Η ανεμώνη στην ποίηση (ποιήματα)

Η ανεμώνη στην ποίηση (ποιήματα)

Ένα λουλούδι μ' έναν πολύ συγκινητικό μύθο θα τιμήσω σήμερα. Την εύθραυστη ανεμώνη. Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Άρης κυριευμένος από τη ζήλια  για τον εραστή της Αφροδίτης Άδωνι, μεταμορφώθηκε σε κάπρο και τον σκότωσε. Η Αφροδίτη στο νεκρό σώμα του αγαπημένου της έσταξε νέκταρ και φύτρωσε  το ανεμολούλουδο, που ο αέρας σκορπά εύκολα τα πέταλά του. Για να δούμε με ποιο τρόπο ενέπνευσε τους ποιητές το πανέμορφο άνθος!

Ανεμώνες στον άνεμο-ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

Τότε που σ'είδα να'ρχεσαι με τ'άγια χελιδόνια,
Τότε που μόλις ένιωσα για ποια χαρά μιλούσαν
Μέσα στα φύλλα τα πουλιά,τα πνεύματα στα κλώνια
Κι οι πεταλούδες που στο φως νεογέννητες ξυπνούσαν.

Το μονοπάτι εδιάβαινες κι είχες μια λάμψη τόση,
Μια τέτοιαν άνθινη ομορφιά στο νοτισμένο χώμα,
Που δίχως άλλο η άνοιξη θα σ'είχεν ανταμώσει
Και κάτω απ'τις μυγδαλιές σ'εφίλησε στο στόμα.

Πηγή: Νέα παγκόσμια ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Διόσκουροι


Δε θέλω ανεμώνες κόκκινες-ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ (ΜΑΤΣΗ ΑΝΔΡΕΟΥ)

Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες,μαβιές και άσπρες,
θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου
που’ναι σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.

Πηγή: Ερωτική ανθολογία, Εκδόσεις Λειψία

Η ανεμώνη-ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

Ένας βράχος στα βουνά
συλλογιέται μοναχός του.
Ένα ρυάκι, που περνά,
κάτι τραγουδάει εμπρός του.

Μία ανεμώνη, που ανθεί
εις τον βράχος τηριγμένη,
να νοήσει προσπαθεί
το τραγούδι τι σημαίνει.

κι όλο σκύφτει πιο πολύ
και ξεχνά το στηριγμά της.
Τι τραγούδι να λαλεί
ο τρεχάμενος διαβάτης;

Τραγουδεί για μία αγκαλιά,
που με πόθον ανοιγμένη
στην χρυσήν ακρογιαλιά
μέρα νύχτα τον προσμένει.

-Αχ κι ας ήμουν, λέγ', εγώ
κείνη που θα τ’ αγκαλιάσει!
Και τα ρεύμα το γοργό
σκύβ’ η λουλουδιά να φθάσει,

Μα, σαν έσκυβ’ έτσι δα
το νερό με την ορμή του
τα φυλλάκια της μαδά
τα κατρακυλά μαζί του.

Τώρα στέκει μαδητή,
στέκει στέλεχος μονάχο!
Διατί, άχ! Διατί
ξεστηρίχθηκ’ απ’ τον βράχο!

Πηγή:Ατθίδες Αύραι

Το κόκκινο μιας ανεμώνης-ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΤΣΙΡΗ

Είπες
πως δε σε νοιάζει
η βροχή
άμα στα χέρια σου
κρατάς μιαν ανεμώνη…

το κόκκινο της
αγαπάς
μα ξέχασες
πόσο το αίμα σε φοβίζει…

Αχ… μάτια μου…
η ανεμώνη
έχει ολάνοιχτες
πληγές
και τ’ ακροδάχτυλα
στο αίμα
πλημμυρίζει…

Πηγή: https://stixoi.info/

Οι ανεμώνες-ΙΩΑΝΝΑ ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

Παλιοί φίλοι,
ακούραστοι στο πέρασμα της ζωής,
που φύλαξαν της παιδικότητάς μας το χαμόγελο
που τόσο φευγαλέο ήτανε στο χρόνο,
μα ζει παντοτινά σα μνήμη
αυτού που θα μπορούσε να 'ταν,
αλλά οι σκιές δεν τ’ άφησαν ολότελα ν’ ανθίσει.

Μόλις που του χειμώνα η παγωμάρα άρχισε
στα ξέφωτα και στις πλαγιές να πεθαίνει,
οι ανεμώνες σα λαός φωτός και πάλι βγαίνουν,
για να θυμίσουν εκείνην τη νεότητα, την κρυμμένη
μέσα στη λάμψη της ψυχής που αναμένει
να δει η καρδιά μας τα μηνύματα της ομορφιάς
που δεν κάμφθηκαν στο χρόνο.

Ένα μήνυμα συνεχές
που κούρνιασε στην αγκαλιά των εποχών,
αλλά η ματιά που θαύμασε μονάχα τον εαυτό της
άφησε ξεχασμένο παράμερα να στέκει,
γιατί δεν ήτανε γέννημα δικό της.

