενώ η ψυχή θα λούζεται στα παραδεισονέρια,
ψηλά σ' αιθρίες ατάραχες κι από τα θεία τα κλώνια,
θα κελαδούν ασίγητα, τα Ηλύσια χελιδόνια.

Πηγή: http://www.peri-grafis.net

Σχέδιο για προσευχή-ΤΕΟΣ ΣΑΛΑΠΑΣΙΔΗΣ

Εικοσιτετράωρα αιώνων σκυφτός – Θεέ,
στης πόρτας μου τα σιδερένια σκαλιά.
Της αλήθειας μου το κρύο πάγωσε στα γένια σου
και περιμένεις...
Περίμενε, έχω δουλειά!
Στρώνω με τον πυρετό μου ένα σχέδιο:
«Κατάληψη εξουσίας»
και χρειάζομαι τώρα διαβήτες, μπιστόλια,
κι ανθρώπους.
Να ’χουνε χέρια γερά, να δουλεύουν, να ιδρώνουν.
Ζητάς να σε πιστέψω; Έλα.
Έλα αύριο, χαράματα που θα πιάσουμε μάχη,
έλα να γίνουμε φίλοι.
Με χοντροπάπουτσα παρτιζάνος-στρατιώτης
στην ίδια γραμμή πυρός. Έλα.
Σε περιμένω στην είσοδο του εργοστασίου
πάνω στ’ αυλάκια των χωραφιών
στα καμένα χωριά της υπαίθρου
στο καμένο χώμα των πόλεων.
Σε περιμένω στην αίθουσα Αναμονής
για την Επανάσταση,
πρώτη θέση.
Θα με βρεις τραγουδώντας
καβάλα σ’ ένα βουνό ανθρακίτη
σ' ένα κύμα τής θάλασσας
στης Νορμανδίας το ψηλότερο κατάρτι
σπήκερ στον πύργο τού Άιφελ
σε Μακεδονίσια θημωνιά γλυκοφιλώντας ένα κορίτσι.
Εκεί που δεν κοίταξες ποτέ – δίπλα σου,
θα με βρεις υψώνοντας τη γροθιά σου
κοιτώντας αντρίκεια, σφυρίζοντας:
«ένας καινούριος σύντροφος».
Θα σε γνωρίσω. Να κρατάς «Ριζοσπάστη»,
σύνθημα, παρασύνθημα, Χαρίλης-Θεσσαλονίκη.
Θα ’χω στ’ αφτιά μου κόκκινους ήχους
στα μάτια μου συνωμοτική γαλήνη.
Θα φοράω αρβύλες μπαλωμένες με χιόνι,
πλεγμένο αντάρτικο σκουφί στον αργαλειό τής θύελλας
με νήματα βροχής.
Θα ’χω το αμπέχωνο μ’ αγέρα κουμπωμένο – την άνεση
τυλιγμένη στο λαιμό μου
ένα τρύπιο κασκόλ.

Ζητάς να σε πιστέψω; Έλα!
Στην ίδια διμοιρία θα σου δώσω
στο δίπλα χαράκωμα μια θέση βολής.
Αν θέλεις, έλα.
Είναι στη γη μας καλύτερα.

Πηγή: Περιοδικό "Ελληνικά Γράμματα",1946

Τωρινή προσευχή-ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΗΔΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Τώρα που είμαστε μόρια του θανάτου
στους κύκλους της αβύσσου του γυρτοί,
κάτω από τα βαριά υποδήματά του
κυκλάμινα ορφανά και μας πατεί,

Κύριε, το πράο Σου βλέμμα σαν αχτίνα
πάνω μας ρίξε καλοκαιρινή.
Σ 'έναν γλυκό και παραδείσιο μήνα
κάμε ν' αστράψουν οι άδειοι σου ουρανοί.

Μες απ' τη ρηγική σου αταραξία
οδήγα τις στροφές των τραγουδιών
με τη μπαγκέτα του άσπρου γαλαξία
στα χείλη των χλωμών σου αγγελουδιών.

Χαμήλωσε το χέρι των θαυμάτων
πάνω στης μοναξιάς μας την πληγή.
περιπατώντας επί των κυμάτων,
έλα κι αγκυροβόλησε στη γη.

