"Η μουσική μας παράδοση μας έχει οδηγήσει εδώ και δεν πρέπει να της γυρίζουμε την πλάτη!"-Συνέντευξη με τον συνθέτη Γιάννη Παντάκη

"Η μουσική μας παράδοση μας έχει οδηγήσει εδώ και δεν πρέπει να της γυρίζουμε την πλάτη!"-Συνέντευξη με τον συνθέτη Γιάννη Παντάκη

Σήμερα στο ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ φιλοξενώ μια ξεχωριστή περίπτωση συνθέτη και τραγουδιστή. Έχει βαδίσει στα μονοπάτια του έντεχνου, του παραδοσιακού,του ρεμπέτικου και του κλασικού τραγουδιού. Τα τελευταία χρόνια μας έχει χαρίσει δυο άλμπουμ κοσμήματα , εμπνευσμένα από την Επτανησιακή παράδοση. Υποδέχομαι τον Γιάννη Παντάκη. Ας τον γνωρίσουμε καλύτερα!

-Γιάννη μου, μεγάλωσες σε οικογένεια που είχε σχέση με την τέχνη;

Αγαπητή μου Αγγελική, καταρχάς να σε ευχαριστήσω θερμά για αυτή τη συνάντηση, καθώς εκτιμώ ότι με τη δουλειά σου αυτή δίνεις τη δυνατότητα σε ανθρώπους σαν και εμένα να μιλήσουμε για την τέχνη μας και για την προσπάθειά μας γενικότερα. Η οικογένειά μου, δεν είχε επαγγελματική σχέση με τη μουσική, όμως ο πατέρας μου με το ακορντεόν και την κιθάρα του, παρέα με την μητέρα μου, έδιναν πάρα πολύ συχνά «ρεσιτάλ» μεταξύ φίλων και συγγενών, με τα αξέχαστα και μοναδικά ντουέτα τους. 

-Πότε άρχισες να μαθαίνεις μουσική;

Ξεκίνησα με ιδιαίτερα μαθήματα από την παιδική μου ηλικία και συνέχισα μέχρι και την εισαγωγή μου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Δεν έπαψα να ασχολούμαι με τη μουσική, να μελετώ, να εμπλουτίζω τις γνώσεις μου, να εξασκούμαι συνεχώς και να βελτιώνομαι. 

-Τι όργανα παίζεις;

Στην αρχή έπαιζα κιθάρα, ενώ αργότερα ξεκίνησα να μελετώ με το ακορντεόν του πατέρα μου, αλλά και με την κορνέτα του δασκάλου μου. Η κορνέτα ήταν ένα μουσικό όργανο το οποίο μου άρεσε πολύ, αλλά δυστυχώς δεν μπορούσα να συνεχίσω, καθώς ήμουν παιδί της πόλης και ελλείψει κατάλληλου χώρου και πόρων, περιορίστηκα σε πιο «ήσυχα» μουσικά όργανα. Στη συνέχεια, με αφορμή την ενασχόλησή μου με το έντεχνο και το ρεμπέτικο, ξεκίνησα να μαθαίνω παράλληλα με την κιθάρα και μπουζούκι, το οποίο για αρκετά χρόνια μετά ήταν το κύριο σολιστικό μου όργανο. Τα τελευταία χρόνια με αφορμή την αγάπη μου στην επτανησιακή μουσική παράδοση, ασχολήθηκα αρκετά και με το μαντολίνο. 

