"Αλλοτινά κι αγαπημένα" ποιήματα του έρωτα

"Αλλοτινά κι αγαπημένα" ποιήματα του έρωτα

15 Φεβρουαρίου! Στον απόηχο της γιορτής του Αγίου Βαλεντίνου,νιώθω κι εγώ όπως και πολλοί άλλοι πως είναι μια γιορτή χωρίς ουσιαστικό λόγο ύπαρξης, αφού οι ερωτευμένοι γιορτάζουν κάθε μέρα! Σήμερα είπα να σας παρουσιάσω κάποια ποιήματα του έρωτα από φωνές  δημιουργών του παρελθόντος που δυστυχώς δεν ακούγονται ιδιαίτερα στην εποχή μας, διαβάζονται από λίγους. Μαζί τους φέρνουν το αεράκι του ρομαντισμού αλλοτινών εποχών...Για να θυμηθούμε τι έγραψαν αυτοί οι ποιητές για τον θεό έρωτα!

Ερωτική βραδιά-ΗΛΙΑΣ Μ.ΒΑΣΙΛΙΚΑΣ

Θυμάμαι κάποια νύχτα μαγεμένη
που’χαν γιορτή τ’αηδόνια και οι γρύλλοι
δίπλα ’πό μια τριανταφυλλιά ανθισμένη
μ’ενωμένα βρεθήκαμε τα…χείλη!

Στιγμή από κάποιο όνειρο κλεμμένη!
που της καρδιάς αλήθεψαν οι θρύλοι,
ψίθυροι ανέκφραστοι μα φλογισμένοι
στ’αυτιού μας αντηχούσαν το κοχύλι.

Κι απ’ της ψυχής μας τ’αναμμένα βύθια
αγάπης φλόγα ανέβαινε στα στήθια
σα να φλεγότανε το παν στην πλάση!

Τότε τριγύρω μας πέσαν τ’αστέρια
και το φεγγάρι στάθηκε στα αιθέρια
με τα χρυσάφια του να μας σκεπάσει.

Επίκληση στον έρωτα-ΛΙΛΗ ΙΑΚΩΒΙΔΗ

Έλα και την πνοή μου μοσκοβόλησε,
έλα και το κορμί μου πότισέ μου,
έλα και την ψυχή μου νεκρανάστησε,
Καλέ μου!

Έλα και κάνε με ό,τι θες: γυναίκα σου,
ερωμένη σου,αρραβωνιαστικιά σου.
ή δέσποινα,ή δουλεύτρα,είμαι στα πόδια σου,
δικιά σου!

Κάθε φορά,ουρανέ,που θ’αγναντέψω σε
ξάστερα,στης νυχτιάς μου το σκοτάδι,
όπου βρεθείς μου ανοίγεις τον Παράδεισο
στον Άδη.

Φυτρώνουνε τα χάδια από τα χέρια σου
σαν από το υγρό το χώμα η χλόη
τ’όνειρο που με ζει κι ο πόθος σου,άφταστε,
με τρώει.

Των παρθένων της γης,για να τη σβήσουνε
τη δίψα τη δική σου, Έρωτα γίγα,
τα κρυφά κάλλη τ’άγγιχτα είναι ασήμαντα
και λίγα.

Τα μπράτσα σου τριχιές για τ’αλυσόδεμα,
του κόσμου είν’η χαρά το πρόσωπό σου,
και,για να ιδούν,τα μάτια μου έχουν ήλιο τους,
το φως σου.

Έλα σ’εμέ σα Χάρος ή σαν Άγγελος,
με το δρεπάνι ή με το κρίνο,δράμε ΄
για θερισμό ή για βλάστηση είμαι ολόγυμνη,
και να με!