Ξέχασε τη φιλέρημή σου σκήτη
πίσω απ' τον ουρανό που μας γελά,
το σπάταλο αίμα οδήγησε στην κοίτη
των ποταμών που τρέχουν απαλά...

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Προσευχή-ΤΑΚΗΣ ΚΑΡΡΑΣ

Ω θε μου, εισάκουσέ μου την ευχή,
στο θρόνο σου, που η σκέψη μου δεν φτάνει,
ν' ανέβαινε, ολοκάθαρο λιβάνι,
μέσ' από την καρδιά μου, η προσευχή.

Άσε την ευσπλαχνία σου να κάνει
τον ύμνο, που στα στήθη μου αντηχεί,
να φτάσει τη φτωχή μου την ψυχή
στης πίστης της μεγάλης το λιμάνι.

Κι ω, αξίωσα το δούλο σου να βγει
σαν απ' τη μεταμόρφωση του εντόμου
και μέσα σε μια αιώνια χαραυγή

να γίνουμε ένα ας ήτανε γραφτό μου,
να υψώσω του Ωσανά μου την κραυγή
και να προσευχηθώ στον εαυτό μου.

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Ώρα προσευχής- ΛΙΝΑ ΚΑΣΔΑΓΛΗ

Θεέ μου, η άνοιξη είναι τόσο μεγάλη,
Θεέ μου, τα μάτια του σκύλου κοιτάζουν τόσο τρυφερά!
Ο ήλιος σκύβει στο παράθυρό μου σαν παιδιάτικο σγουρό κεφάλι,
στους λόφους των Χαιρετισμών πρασίνισε δειλά η χαρά.

Θεέ μου, στα χείλη κρουνελίζει βρύση το πρωί,
και κάθε μέρα απ' την αρχή διψάν τα χείλη.
Κόκκινη παπαρούνα είναι η ζωή,
μυρίζει η μέρα χώμα υγρό και χαμομήλι.

Πώς το θυμάμαι ακόμα τι θα πει
ο βοριάς, η βροχή, τ' αστροπελέκι...
Ξέρει η καρδιά μες στην πικρή σιωπή
σαν την αράχνη τ' όνειρο να πλέκει.

Γνώριμους δρόμους έχει η καταχνιά,
γνώριμη η ανέλπιδη του αρρώστου γέψη.
Η παγωμένη ψυχή τρέμει να πιστέψει
πως μπουμπουκιάζουν του παλιού δέντρου τα κλωνιά.

Είναι κακό που χαμογέλασε η ζωή
και μου άφησε ένα τριαντάφυλλο στην ποδιά;
Μες στο πελώριο γιορτινό πρωί,
Θεέ μου, ας μην ήταν η ευτυχία τόσο βαριά.

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Ψιχάλισε, κύριε...-ΝΟΤΗΣ ΡΥΣΣΙΑΝΟΣ

Ένα βασανισμένο δένδρο είν' η ψυχή μου...
Ελέησε, Κύριε, τις απαυδισμένες ρίζες του...
Ψιχάλισε, να μαλάξεις
το χώμα της απόγνωσής του...
Πράσινο φύλλο, δεν έχει να επιδείξει...
Οι σφήκες εκατοίκησαν τον κορμό του...
Ένας θρος, από κακά φτερουγίσματα,
κατάντησε κι η προσευχή του...
Ψιχάλισε, Κύριε...

Πηγή: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση", Ναυτίλος

Προσευχή-ΕΛΕΝΑ ΤΟΥΜΑΖΗ (Ρεμπελίνα)

Δέντρο
δίδαξέ με
τη γυμνότητά σου.
Δίδαξέ με το ρίζωμά σου
δίδαξέ με το πείσμα σου
δίδαξέ με την οικονομία σου
δίδαξέ με την πληρότητα σου.
Έστω
κι αν μ’ έχουν πετσοκόψει
τα τσεκούρια τους.
Κάτι πρέπει να έχει απομείνει
κάτι να αντέχει ακόμα
για να με συγκινείς τόσο…

Πηγή: https://www.stixoi.info

Προσευχή-ΜΥΡΤΩ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Οι νύχτες μας κρύβουν τη θάλασσα
ο ήλιος πεθαίνει από δίψα.

