Μέδουσες- ΟΜΗΡΟΣ ΞΕΝΙΔΗΣ

Μέδουσες- ΟΜΗΡΟΣ ΞΕΝΙΔΗΣ

Οι γλοιώδεις κυρίες της θάλασσας έκαναν και πάλι την επέλασή τους...Κι όλοι τρέχουν να σωθούν. Εκτός από έναν! Όλα αυτά στο διήγημα του Όμηρου Ξενίδη "Μέδουσες"! Ας το απολαύσουμε!

Μέδουσες- ΟΜΗΡΟΣ ΞΕΝΙΔΗΣ

         Η ιαχή «Τσούχτρεεες!!!» πάγωσε το αίμα των λουομένων. Μέσα σε λίγα λεπτά όσοι κολυμπούσαν στα γαλανά νερά αλλά κι όσοι λιάζονταν στην παραλία κατελήφθησαν από έναν πρωτόγονο φόβο. Ένας φόβος που πήγαζε από το ένστικτο της προϊστορίας του ανθρώπινου είδους. Κάθε φορά, όπως και στον πρώτο άνθρωπο, ο φόβος κατέκλυζε το είναι του καθώς συνειδητοποιούσε τη μηδαμινή του ασημαντότητα απέναντι στην απόλυτη παντοδυναμία της φύσης. Ακριβώς αυτό γινόταν τώρα σε αυτήν την πλαζ. Κανείς δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, πώς να αντιμετωπίσει τις γυαλιστερές μάζες αυτών των πρωτόγονων όντων της θάλασσας. Μέδουσες ή κοινώς τσούχτρες γιατί η επαφή μαζί τους προκαλούσε «τσούξιμο». Ήταν ασύγκριτα πολλές και ταξίδευαν μέσα στο θαλασσινό νερό σε μεγάλα κοπάδια, κάποιος στρατιωτικός θα τα ’λεγε σε σχηματισμό επίθεσης. Τώρα οι τσούχτρες μετακινούνταν αργά κι αθόρυβα μέσα στο υγρό περιβάλλον που φιλοξενούσε τους θερμόπληκτους κατοίκους της πόλης. Έμοιαζαν με νάρκες γεμάτες δηλητήριο που στο άγγιγμά τους προκαλούσαν αφόρητο πόνο στο ανθρώπινο σώμα. Σκηνές πανικού ακολούθησαν. Φωνές από έντρομους γονείς που έσερναν τα παιδιά τους με φόρα και φωνές στη στεριά. Έμοιαζαν πολύ με κακοπληρωμένους κομπάρσους οι οποίοι συμμετέχουν σε μια σκηνή «Αποκάλυψης», όπου θαλάσσια τέρατα εκδικούνταν εν ονόματι της φύσης το ανθρώπινο είδος. Νεαροί και νεαρές που μέχρι πριν από λίγο χαριεντίζονταν στα γάργαρα νερά, χτυπούσαν τώρα τα νερά με τα χέρια και τα πόδια τους για να διώξουν τις τσούχτρες μακριά τους. Πιο πολύ τις σιχαίνονταν γιατί ένιωθαν ανήμποροι απέναντι σε αυτές τις γλοιώδεις μορφές. Δεν μπορούσαν με τίποτα να αποδεχτούν την ήττα τους από ένα πλάσμα τόσο αρχέγονο που ούτε μάτια δεν είχε.
        Τα νερά άφριζαν σα να μολύνθηκαν ξαφνικά από ναυάγιο πλοίου που μετέφερε χημικά απόβλητα. Οι μέδουσες συνέχιζαν ατάραχες την επέλασή τους. Σε λίγα λεπτά η θάλασσα είχε γεμίσει και έμοιαζε μ’ έναν τεράστιο ζελέ με γεύση «θάλασσας». Κάποιοι κολυμβητές βούτηξαν κάτω από την επιφάνεια του νερού για να αποφύγουν τις τσούχτρες που επέπλεαν και επιχείρησαν έτσι να τις υποσκελίσουν. Ξέχασαν από τον φόβο τους ότι ο άνθρωπος δεν είναι ψάρι και αναγκασμένοι να αναδυθούν για να πάρουν αέρα, βρέθηκαν μέσα στη συμπαγή μάζα που σχημάτιζε ο μεγάλος αριθμός τους. Τα ουρλιαχτά τους θύμιζαν τις πολεμικές ιαχές των πρωτόγονων ψαράδων όταν συναντούσαν θαλασσινά τέρατα σαν κι αυτά της Οδύσσειας. Τραυματισμένοι και ηττημένοι οι λουόμενοι, ανήμποροι να τα βάλουν με το κοπάδι των υγρών δηλητηριαστών, εγκατέλειπαν άρον άρον την παραλία. Μερικοί πιο επίμονοι μαχητές που έβγαζαν τσούχτρες στην ακροθαλασσιά με βατραχοπέδιλα, με κουπιά, με παιδικά κουβαδάκια, παραιτήθηκαν μετά από λίγο αντικρίζοντας το αμέτρητο πλήθος των εχθρών. Άσε που όποιος τις έβλεπε στην αμμουδιά, τρόμαζε και φοβόταν μην πατήσει το δηλητήριό τους που είχε διαρρεύσει στην άμμο. Τα αισθήματα χαράς των μέχρι πριν από λίγο ανυποψίαστων παραθεριστών, είχαν μετατραπεί σε αισθήματα φόβου, τρόμου, αηδίας κι απορίας.