Νιώθω σαν…- ΛΙΛΑ ΚΑΡΑΚΑΛΟΥ-ΚΑΡΑΝΙΚΟΛΑ

Νιώθω σαν μες στα χέρια σου,λες,τώρα-δα,
γεννιέται,μεγαλώνει το κορμί μου,
νιώθω,με μια ιαχή ν’αναπηδά,
και μπρος σου τα φτερά της να μαδά,
όλο φουρτούνα,αλαλιασμένη,κι’η ψυχή μου…

Κι’ακόμα,νιώθω το κορμί μου αναλυτό
σαν τον ατμό,σαν το νερό,σαν τον αγέρα,
σαν ένα πνεύμα από την ύλη του λυτό,
καθάριο,να ζητά τρελά με το
δικό σου να υψωθεί σε μια άλλη σφαίρα…

Νιώθω τη σάρκα μου όλη να ριγά
σε κάθε σου άγγιγμα τρελό,να τρέμει.
Νιώθω κόμπος στητός σιγά-σιγά
ν’ αργοσταλάζει της ψυχής μου ο χυμός.Κι αργά
να λιώνω στα φιλιά σου λιγωμένη…

Νιώθω κάθε μου νεύρο να σκιρτά,
κάθε μου ιστό,σαν χόρδα,τεντωμένο.
Κι όλο μου το κορμί σα να πετά
μύρια ανθοπέταλα απαλά, που τα
σκορπά μπροστά σου,μεθυσμένο…

Νιώθω πως σε κανένα Δημιουργό
δεν το χρωστώ το μέστωμα το θείο.
Μπρος σε πανώρια Δύναμη το γόνυ δε λυγώ,
και μοναχά σε σένα το χρωστάω εγώ
και της ψυχής και του κορμιού το μεγαλείο!

Εξομολόγηση-ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΖΙΤΣΑΙΑ

Ναι…Παράξενη η αγάπη μου-σαν ψεύτικη
Φιλάργυρη στα λόγια…μοναχή μου,
κρυφά κρατούσα τους καημούς τες ζήλειες μου
Κι’ας έλιωναν οι φλόγες την ψυχή μου.

Το-Σ’αγαπώ-δεν έφθασε στο στόμα μου
κι ας έφτανε η φωνή του στα ουράνια
κι ας ένιωθα τον πόνο μεγαλύτερον
σ’αυτή την τραγική μου περηφάνεια.

Έτσι, κι’όλα τα πλούτη της αγάπης μου
Είχα κρυμμένα στης ψυχής τα βάθη
κι’ ο χωρισμός ακόμα που με σπάραξεν
αδάκρυτος και πιο βουβός εστάθει.

Και τώρα,μια χαρά για την περφάνεια μου
νιώθω την ερημιά μου που με ζώνει
Κ’όλο θυμούμαι κάποιο χαμογέλιο σου
χωρίς να ξέρεις πόσο με πληγώνει.

Πονούσα…μα χαιρόμουν όταν θέλησες
το δρόμο μ’ευκολία να χωρίσεις
που την καρδιά παιχνίδι σου δεν έδωκα
σαν νικητής απάνω να πατήσεις.

…Όμως …στ’αλήθεια τι να κέρδισα
Τι κι αν δεν είδες τον καημό στα μάτια,
τι κι’ αν απάνω στην καρδιά δεν πάτησες;
-Μήπως δεν έγινε στα στήθια μου κομμάτια;

Η αγάπη-ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΦΝΗΣ

Οι πιο χαμένες,οι πιο μάταιες ώρες,
είναι όσες δίχως έρωτα περνούν.
Μοιάζουν με τις χλωμές κλεισμένες κόρες
που σ’ένα μοναστήρι πάντα ζουν.

Που ενώ θαυματουργεί η χαρά του Απρίλη
και σειούνται οι κλώνοι,ερώτων αγκαλιές,
εκείνες πάνε αργά κατά το δείλι
στον ανθισμένο δρόμο σιωπηλές.

Η Αγάπη! Τίποτ’άλλο δεν αξίζει
στη λιγοστήν,εφήμερη ζωή!
Το δέντρο της ψυχής να τρικυμίζει
από πλατιά,ανθομύριστη πνοή!

Και μες στων λουλουδιών το πανηγύρι,
λίγη η φροντίδα,η ελπίδα περισσή.
Γεμάτο ας λάμπει,ας λάμπει το ποτήρι
απ’του φιλιού,απ’του πόθου το κρασί!

Κι αν,ξεπλανεύτρες κάποτε σειρήνες,
οι Αγάπες για το θάνατο καλούν,
μα οι πιο χαμένες ώρες είν’εκείνες
που μάταιες,δίχως έρωτα κυλούν!

Ταράζει με η φωνή σου-ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ

Παθητική: Τρέμει ως κρουσμένη βιόλα.
Ηδονική: Κρούει ως γυμνή σάρκα μυροβόλα.