Άγνωστο τοπίο
της απουσίας Σου.

Κύριε.

Μοχθώ πάνω στη γη σου
μια κοιλότητα από αίμα
μια πλημμύρα από αναμενόμενο φως.

Ας κρατήσουμε το χέρι του μύθου
ας υπερασπιστούμε το πλίνθινο σπίτι μας.

Στεφάνι ν’ αποθέσουμε τη ζωή μας
στη δική σου ανάσταση

Κύριε.

Προσευχή-ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ

Στρόφιγγες μαύρες των ωκεανών
το ψάρι σας είμαι
κολύμπι κολύμπι
θα βρω τις πηγές σας
μη με εξορίζετε στο φως
σκοτάδι θέλω
σκοτάδι λαχταρώ
εκεί θα λάμψει το προαιώνιο κύτταρό μου
εκεί θα πάψω πια να βλέπω το φεγγάρι
αυτό το σαράκι της νύχτας.

https://www.stixoi.info/

Προσευχή- ΒΕΡΑ ΚΟΡΦΙΩΤΗ

Έτσι όπως συνονθυλεύονται
τ’ ανθρώπινα
πότε σε άμπωτη
πότε σε παλίρροια
βοήθησε με, Κύριε,
πιο πέρα απ’ το ανθρώπινο δίκιο
πιο πέρα απ' την ανθρώπινη λογική
βοήθησε να παραμένω
μέσα στην επιείκεια

https://www.stixoi.info/

Προσευχές εφήβων-ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Το πιο υγρό λάμδα βρίσκεται στο σώμα σου
πιο κάτω από το ανοιχτό ωμέγα
που συγκρατεί παλμούς,
κοντά στην άνω τελεία των ονείρων,
εκεί που συγχέονται τελικά τα γράμματα
κι ανατέλλουν λόγια και φράσεις
μουσκεμένες μ’ απορίες παιδικές
ή έστω προσευχές εφήβων σε θεούς νυκτερινούς

https://www.stixoi.info/

Προσευχές της λησμονιάς - ΙΩΑΝΝΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ

Γυναίκες μ’ έναν σταυραϊτό στον ώμο
κοιτάζουν τη νιότη τους να προσπερνά,
πετρώνουν οι μνήμες σε κάθε δειλινό.
Μοναχικές σιλουέτες στους έρημους δρόμους,
το τραγούδι τους σμίγει με το μοιρολόγι της λησμονιάς.
Μια στάση ακόμη και ο προορισμός θα φανεί,
μια στάση ακόμη κι η σφυρίχτρα του σταθμάρχη θ’ ακουστεί.
Μα οι σταθμοί πολλοί και γεμάτοι θλίψη
κι οι προσευχές της μοναξιάς όσο παν κι ερημώνουν.
Λίγη αγάπη να σταλάξει ο δακρυσμένος ορίζοντας ζητούν,
λίγο κουράγιο να βρέξει στους άνυδρους δρόμους τους…
Φιγούρες ορφανές στις όχθες των δειλινών
διαβαίνουν καημούς αδιάβατους,
γέρνουν απ’ το φορτίο ενός αβάσταχτου λυγμού.
Κι ο ουρανός να μην καλοσυνεύει,
και η δίψα να στερεύει τα λόγια.
Χρόνια σκληρά, ξέπνοα κείτονται στις ράγες,
κι ένας πόνος άδικος σιγοτρώει τα σπλάχνα.
Κι η μέρα όλο ν’ αργεί να ξημερώσει,
και η μέρα όλο ν’ αργεί.

https://www.stixoi.info/

Όσες προσευχές βρήκαν τόπους-ΝΕΦΕΛΗ ΑΝΔΡΙΑΝΟΥ

Όσες προσευχές βρήκαν τόπους
εξιλέωσαν το κάκιστο μέσα στις ρωγμές που κοιταζόντουσαν
όσα δε θα 'ρθουν
κυνήγησαν να ορίσουν αδιαφορίες,
να περπατάς μόνη.
Καμιά συνενοχή σε ανυπαρξίες
πληρότητα, φαντασία...
Ω δροσιά
ο κόσμος όλων των γυναικών.