Μα της ζωής οι αστραπές,
που η αφθονία τους έφτιαξε σύμπαντα
μικρά και μεγάλα,
μέσα σε ποταμούς ανεξερεύνητους πυρός
να διασχίζουν τα όντα και τις αισθήσεις,
δε θα χωρέσουν στα σπίτια του σκότους,
θα σπάσουν τα δεσμά της λήθης
κι οι ανεμώνες θα χαθούν
για έναν κόσμο άλλο,
όπου η άνοιξη θα 'ναι αιώνια.

Πηγή:Ψυχές της φύσης

Διαβάζοντας το ποίημα στις ανεμώνες-ΙΩΑΝΝΑ ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

Εκεί, στου αγρού την άκρη την ηλιόλουστη,
οι ανεμώνες της νεότητας ξεκουράζονται.
Το μήνυμα πια της αρχής της νέας ακούστηκε.
Τα μάτια της καρδιάς είδαν τον ήχο
και αναγάλλιασαν στις φωτεινές ακτίνες τ’ ουρανού
που χόρευαν σε κύματα πυρός
κι εκστατικά τα σύμπαντα
αντίκρυζαν το μέλλον.

Οι ανεμώνες οι μικρές λυγιόντουσαν
στο φύσημα του αέρα,
ανέμελα, γιατί ο ήχος τους δεν έμπαινε
στα κτίσματα των λόγων
κι οι φυλακές των λέξεων,
με πλούτο γεμισμένες από νοήματα πεθαμένα,
ξένες τους ήτανε, γιατί
μέσα στο φως του μέλλοντος εδιάλεξαν να ζήσουν
και τ’ αποκτήματα της σκοτεινιάς
αδιάφορα τους ήταν.

Μα πάλι, δεν ήθελα οι ανεμώνες να χαθούν
χωρίς το άγγιγμα εκείνο της ψυχής
που χαρούμενα διαβαίνει το παν
και κάνει τα πάντα αισθητά
στις καρδιές που θέλησαν στ’ αλήθεια
της ύπαρξης το θαύμα να γνωρίσουν.
Ας ακουστεί το ποίημα
στου λιβαδιού τους τόπους
κι ας σπάσουνε τα σύνορα
εκείνης της αδυναμίας της φαύλης,
των τυφλωμένων,
που κλείστηκε στα τείχη της
κι εξόρισε τον κόσμο.

Τις σελίδες κρατάω κι ανεμίζουνε
κάτω απ’ τα δέντρινα κλαδιά
κι οι ανεμώνες κάτω μου ονειρεύονται
το φετινό ταξίδι τους
στου ήλιου τους φλεγόμενους δρόμους.
Κι οι λέξεις βγαίνουνε ψιθυριστά,
σαν πια να ντρέπονται που έχουνε ψυχή
κι οι αποστάσεις πεθαίνουν.
Γιατί έχουν ξεχάσει τα νοήματα
απ’ της ψυχής τη χώρα
κι η δόξα αβάσταχτη τους φαίνεται
σ’ εκείνο το κενό ξανά να κατοικήσει
το νόημα το εσώτερο,
το στήριγμα των όντων.

Μα οι ανεμώνες πιάσανε
τους ήχους της αγάπης,
τους σπινθήρες εκείνους της δόξας
που το διάστημα πληρώνουν με χάρη
και δένουνε σε μια κλωστή φωτός
της ζωής τα κύματα, τα φευγάτα
από της αίσθησης την κατοχή.
Οι σημασίες άυλες χορέψανε
με τα φτερά του είναι,
αθανασίας σκιρτήματα
τόσο απλά που όνομα δεν έχουν άξιο
για των ανθρώπων τη Βαβέλ
στην έρημο των ονομάτων.

Λάμψεις αγάπης κάτω απ’ τον ήλιο,
χάδια αέρινης δροσιάς
τον πυρετό της αποξένωσης κατευνάζουν,
μέσα σε ριπές ξαφνικής ομορφιάς
των ψυχών που σμίξανε
ενάντια στο φάντασμα του κόσμου.

Πηγή:Ψυχές της φύσης

Ανεμώνη-ΜΑΡΙΑ ΠΙΣΙΩΤΗ

Διπλός ελληνικός, τσιγάρο
κι η σκέψη στην ανεμώνη.
Πάλι τον ήλιο κοιτά
αψηφώντας τον κίνδυνο
που διατρέχουν τα ροδοβλέφαρά της
καθώς και τη γραφικότητα
τούτης της εμμονής της.

Πηγή: Ηδύλη-ακά τοπία; -2008

 Ἐπίλογος (Φυσάει) -ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Ήταν ένας νέος ωχρός. Καθόταν στο πεζοδρόμιο.
Χειμώνας, κρύωνε.
Τι περιμένεις; του λέω.
Τον άλλον αιώνα, μου λέει.

Που να πάω...