«Να μη μπορεί ο άνθρωπος να επιβληθεί στις τσούχτρες;»

«Να μη μπορεί να υποτάξει τα στοιχεία της θαλάσσης;»

«Τι κάνει το υπουργείο Ναυτιλίας;»

«Ποιος θα μας σώσει;»  
      Ο κ. Σπύρος Μελιάδης, συνταξιούχος του ΙΚΑ, ήταν ο μόνος που παρέμενε ατάραχος. Όταν ξεκίνησε ο πανικός ο κ. Σπύρος κατάλαβε ότι βρισκόταν στο σωστό μέρος την κατάλληλη χρονική στιγμή. Τα τρία τελευταία βράδια έβλεπε συνέχεια το ίδιο όνειρο. Ο πατέρας του, ο κυρ Νίκος, στεκόταν μέχρι τα γόνατα μέσα στη θάλασσα. Φορούσε έναν λευκό μακρύ πουκάμισο και κρατούσε στο δεξί του χέρι μια βέργα και στο αριστερό ένα ασημένιο κύπελλο. Ξαφνικά - εκεί τρόμαζε ο κ. Σπύρος - μέσα από τα κύματα πεταγόταν μια τεράστια κόκκινη μέδουσα. Μαστίγωνε με τα πλοκάμια της το νερό και πλησίαζε τον πατέρα του. Αυτός έμενε όρθιος, ατάραχος απέναντι στο θηρίο και φώναζε δυνατά κουνώντας τα χέρια του. Τα λόγια του πατέρα του χάνονταν μέσα στη βουή των μανιασμένων κυμάτων που σήκωναν τα πλοκάμια της μέδουσας. Το θηρίο αγρίευε και χτυπιόταν όλο και πιο πολύ. Μ’ ένα δυνατό σπλάααςςς το θηρίο άρπαξε τον πατέρα του και ο κ. Σπύρος ξυπνούσε καταϊδρωμένος. Ήξερε τι σήμαινε το όνειρο και γι’ αυτόν το λόγο ήταν σήμερα σ’ αυτήν την παραλία. 
            Ο κ. Σπύρος καταγόταν από τα παράλια της Μικράς Ασίας. Ο πατέρας του όταν έκλεισε τα δεκαπέντε, του είχε αποκαλύψει το μυστικό των μεδουσών. Το μυστικό αυτό, μια αρχαία τελετουργία εξαγνισμού των υδάτων, χανόταν στο βάθος των αιώνων και μεταφερόταν από πατέρα σε γιο. Ο κ. Σπύρος ένιωθε σίγουρος για τις ενέργειες που έπρεπε να κάνει. Είχε επαναλάβει όλη την ημέρα τα λόγια κρατώντας τα δύο αντικείμενα της τελετής. Ένα ασημένιο κύπελλο και μια λεπτή βέργα από φλαμουριά. Και τα δύο είχαν σωθεί από την καταστροφή του ΄22 κι από το πέρασμα του χρόνου.  
           Τώρα είχε έρθει η στιγμή να επέμβει. Ο κ. Σπύρος περίμενε υπομονετικά να βγει και ο τελευταίος λουόμενος από τη θάλασσα. Σηκώθηκε από την καρέκλα του, έβγαλε το πουκάμισο κι έμεινε με το μαγιό του. Προχώρησε με αργά βήματα και μπήκε στο νερό. Στην παραλία είχαν μείνει λίγοι λουόμενοι που απορούσαν με το γεροντάκι. «Έεε… τι κάνεις; Βγέες, βγέες….» φώναζαν. «Σταμάτααα… τρελάθηκες;;; Θα σε φάνε ρέε….» Οι περισσότεροι είχαν κοκαλώσει από το φόβο τους καθώς παρακολουθούσαν τον ηλικιωμένο λουόμενο να προχωράει ατάραχος μέσα στα δηλητηριασμένα ύδατα, κανείς όμως δεν έτρεξε να τον βγάλει ή να τον συνεφέρει.
             Ο κ. Σπύρος είχε μπει μέχρι τη μέση στη θάλασσα περνώντας μέσα από τους θαλασσινούς δηλητηριώδεις ζελέδες. Στην αρχή η φωνή του ήταν αδύναμη, στην τρίτη επανάληψη όμως το κινητό ενός λουόμενου κατέγραψε με ένταση τα παρακάτω λόγια:
«Ψυχήισιν θάνατος ύδωρ γενέσθαι, ύδατι δε θάνατος γην γενέσθαι, εκ γης δε ύδωρ γίνεται, έξ ύδατος δε ψυχή».
          Στο δεξί χέρι κρατούσε τη βέργα και την κατέβαζε με αργές κινήσεις σα μαέστρος ορχήστρας πάνω στις μέδουσες που τον περιστοίχιζαν. Με το αριστερό χέρι, που κρατούσε το κύπελλο βυθισμένο στο νερό, ο κ. Σπύρος σχημάτιζε μικρούς κύκλους σα να ανακάτευε μια μεγάλη χύτρα.
              Κανείς από τους μάρτυρες της σκηνής δε θυμόταν να πει στους ρεπόρτερ πόση ώρα στεκόταν το γεροντάκι μέσα στο νερό. «Κάτι κρατούσε στα χέρια του… κάτι λόγια φώναζε… κάτι έκανε… είχε πλάτη σε μας και δεν βλέπαμε». Το σώμα του κ. Σπύρου μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του από οξύ έμφραγμα.
«Μάλλον δεν άντεξε τα τσιμπήματα από τις πολλές τσούχτρες…» είπε στο βραδινό δελτίο ειδήσεων ένας νεαρός λουόμενος, μάρτυρας του περίεργου συμβάντος.
        «Τσούχτρες;;;» απόρησε ο δημοσιογράφος.
         «Ναι, είχε γεμίσει ξαφνικά η θάλασσα με τσούχτρες, αμέτρητες μέδουσες…»
       «Περίεργο…» είπε ο δημοσιογράφος «τόσες μέδουσες… μα πώς εξαφανίστηκαν;»  

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;