Μου παίρνει τα συλλοϊκά και σαστισμένο
με φέρνει αλλού: Σε χώρες μαγικές διαβαίνω.

Ακούω μακάριος τον ήχο της φωνής σου,
σαν κάποιο αντίλαλο χαμένου Παραδείσου.

Και μέσα σε πανήδονο αποκάρωμα,
στην έκστασή μου χύνεται σαν άρωμα,

σαν τα βαριά τα μύρα της Ανατολής.
Για πες: Μεθούν με αρώματα, ή μιλείς;

Ιερό-ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Απ’τα παιδιάτικά μου χρόνια,
που μιαν ημέρα ξαφνικά
του έρωτα αγρίκησα τ΄αηδόνια
να κελαηδούν μαγευτικά,

και γέμισε η καρδιά μου Απρίλη
και μου φτερώθηκε η ψυχή
και μ’αργοσάλεψαν τα χείλη
σε στεναγμό,σε προσευχή,

ως τώρα, που’ρθε αγάλι-γάλι
να ισκιώσει με η χινοπωριά,
κι έχω τα χιόνια στο κεφάλι,
κι έχω τα βήματα βαριά,

πόσες γυναίκες την καρδιά μου
δεν ετυράγνησαν σκληρά,
δεν εγευτήκαν τα φιλιά μου
και δε μου δώσαν τη χαρά!

Χαρά το νάζι τους, και τ’όχι,
χαρά και το γοργό τους ναι,
χαρά κι εσύ,της ζήλειας βρόχι,
κι’εσύ του «χαίρε» κεραυνέ.

Πόσες χαρές,πόσες λαχτάρες,
Πόσες αγρύπνιες,τι καημοί,
τι λόγια,τι όρκοι,τι κατάρες,
τι στεναγμοί,τι λυτρωμοί!

Κι έτσι η ζωή μου με παιχνίδια
Κυλούσε,πάντα γελαστή,
κι έλεγα «φέρε μου απ’τα ίδια»
στον έρωτα τον κεραστή.

Ώσπου μια μέρα ήρθες,μοιραία,
σαν αστραπή και σα βοριάς,
με τ’Αρχαγγέλου τη ρομφαία,
με τη μορφή της Παναγιάς.

Ήρθες και στάθηκες εμπρός μου
Ίδιος ο πόθος μου ο κρυφός,
κι είδα ν’αλλάζει η όψη του κόσμου,
κι είδα να λούζει με άγιο φως.

Κι ως τη θωριά του ήλιου να’χα
Θαμπώσει,κάτου ταπεινά
έσκυψα,λέγοντας μονάχα:
«Τώρα,αγαπώ στ’αληθινά».

Μέρες ξανθές-ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΥΔΗΣ

Μέρες ξανθές
σαν κεφάλια μικρών παιδιών
ωραίες.

Μεσημέρια όλο φως
σα μάτια από θάλασσα.
Νύχτες ζεστές
Σα βελούδινα μαξιλάρια.

Ζωή ενός καλοκαιριού
που έφερε
ένα αιώνιο λιοπύρι.

Κάθε που βλέπω τα μάτια σου
Ζούνε μέσα μου όλα.

Η Αμαζόνα-ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΛΗΣ

Τη νύχτα αργά,στου ύπνου το πρώτο χάδι,
Γρικώ στο σκοτεινό μου τον κοιτώνα
σαν ίσκιος να προβάλλει μια Αμαζόνα,
πάντα χλωμή και πάντα μαυροφόρα,
και με τα λόγια τα ίδια ως κάθε βράδυ,
να με καλεί να πάμε στη δική της χώρα.

«Απόψε φεύγουμε.Έλα,ξύπνα,ντύσου.
Τ’αλόγατα άκου τα: όξω χλιμιντράνε,
τα πέταλα ανυπόμονα βαράνε,
κι είναι η βραδιά ως τη νείρεται η ψυχή σου.

Αφέγγαρη βαθιά η αστροφεγγιά,
νέφαλου μήτε χνάρι στον αιθέρα,
φύλλο δε σειέται γύρω στα λογγιά
μηδέ καπνός στον κάμπο πέρα ως πέρα.