https://www.stixoi.info/

Κι από τις προσευχές των παιδιών-ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ

Είναι κάτι παλιά δωμάτια που θα βαρύνουν
Στα μεγάλα χέρια του Θεού.
Στα τζάμια τους φαίνονται, κολλημένες, αρχαίες φρυκτωρίες
Που κάποτε σήμαναν το αναπότρεπτο.
Στα έπιπλά τους στοιβάχτηκαν βόγκοι, γέλια, μοιρολόγια.
Γριούλες ξεμάτιασαν με λάδι και νερό
Άλλες άναψαν το καντηλάκι των Αγίων.
Απ’ τα παράθυρά τους, κάθε πρωί, πετούσαν
Περιστέρια γεμάτα φως
(Κάποιες σταγόνες του έπεφταν στο πάτωμα
Κι έμεναν ανεξίτηλοι λεκέδες).
Τα βράδια, οι νυχτερίδες κατευθύνονταν
Προς τους άδειους τους καθρέφτες.

Είναι κάποια παλιά δωμάτια,
Γεμάτα από τις προσευχές των παιδιών
Κι από τ' άσπρα χέρια των ερωτευμένων.

https://www.stixoi.info/

Μπαλάντα που χαρίζει ο Βιγιόν στη μάνα του για να τη λέει σαν προσευχή στην Παναγία -ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΒΙΓΙΟΝ

Αφέντρα τ' ουρανού, της γης κυρία,
Ρήγισσα στου Άδη τους θανατερούς
Βουρκότοπους, για με δείξε εσπλαχνία
Και βάλε με τσ' άλλους σου εκλεχτούς,
Κι ας μην είπα πολλούς πατερημούς,
Τ' αγαθά σου, στ' αλήθεια, αρχόντισσά μου,
Δεν αξίζουν στα τόσα κρίματά μου .
Μα δίχως τ' αγαθά σου αυτά η ψυχή
Δε βλέπει Θεό ΄ το λέω με τα σωστά μου.
Ας ζω κι ας σβήσω μες στην πίστη αυτή.
Στο Γιο σου ανήκω, Πες μου, ό,τι αμαρτία
Έχω ας μου λύσει. Σε παλιούς καιρούς
Ίσιος μας και στο Χάρο τη χρυσή
Όμορφη νιότη του έδωσε. Η ματιά μου
Να σβηστεί, αν δε μιλώ με την καρδιά μου.
Ας ζω κι ας σβήσω μες στην πίστη αυτή.

Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης
Πηγή: Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση", Ναυτίλος

Η προσευχή μου-ΚΡΙΣΤΟ ΜΠΟΤΕΦ

Ω θεέ της Δικαιοσύνης, Θεέ μου,
όχι, όχι εσύ του Πάνου Κόσμου,
μα εσύ μονάχα πού είσαι εντός μου,
μες στη βαθιά ψυχή μου, Θεέ μου!
Όχι, όχι εσύ, που γονατίζουν
μπρος σου οι καλόγεροι, οι παπάδες,
κ’ οι αγροίκοι ορθόδοξοι, λαμπάδες
σου ανάβουν και σε θυμιατίζουν.
Όχι εσύ, βέβαια, που 'χεις πλάσει
τον άνθρωπον από πηλό,
και σκλάβο έχεις παντοτινό
το πλάσμα σου καταδικάσει.
Όχι εσύ, βέβαια, που 'χεις χρίσει
πάπες, πατριάρχες, βασιλείς,
και στη μιζέρια, δυστυχείς,
τους αδελφούς μου έχεις αφήσει.
Εσύ όχι, που στον σκλάβο λες,
μ’ ελπίδες μόνο, ώσπου πεθαίνει,
ζώντας τον μάταιες, να υπομένει
με νηστείες και με προσευχές.
Όχι εσύ, Κύριε των αισχρών
τυράννων και των απατεώνων,
των ηλιθίων είδωλο μόνον
κι όλων, του ανθρώπου, των εχθρών.
Μα εσύ, του Λόγου θεέ, σιμά σου
μόνο που οι σκλάβοι αναγαλλιάζουν,
και που γοργά, αύριο, θα γιορτάζουν
οι λαοί, μαζί όλοι, τ’ όνομά σου!
Αγάπη ζώσα, στον καθένα
να εμπνεύσεις, για τη λευτεριά,
που, όπως μπορεί, να πολεμά
του λαού τους δήμιους ο καθένας.
Δυνάμωσε και το δικό μου
χέρι, που ο σκλάβος σαν ξεσηκωθεί,
στων πολεμάρχων τη γραμμή
να βρω κ’ εγώ τον θάνατό μου.
Κάμε, η φλεγόμενη καρδιά μου
μην κρυώσει εδώ, στην ξενιτειά,
και να μην ακουστεί η λαλιά μου
σάμπως μια βοή στην ερημιά.