-Έχεις κάποιους συνθέτες πρότυπα;

Κοίτα Αγγελική. Με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, που συνήθως όταν έχουμε ένα «πρότυπο» επιθυμούμε και να μοιάσουμε σε αυτό, μουσικά όχι. Έχω όμως συνθέτες που βέβαια ξεχωρίζω μουσικά, θαυμάζω το έργο τους, αγαπώ τη δουλειά τους, έως και «ζηλεύω» μελωδίες τους, με την καλή έννοια πάντα, αυτή της δημιουργικής ζήλιας που σε προτρέπει, σε ωθεί κατά κάποιο τρόπο από μόνη της, να συνεχίζεις να προσπαθείς για το καλύτερο και να εξελίσσεσαι και ο ίδιος. Εάν αρχίζω να κατονομάζω συνθέτες είμαι σίγουρος ότι θα αδικήσω πολλούς. Όμως δεν μπορώ να μην ξεχωρίσω τεράστιες μουσικές προσωπικότητες,  των οποίων  δημιουργήματά τους έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα μέσα μου, όπως αυτές του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι, του Μαρκόπουλου, του Σπανού, του Μικρούτσικου, του Σπανουδάκη, αλλά και τόσες άλλες προσωπικότητες που σίγουρα αδικώ τώρα κι ας μου το συγχωρέσουν.  

-Το πρώτο σου CD ήταν το «Η Ζάκυνθός μου», με μελοποίηση Ζακυνθινών ποιητών κι επιρροές από την Επτανησιακή μουσική. Πες μας λίγα λόγια για την ιδέα και τη διαδρομή αυτής της δουλειάς.

Καταρχάς, να πω ότι από αρκετά νεαρή ηλικία έγραφα τραγούδια, κυρίως τότε εμπνευσμένα από δικούς μου στίχους, στίχοι που μέσω αυτών εξωτερίκευα τη δική μου οπτική για τη ζωή και τον εσωτερικό μου κόσμο. Κάποια από αυτά, είχα τη χαρά φυσικά, να τα παρουσιάσω δημόσια σε διάφορες εκδηλώσεις. Αργότερα όμως και ειδικότερα από την εποχή που βιοποριστικά ακολούθησα άλλη διαδρομή, η μελοποίηση ποιημάτων παραμερίστηκε και έμελλε να γίνει ένα απωθημένο που με τα χρόνια γινόταν ολοένα και εντονότερο.Η μελοποίηση Ζακυνθινών ποιητών ξεκίνησε με αφορμή μία ανθολόγηση ποιημάτων που έκανε ένας φιλόλογος και ποιητής από τη Ζάκυνθο, ο Διονύσης Σέρρας και η οποία είχε εκδοθεί το 1994 από τις εκδόσεις «Περίπλους». Εκεί διάβασα ποιήματα που μιλούσαν αποκλειστικά για το νησί της Ζακύνθου, μεταφέροντάς μας τέτοιες εικόνες και συναισθήματα της εποχής, που σήμερα είναι πολύ δύσκολο να βρεις μπροστά σου. Έτσι λοιπόν, κάπου στις αρχές του 2012, σκέφτηκα να τους κάνω ευρύτερα γνωστούς μέσα από τη μουσική. Μέχρι το 2017 που εκδόθηκε το βιβλίο-CD «Η Ζάκυνθός μου», είχα ήδη γράψει πάνω από 20 τραγούδια, τα οποία και παρουσιάσαμε μαζί με τους συνεργάτες μου τόσο σε Ζάκυνθο, όσο και σε Αθήνα. 

-Στο δεύτερό σου CD «Ανάκουστοι κελαηδισμοί», μελοποιείς ποιήματα από  την ομώνυμη ποιητική συλλογή της ποιήτριας Λενέτας Στράνη. Ποιες αρετές της ποίησης της κ.Στράνη σε συγκίνησαν;