Σήκω όμως τώρα, μην κομπιάζεις,έλα,
τι, μια και στρώσει,ο δρόμος πάει γαϊτάνι.
Φτερό πετάει στον άνεμο κι η σέλα
κι ούτ’ έγνοια κι ούτε πόνος πια μας φτάνει».
Κι ασάλευτο ως θωρεί με να σωπαίνω,
το ατέλειωτο και μυριοειπωμένο
ξαναρχινάει τροπάρι για τα δώρα
που μου φυλάει,αχώριστο όταν ταίρι
στης πρώτης πάλι αγάπης μας τη χώρα
το αιώνιο θα τρυγάμε καλοκαίρι,
μακριά απ’των πόθων πια την τυραννία
και την αμέρωτη της νύχτας αγωνία.

Κι ως πάντα εγώ σωπαίνω,αργά ζυγώνει,
τα πέπλα από την όψη ανασηκώνει,
και παγερόχνωτο ένα σκοτεινό
φιλί,γεμάτο νύχτα και χειμώνα,
κολλώντας μου στο μέτωπο το αχνό,
μου λέει: «Κι αυτό με τ’άλλα για αρραβώνα.»

Και χάνεται και φεύγει πάλι μόνη,
Ίσκιος σκορπάει στων Ίσκιων το βασίλειο.
Κι εγώ ,που αψύς καημός το φως με λιώνει,
και της ζωής με φλέγει ο πόθος,και στα χιόνια
και καρτερώ αμετάνιωτος τον Ήλιο.

Της αγάπης-ΜΑΡΙΑ ΦΑΛΑΓΓΑ-ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Πώς σε λαχτάρησε η χαρά μου
κι η θλίψη μου,κι η μοναξιά μου…

Στην τραγικήν απαντοχή μου
πόσο σε ζήτησε η ψυχή μου…

Άνθος ανοίχτηκα,σα δρόσο
να σε δεχτώ και να σε νιώσω…

Στο βράδυ που έφτανε μοιραίο
σε πόθησα και σ’είδα,ωραίο…

Κι είχα τα χέρια μου απλωμένα
την ώρα που ήρθες προς εμένα…

Σιγή του ονείρου βασιλεύει
καθώς η Αγάπη με χαϊδεύει…

Και γέρνει απάνω μου σα φίλη
και με φιλεί βαθιά στα χείλη…

Και ξάφνου, η σκοτεινιά του δρόμου
φωτάει απ’το χαμόγελό μου…

Άστρα με ραίνουνε και μύρα,
κι εντός μου ρέει φωτοπλημμύρα!...

Του έρωτα και της μοναξιάς-ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ

Την έφερε ένας άνεμος δυτικός
ταξιδιώτης σταχτογάλανος τη μικρή Καρυάτιδα
την πιο παράξενή μου αγάπη
που δε μετρούσε πάνω από είκοσι άνοιξες μελαγχολικές
στα χιονισμένα ανθοκήπια του Μάρτη
αθόρυβα που περπατούσε σαν το ψιθύρισμα της χλόης.

Χαιρετούσε όλα τα ταξίδια των πουλιών με το μαντήλι της
κουβεντιάζοντας κάθε πρωί με το μικροπουλητή του ήλιου
σεργιάνιζε το βλέμμα της απ’το παράθυρο στις ανεμότρατες
εκεί που οι ναύκληροι ονειροπολούν την έξοδο στον ωκεανό
εκεί που οι ώρες γίνονται γλάροι στα βαθειά δάση του Ποσειδώνα
και τα δελφίνια μαγεμένα ακινητούν πλάι στα νιόφερτα καΐκια.

Κρύβοντας στα στήθια μου το κεφάλι της μιλούσε πρόσχαρα
ένα ρυάκι κάτω απ’τους φράχτες των γιασεμιών ήταν η φωνή της

ηλιαχτίνα έπαιζε μ’ένα κίτρινο στάχυ στο στόμα
χάιδευαν τα πεσμένα της μαλλιά το τραχύ νόημα της γης
κι ούτε ποτέ της γνώρισε το μαύρο σύννεφο που χαμηλά περνούσε.
Το μαύρο σύννεφο ήταν άλογο ξέφρενο στ’αλώνι τ’ουρανού
θύελλα σ’ελατόδασο με την αστραπή κατάστηθα καρφωμένη
χωρισμός μεγαλύτερος απ’τη σιωπή του νεκρού ναρκίσσου
το μαύρο σύννεφο η πλήξη που στέγνωσε το μελάνι της καρδιάς μου.