Πηγή: https://cignialo.gr

Η προσευχή της δασκάλας-ΓΚΑΜΠΡΙΕΛΑ ΜΙΣΤΡΑΛ

Κύριε! Εσύ που δίδαξες, συγχώρα με που διδάσκω,
που φέρω το όνομα της δασκάλας,
το οποίο Εσύ έφερες όσο στη Γη βρισκόσουν.
Δώσε μου μια μοναδική αγάπη για το σχολειό μου,
ώστε ούτε το κάψιμο της ομορφιάς
να μην μπορεί να κλέψει
την τρυφεράδα μου απ' όλες τις στιγμές.
Δάσκαλε, κάνε ασίγαστο τον ενθουσιασμό μου
και περαστική την απογοήτευση.
Βγάλε από μέσα μου τον πόθο
για δικαιοσύνη που εξακολουθεί να με ταράζει,
το γελοίο απομεινάρι της διαμαρτυρίας
που βγαίνει από μέσα μου όταν με πληγώνουν.
Να μην πονάει η περιφρόνηση και να μην θλίβομαι
για την λήθη αυτών που με δίδαξαν.
Κάνε με να είμαι πιο μάνα από τις μάνες,
για να μπορέσω ν' αγαπήσω
και να υπερασπίσω όπως κι εκείνες,
τα παιδιά που δεν είναι σάρκα της σάρκας μου.
Βόηθα με να πετύχω να κάνω για καθένα
από αυτά τον στίχο μου τέλειο,
να του ενσταλάξω αυτή την άφωνη,
την πιο δυνατή μου μελωδία,
ακόμη κι όταν τα χείλη μου δεν θα τραγουδούν πια.
Δείξε μου τη δύναμη του Ευαγγελίου σου έγκαιρα,
για να μην εγκαταλείψω τη μάχη της κάθε μέρας
και της κάθε ώρας.
Βάλε στο δημοκρατικό σχολειό μου,
τη λάμψη που σκορπίζεται
από το τρέξιμο των ξυπόλυτων παιδιών.
Κάνε με δυνατή,
ακόμα και στη γυναικεία αδυναμία μου
και στη γυναικεία φτώχεια μου,
κάνε με αδιάφορη για ότι μπορεί
να μην είναι αγνό,
για κάθε πίεση που δεν είναι
της ζεστής θέλησής σου στη ζωή μου.
Φίλε, Συντρόφεψέ με! Στήριξέ με!
Πολλές φορές δεν θα έχω άλλο
από Σένα στο πλευρό μου.
Όταν το δίδαγμά μου θα είναι πιο αγνό
και η αλήθεια πιο θερμή,
θα παραμείνω χωρίς τα εγκόσμια.
αλλά Εσύ τότε θα με κυβερνήσεις
ενάντια στην καρδιά σου,
που γνώρισε πολύ
τη μοναξιά και την αδυναμία.
Δεν θ' αναζητήσω παρά
στη ματιά σου τη γλυκύτητα της αποδοχής.
Πρόσφερέ μου απλότητα και βάθος.
Λύτρωσέ με απ' το να είμαι
περίπλοκη ή κοινότυπη στο καθημερινό μου μάθημα.
Δώσε μου δύναμη να υψώσω τα μάτια
πάνω από το πληγωμένο στήθος μου,
μπαίνοντας κάθε πρωί στο σχολειό μου.
Να μη φέρνω στην έδρα μου τις υλικές μου ανησυχίες,
ούτε τις καθημερινές μικροαστικές μου θλίψεις.
Ελάφρυνε το χέρι μου στην τιμωρία
κι απάλυνέ το, ακόμα πιο πολύ στο χάδι.
Να μαλώνω με πόνο,
να ξέρω ότι έχω διορθώσει αγαπώντας!
Κάνε να γεμίσει με πνεύμα
το χτισμένο με τούβλα σχολείο μου.
Να τυλιχτεί με τη λάμψη του ενθουσιασμού μου
η φτωχή του αυλή, η γυμνή του αίθουσα.
Η καρδιά μου να είναι η κολώνα του
και η αγνή μου θέληση πιο δυνατή
από τις κολώνες και το χρυσάφι
των πλούσιων σχολείων.
Και, τέλος, θύμιζέ μου
από την ωχρότητα του καμβά του Βελάθκεθ,
ότι το να διδάσκεις
και ν' αγαπάς παράφορα στη Γη
είναι να φτάνεις με τη λόγχη του Λογγίνου
στην πιο καυτή πλευρά του έρωτα.