Όσο για μένα, έμεινα πάντα ένας πλανόδιος πωλητής αλλοτινών πραγμάτων,
αλλά… αλλά ποιος σήμερα ν' αγοράσει ομπρέλες από αρχαίους κατακλυσμούς.

Χρωματίζω πουλιά και περιμένω να κελαηδήσουν

Αλλά μια μέρα δεν άντεξα...
Εμένα με γνωρίζετε, τους λέω.
Όχι, μου λένε.
Έτσι πήρα την εκδίκησή μου και δε στερήθηκα ποτέ τους μακρινούς ήχους.

Τραγουδάω, όπως τραγουδάει το ποτάμι
Κι ύστερα στο νοσοκομείο που με πήγαν βιαστικά…
Τι έχετε, μου λένε.

Εγώ; Εγώ τίποτα, τους λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μας μεταχειρίστηκαν,
μ' αυτόν τον τρόπο.

Το βράδυ έχω βρεί έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι.
Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.

Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα,
αλλά εκείνη αρνείται.

Όμως απόψε, βιάζομαι απόψε,
να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της ν' ακουμπήσω,
μια μικρή ανεμώνη.

Κύριε, αμάρτησα ενώπιόν σου,
ονειρεύτηκα πολύ
μια μικρή ανεμώνη.
Έτσι ξέχασα να ζήσω.

Μόνο καμιά φορά μ' ένα μυστικό που το 'χα μάθει από παιδί,
ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο, αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε.

Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν τ' όνειρα στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ' τους αγγέλους.

Ζήσαμε πάντοτε αλλού.

Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο
κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί.

Φυσάει απόψε φυσάει,

τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι φυσάει,
κάτω από τις γέφυρες φυσάει,
μες στις κιθάρες φυσάει.

Φυσάει απόψε φυσάει,
μες στις κιθάρες φυσάει.

δωσ' μου το χέρι σου φυσάει,
δωσ' μου το χέρι σου...

Πηγή: Τάσος Λειβαδίτης-Ποιήματα

Με κοιμισμένες πέτρες-ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Σε μιαν εκστατική αγκαλιά
φυτρώσαμε
με αναστεναγμένες ανεμώνες

—«Με κοιμισμένες πέτρες
βασιλιάς
σε ματωμένους κήπους»

κυλάει το μαύρο τόπι
ο ήλιος
μες στη θάλασσα

δαιμονισμένα ψάρια
πένθιμα
το κοιτούν
καίγοντας το ασήμι

ένα μεγάλο δέντρο φυτρώνει ξάφνου
στο βυθό
χιονίζει μες στα μάτια μου
χρυσάφι

—«Με κοιμισμένες πέτρες
βασιλιάς
σε ματωμένους κήπους»

Πηγή:Σφραγίδα ή η όγδοη σελήνη

Πορτρέτο-ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Μέσα σ’ ένα χρυσό κύκλο
το κεφάλι του
πάνω του πέφτει χιόνι
το στόμα του βγάζει πύρινες
πληγές
άγριες τον κυνηγάνε ανεμώνες
μία γαλάζια βέργα απλώνεται
επάνω του
γύρω πετούν μικροί γλάροι
σταυροί ανοιξιάτικοι
τα χελιδόνια .

Πηγή: Τα στίγματα

Η ομίχλη-ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Η ομίχλη βρίθει
Από ανεμώνες.

Κοίτα τα κλαριά
Τι λίμνη
Τι ανυπόμονη καρδιά
Βλέπε μέσα
Στη σωστή σταγόνα
Ποια φόρα
Παίρνει το παιδί
Ποια νάρκη
Η γυναίκα.

Πηγή:Σαν πνοή του αέρα

Λύπη-ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ-ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ

Η Λύπη, ανεμώνη μοναχή
Σε κάμπο ερημικό
Θλιμμένη, δακρυσμένη
Τον ουρανό κοιτούσε
Και τον λαμπρό τον Ήλιο
Θερμοπαρακαλούσε
-Ήλιε λαμπρέ και βασιλιά
Χάρισε λίγη ζεστασιά
Στην παγωμένη μου καρδιά

Κι ο Ήλιος στοργικά
Τα δάκρυα στεγνώνει
Την παίρνει αγκαλιά

Πηγή: https://stixoi.info/

Η ανεμώνη-ΕΜΙΛΙ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ

Είθε,εγώ,να’μουν για σε,το καλοκαίρι
όταν οι μέρες του καλοκαιριού θα’χουν περάσει
κι η μουσική σου ακόμα να γινόμουν
σαν όλα τα πουλιά θα’χουν σωπάσει.

Για να βγάλω λουλούδια για σε, θα δρασκελίσω
το μνήμα. Και θα σπείρω τ’άνθη μου πάνω σ’αυτό.
Δρέψε με τότε,σαν μια ανεμώνη
Λουλούδι σου παντοτινό.

Μετάφραση: Μελισσάνθη
Πηγή: Νέα παγκόσμια ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Διόσκουροι

 

 

 Έρευνα-επιμέλεια αφιερώματος: Αγγελική Καραπάνου