Θε μου ποιο άστρο να δέχτηκε την αποδημία της κι έλαμψε΄

Σ’αγαπώ-ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ

Σ’αγαπώ μ’ένα πάθος που είναι πιο κι από φλόγα,
πιο κι απ’άνεμο λαύρο: καταιγίδα στα δάση.
Ένα πύρινο ρυάκι μες στις φλέβες μου τρέχει
κι η αγωνία μου σφίγγει την καρδιά μου να σπάσει.
Μια χορδή είμαι που πάλλει μες στη νύχτα, ένα φύλλο
που τ’αρπάζει τ’αγέρι το τρελό και το πάει.
Σ’ένα στρόβιλο μέσα φεύγουν όλες μου οι ώρες.
Κλειώ τα μάτια κι αφήνω την καρδιά ν’αγαπάει.

Πού πας;-ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ

Πού πας μες στο χιονόνερο,στο κρύο
που την καρδιά μουδιάζει σαν αφτέρωτο πουλί;
Πού τρέχεις,
μ’αυτήνε την αποκοτιά στα ρεύματα των σοκακιών,
λιγνή και μικροκαμωμένη;
-Πάω να δώσω τούτο το κορμί στου έρωτα τις χαρές
και στα φιλιά τούτο το πικραμένο στόμα.
Τώρα το πάω. Πρίχου το μετανιώσει η μοίρα του
και μ’ανημπόρια η κακή αρρώστια το μαράνει.
Γιατί το χτύπησαν,γιατί το ντρόπιασαν,
το’χαν ανήλιαγο και στερημένο.
Πάω να του δώσω τη γλυκειά ευφροσύνη,
γιατί το σκλάβωσαν και το στραγγίξαν
δίχως να το ρωτήσουνε αν το μπορεί,αν το θέλει.
Είναι δικό μου αυτό το σώμα και δικός μου ο πόνος του,
η αρρώστια του κι ο θάνατός του
σαν θα’ρθει η ώρα μοναχή μου θα ψυχομαχήσω-
κι ορίζω σήμερα να πέσει
στου αγαπημένου μου την αγκαλιά.
στη βρύση εκείνη να λουστεί των τραγουδιών μου.

Μυστικό βράδυ-ΜΗΤΣΗΣ ΚΑΛΑΜΑΣ

Στο κύμα πλάι
που αχνογελάει,
σμιχτά τα χέρια κ’οι καημοί μας,
και στον αφρό,
που τ’αλαφρό
τ’αγέρι φέρνει την πνοή μας,
έλα γλυκά
και μυστικά,
να νιώσουμε το θείο βράδυ,
μες στην ψυχή
μας να χυθεί
με της γαλήνης τ’ άυλο χάδι.
Και σα σπηλιά
βαθιά αγκαλιά
ας γέρνει η νύχτα ολόγυρά μας,
κι’ας στάζει αγνή
κάθε αστρινή
αχτίδα μέσα στην καρδιά μας.
Έτσι γλυκά
και μυστικά
του πόθου ας πιούμε το ποτήρι,
κι ως το βωμό,
χωρίς σωμό,
ας καίει η αγάπη θυμιατήρι..
Κι όταν στερνός
ο αυγερινός
σα στου βουνού σκάσει την άκρη,
μες στη σιωπή,
σαν αστραπή,
ας πιω απ’τα μάτια σου το δάκρυ.

Έρωτες ανέμων-ΜΙΧΑΗΛ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ω,βοή των ανέμων,πνοή των δαιμόνων,
-των ερώτων φυλάνε τον παράδεισο οι δαίμονες!-
πόσες ώρες χαράς στις ερμιές των χειμώνων
μες στο βόγγο σου κρύβεις!

Το κρυφάνοιγμα θύρας στη βαθειά σκοτεινιά,
που τα μαύρα μεσάνυχτ’απλώνουν,
Συ,με μάγο κλειδί σε βουβή κλειδωνιά,
σαν μεσίτρα καλόγνωμη σπρώχνεις.