Καταρχάς, να πω ότι η γνωριμία μου με την Λενέτα Στράνη έγινε πριν ακόμη κυκλοφορήσει το πρώτο μου CD, όταν περίπου προς τα τέλη του 2013 μου εμπιστεύθηκε  ένα ποίημά της. Τη γνωριμία μας βέβαια την οφείλω στον πολύ καλό κοινό μας φίλο, τον Διονύση Βίτσο, ιδιοκτήτη των εκδόσεων «Περίπλους». Έτσι λοιπόν ξεκίνησε και η συνεργασία μας, για να μελοποιήσω αργότερα και άλλα δύο ποιήματά της, τα οποία συμπεριελήφθησαν στο πρώτο μου CD. Στη συνέχεια, μου εμπιστεύτηκε προς μελοποίηση ένα μεγάλο και πολύ σημαντικό κομμάτι από το ποιητικό της έργο, το οποίο τώρα πια περιλαμβάνεται στους «ανάκουστους κελαηδισμούς». Η Λενέτα Στράνη είναι μία ξεχωριστή προσωπικότητα και βεβαίως μία πολύ καλή και χαρισματική ποιήτρια. Ο ποιητικός της λόγος, είναι περιεκτικός, έχει ουσία, έχει νόημα, είναι πάντα επίκαιρος και μέσα από αυτόν αναβλύζουν εικόνες και συναισθήματα. Σε ταξιδεύει ο λόγος της, στον οποίο οι λέξεις μία προς μία έχουν τη δική της βαρύτητα και σημασία.

-Διακρίνω μια μεγάλη σπουδή στην παραδοσιακή μουσική. Είναι μόνο θέμα ακουσμάτων ή μιας αίσθησης αποστολής να χτίσεις πάνω στη μουσική του τόπου μας;

Η μουσική μας παράδοση είναι εκείνη που μας έχει οδηγήσει εδώ που είμαστε σήμερα και ως εκ τούτου δεν πρέπει να της γυρίζουμε την πλάτη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να μένουμε στάσιμοι και να επαναλαμβανόμαστε. Για αυτό και εγώ προσπαθώ να εμπλουτίσω τα ακούσματά μας με νέα στοιχεία, υπερβαίνοντας διακριτικά τον παραδοσιακό τους ήχο, με μία ελαφρά ροπή προς το έντεχνο. Η σκέψη, του τι παραδίδουμε μουσικά στις επόμενες γενιές, είναι κάτι που με απασχολεί καθημερινά. Ο καθένας από εμάς θέλω να πιστεύω πως κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί σύμφωνα με τις δυνατότητές του για τον τόπο του.  

- Τα Μ.Μ.Ε στηρίζουν αυτό το είδος μουσικής; Τι σου λέει η εμπειρία σου;

Η άποψή μου είναι ότι κατά κύριο λόγο δεν έχει να κάνει με το είδος της μουσικής, ας είμαστε ρεαλιστές. Γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά ότι εάν δεν έχεις την απαιτούμενη οικονομική στήριξη για να προωθήσεις τη δουλειά σου και τις ανάλογες γνωριμίες, τα πράγματα δυσκολεύουν πάρα πολύ. Έπειτα είναι και  τι προτιμά η πλειοψηφία του κόσμου να ακούσει,ποιες είναι οι επιλογές του και τα μουσικά κριτήρια που διαθέτει. Βέβαια  πώς διαμορφώνει άποψη ο κόσμος, αυτό είναι ένα άλλο διαφορετικό και τεράστιο θέμα συζήτησης, αλλά καταλυτικό ρόλο εδώ πάντα έχουν τα Μ.Μ.Ε. Δεν βάζω στο ίδιο τσουβάλι όλα τα Μ.Μ.Ε. Σίγουρα υπάρχουν και εξαιρέσεις. Απλά εκείνα που έχουν με τα χρόνια αποκτήσει δυναμική στην επιρροή και «διαμορφώνουν» άποψη, δεν επιλέγουν για το ρεπερτόριό τους, μη εμπορικές παραγωγές. Στην περιφέρεια όμως και σε τοπικό επίπεδο, η αντιμετώπιση από τα Μ.Μ.Ε είναι σαφώς καλύτερη.