Απόδοση: Γ.Δ. Χουρμουζιάδης
Πηγή: https://www.hallofpeople.com

Η προσευχή του Φρανσουά Βιγιόν-ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΒΙΓΙΟΝ

Αφού γυρίζει ακόμα η γης, αφού το φως ξεκάθαρα λάμπει,
Λόρδε, βοηθήστε καθέναν απ’ αυτούς που στερούνται.
Στον σοφό δώστε υγιές μυαλό, για τον δειλό χαρίστε έν’ άλογο.
Ξοδέψτε στους ευτυχείς και παρακαλώ μη ξεχάσετε και με.
Ξέρω πως είστε ικανότερος όλων, πιστεύω στη σοφία σας,
όπως ο ετοιμοθάνατος στρατιώτης, πιστεύει πως θα ξαναζήσει στον παράδεισο.
Όπως κάθε αφτί ακούει και πιστεύει τις σιωπηλές σας κουβέντες,
όπως οι ίδιοι πιστεύουμε, μη ξέροντας τι δημιουργούμε.

Πηγή: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά, Διόσκουροι

Προσευχή -ΜΑΡΙΝΑ ΤΣΒΕΤΑΓΙΕΒΑ

Χριστέ μου και Θεέ μου! Διψώ για θαύμα,
Τώρα, αμέσως, στης μέρας την αρχή!
Ω, δώσε μου το θάνατο τώρα που ακόμα
Ένα βιβλίο είναι μπροστά μου όλη η ζωή.
Είσαι σοφός. Δε θα μου πεις αυστηρά:
– «Κράτα, δεν ήρθε ακόμη ο καιρός».
Εσύ μου 'δωσες μονομιάς τόσα πολλά!
Μα θέλω να 'ναι ο κάθε δρόμος ανοιχτός.
Τα θέλω όλα: με την ψυχή Τσιγγάνου,
Τραγουδώντας στη ληστεία να ριχτώ,
Να υποφέρω στους ήχους του οργάνου
Και σαν αμαζόνα στη μάχη να ορμώ.
Να διαβάζω τ’ αστέρια σε μαύρο πύργο,
Τα παιδιά να οδηγώ απ’ το σκοτάδι πέρα…
Η μέρα η χθεσινή να μοιάζει με μύθο
Κι η κάθε μέρα μου να 'ναι μια τρέλα!
Μ’ αρέσει κι ο σταυρός και το μετάξι και το ξίφος,
Η ψυχή μου είναι μιας στιγμής τ’ αχνάρι…
Τα παιδικά χρόνια που μου 'δωσες ήτανε μύθος,
Στα δεκαεφτά το θάνατο στείλε να με πάρει.

Μετάφραση: Γιώργος Μολέσκης
Πηγή: http://authorsandwriterstooktheirownlives.blogspot.gr/

Έρευνα-Επιμέλεια αφιερώματος : Αγγελική Καραπάνου