Συ,με δέντρων δαρμούς και τριγμούς παραθύρων
Και γοερά χαραμίδων σφυρίγματα,
Προβοδάς στο στρατί των ανθένιων ονείρων
του εραστή το γατένιο αργοπάτημα.

Στη ζεστή καμαρούλα,της αγάπης φωλιά,
Σταματάς,ωσάν φύλακας,έξω .
κι αρμονίζεις φωνές και ταιριάζεις βιολιά,
σε τρελή μεθυσιού πατινάδα.

Κι όταν,κάτω, στο χνούδι του χαλιού,αργοκυλά
Η λαχτάρα των ρούχων μπρος στης σάρκας τη γύμνια,
Η πνοή σου τον ύπνο του σπιτιού ξεγελά
κι η σπορά σου,-χαρά του!...

Η νευρόδαρτη κλίνη το δικό σου τριγμό
μες στης νύχτας το θόρυβο παίρνει,
και χορεύουν στα τούλια με Σαλώμης ρυθμό
των σπασμών οι ανέμοι…

Στον αχό σου ξεσπά το σκαστό το φιλί
Και ρουφά σου της μπόρας τη μάνια,
Και τα λόγια,που η γλύκα των χειλιών κελαηδεί,
την ορχήστρα σου ανήκουστη αφήνουν.

Το κανδήλι κι αν σβει,μα και τ’άστρα σβηστά,
κουρασμένα,στ’απόβαθα ουράνια!
Κι αν τα μάτια απομείναν μια στιγμούλα κλειστά,
κάποιο ρόδο στον κήπο θ’ανοίγει…

Κι όταν πάλι, υστερνά,με καημό,σιγανά.
Φεύγει ο νιος κι όλο μένει,
Συ,στο αχνόφως,στην πόρτα,στην αυλή,στη γωνιά,
προβοδάς τη φευγάλα,κρυμμένη…

Ω,εσύ,βοή των ανέμων,πνοή των δαιμόνων.
πόσες ώρες χαράς μες στις δίπλες σου κρύβεις,
Στις ερμιές των χειμώνων!
-Τη ζωή των ερώτων διαφεντεύουν οι δαίμονες!

Λόγος για ένα έρωτα-ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ

Ένα στυφό κορίτσι γάζα αλεύκαντη μες στον καθρέφτη
Εφηβικών ματιών με αναπολεί.
Επάνοδος λοιπόν σ’ελάσσονες αγάπες μ’άναρθρα φεγγάρια;
Κατάφλογε έρωτα της μιας στιγμής
της τόσο αντίνομης…!

Ερωτικός λόγος-ΑΡΙΑΝΑ ΦΕΡΕΝΤΙΝΟΥ

Το δέρμα σου με είχε τυλίξει
κι όπως μες το ζεστό σκοτάδι
το στόμα σου ανοιγόκλεινε σαν όστρακο
είχ’αρχίσει απ’τα χέρια σου
ένα μακρύ τραγούδι
στο ρυθμό της δικής μου φλέβας.
Μα ήταν κιόλας πολλή ώρα
που κάτι σαν ίσκιος είχε σταθεί
ανάμεσα στα μάτια
και τα χέρια δεν έφταναν τ’άλλα χέρια
κι η στιγμή επίμονη,
είχ’απομείνει μετέωρη
ανάμεσα στις δυο αναπνοές.
Τότε τα σώματα σταθήκαν
γυάλινα
κι όπως ακούμπησαν το ένα τ’άλλο
σπάσαν,
και τα κομμάτια σκορπίστηκαν
στο γαλάζιο κρεβάτι.

Έρωτας-ΤΖΟΥΖΕΠΕ ΠΑΡΙΝΙ

Όταν τα ωραία της μάτια με κοιτάζουν
θέλω να της ανοίξω την καρδιά μου,
μα οι στοχασμοί μου τόσο παραλλάζουν
που κλει το στόμα,χάνεται η μιλιά μου.

Κ’ο Έρωτας λέει.- «Δεν πρέπει να δειλιάζουν
Όσοι ζητούν να’χουν τη συντροφιά μου».-
Κ’εγώ του λέω: -«Λόγια που να ταιριάζουν
δεν βρίσκω στη μεγάλη αποθυμιά μου».-

Χαμογελάει,στο στήθος μου κρυμμένος,
Πονόψυχος ο Έρωτας, και προβαίνει
στα μάτια μου λαμπρός κι’αρματωμένος.
Σαν ρήτορας πάνω στο βήμα βγαίνει…
και να λέει τον αφήνω,γιατί ξέρει
-ό,τι αυτός θέλει-να το καταφέρει.

Μετάφραση : Μαρίνου Σιγούρου

Νύχτα έρωτα-ΖΟΑΟ ΝΤΕ ΝΤΕΟΥΣ

Εξαίσια νύχτα έρωτα,
Μαγευτικό ανθισμένο κρεβάτι,
θεϊκοί στεναγμοί ηδονής!
Σαν το λεπτό κοτσάνι λουλουδιού στον αγέρα
έτσι έτρεμε… Το σεληνόφωτο εκείνης της νύχτας
δε θα μπορέσω ποτέ να το ξεχάσω,ποτέ!

Το θελκτικό αυτό λουλούδι,
το μισανοιγμένο μπουμπούκι ρόδου
που ήταν το στόμα της,Θεέ μου!
μαραινότανε… Μα, σαν το φεγγάρι ύστερ’από ένα σύγνεφο,
ξανάνθιζε από αγάπη
λέγοντας: Είμαι δική σου!

Αυτό το χιόνινο άγαλμα που ήταν το κορμί της,
πώς μπόρεσε να κρατήσει μέσα του τόση φωτιά,
χωρίς να λιώσει μέσα στα χέρια μου…
Στ’άσπρα της στήθια,σαν τον αφρό της θάλασσας,
τα κύματα του πάθους ανεβοκατέβαιναν
σαν κύματα ταραγμένης θάλασσας!

Πώς με κοίταζαν τα μάτια της!
Πώς λιγοθυμούσαν πάνω στα δικά μου!
Πώς ξαναφωτίζονταν και πάλι!
Πώς έγινε και,σε μια τέτοια στιγμή,
Οι δυο ζωές μας κ’οι δυο καρδιές μας
Δεν ανακατεύθηκαν,δεν έγιναν ένα για πάντα!...

Μετάφραση: Κώστας Ουράνης

Έρωτας χαρτοπαίχτης-ΤΖΟΝ ΛΙΛΙ

Ο Έρωτας ο πονηρός κ’εκείνη π’αγαπώ
μια μέρα παίξανε χαρτιά με πονηρό σκοπό,
κι έβαλαν κάτω δυο φιλιά που να δοθούν στο στόμα,
μα τα’χασε ο Έρωτας κι έχασε κι άλλα ακόμα.

Έχασε τη φαρέτρα του,το τόξο, τις σαΐτες
κι ένα ζευγάρι ερωτικούς της μάνας του σπουργίτες.
Έβαλε κάτω κάτασπρα,ζευγάρι περιστέρια,
μα στης αγάπης μου κι αυτά περάσανε τα χέρια.
Έβαλε του προσώπου του τα τριανταφυλλάκια
και τα λακάκια που γελούν στα δυο του μαγουλάκια,
κοράλλια από τα χείλη του κι απ’το κορμί του γάλα
και σαν επήγανε κι αυτά εκεί που πήγαν τ’άλλα,

έβαλ’ εμπρός της κι έπαιξε τα δυο τρανά παλάτια,
τα δυο παλάτια της ψυχής,τα δυο γλυκά του μάτια .
μα του τα κέρδισε κι αυτά. Κι ο Έρωτας χαμένος,
σηκώθηκε ο κακόμοιρος κι έφυγε τυφλωμένος.

Έρωτα! αυτά που έπαθες μ’εκάνανε να μάθω
Τι έχω απ’την αγάπη μου κι εγώ ο φτωχός να πάθω.

Μετάφραση: Δ.Στάη

Πηγές

Ερωτική ποιητική ανθολογία, Εκδόσεις Λειψία
Ανθολογία Περάνθη
Ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Διόσκουροι
Παγκόσμια Ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση",Ναυτίλος,1995
Ποιητική ανθολογία της νέας ελληνικής γενιάς άγκυρας,1971
Ποιητική συλλογή: Η Μελαγχολία του Δαίδαλου,1952
Ποιητική Ανθολογία Μάλλιαρη,1975


Έρευνα-σκέψεις: Αγγελική Καραπάνου