 -Τι προσπάθειες προσωπικές ή συλλογικές πιστεύεις πως θα μπορούσαν να γίνουν για να φθάσει αυτό το είδος σε περισσότερους ακροατές;

Δυστυχώς πριν ξεκινήσει να γίνει μία προσπάθεια συλλογική, περνά υποχρεωτικά από την πολύ δύσκολη φάση αυτή της ατομικής και για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, της μοναχικής πορείας. Εάν είσαι τυχερός, έχεις πείσμα, αλλά κυρίως είσαι σταθερός  υπερασπιστής μίας ποιοτικής δουλειάς, θα μπορέσεις σιγά σιγά να σχηματίσεις ένα δικό σου κοινό που θα σε ακούει, θα σε εκτιμά και θα σε στηρίζει. Μέσα από αυτό ενδέχεται να ακολουθήσει κάποια στιγμή και η στήριξη από πολιτιστικούς συλλόγους που κινούνται στο παραδοσιακό είδος κυρίως και προχωράς. Οι προσπάθειες συνεπώς είναι πάρα πολλές και οι περισσότερες πρέπει κατά τη γνώμη μου να επικεντρώνονται στην επικοινωνία (βλ. Μ.Μ.Ε.) και στον τρόπο που έρχεσαι σε επαφή με το κοινό σου. Μέσα από το διαδίκτυο φυσικά, αλλά και μέσω ενός πλήθους εμφανίσεων μικρής κλίμακας, ενδεχομένως και κάποιων μεγαλύτερων συναυλιών, παρουσίασης της δουλειάς σου σε τοπικά ραδιόφωνα, επιδίωξη συνεργασιών κλπ κλπ.

- Γιατί νομίζεις πως υπάρχει η τάση των μέσων ενημέρωσης να προωθούν το απλοϊκό τραγούδι;

Καταρχάς από την ερώτησή σου, καταλαβαίνω ότι θεωρείς δεδομένη τη συγκεκριμένη κατάσταση,  όπως βέβαια και πολλοί άλλοι. Όμως η πραγματικότητα πιστεύω ότι δεν έχει να κάνει τόσο με το ίδιο το «απλοϊκό» τραγούδι. Έχει να κάνει κυρίως με την προσφορά και τη ζήτηση. Το πλήθος των ποιοτικών παραγωγών συγκριτικά με τις «εμπορικές», είναι δυστυχώς κατά πολύ μικρότερο σήμερα. 

-Εσένα σε απασχόλησε ποτέ το «σουξέ» κι αισθάνθηκες την ανάγκη να το υπηρετήσεις;

«Σουξέ», με την έννοια του εύκολου «απλοϊκού» τραγουδιού που να υιοθετεί δοκιμασμένες μουσικές φράσεις για να υποκλέψει τον ενδιαφέρον του ακρατή… όχι, ποτέ. Εξάλλου το βιοποριστικό μου επάγγελμα είναι άσχετο με τη μουσική και ως εκ τούτου δεν βλέπω το λόγο γιατί θα έπρεπε να με έχει απασχολήσει μέχρι σήμερα, αλλά ούτε πρόκειται πιστεύω και στο μέλλον. Το λέω κατηγορηματικά. Με ενδιαφέρει όμως να γράφω τραγούδια που να μπορούν να απευθύνονται και σε ακροατήρια με διαφορετικά μουσικά ακούσματα.

-Εκτός από συνθέτης είσαι και πολύ καλός τραγουδιστής. Εκτός από το παραδοσιακής φόρμας τραγούδι , τι άλλα είδη σου αρέσει να ερμηνεύεις;

Σε ευχαριστώ. Είναι πράγματι πλεονέκτημα για έναν δημιουργό, να μπορεί να ερμηνεύει αξιοπρεπώς τα τραγούδια του, τον κάνει περισσότερο αυτόνομο, ανεξάρτητο. Αλλά δεν είναι πάντα έτσι και ούτε έτσι θα έπρεπε να είναι. Αν και στην πορεία μου, τραγούδησα αρκετά είδη τραγουδιών, στο μεγαλύτερο μέρος της κινήθηκα ανάμεσα στο παραδοσιακό, στο ρεμπέτικο, αλλά και στο έντεχνο. Τα τελευταία χρόνια επιλέγω τόσο το έντεχνο, όσο και το επτανησιακό παραδοσιακό, αλλά και το κλασικό τραγούδι. 

-Ανέφερες πως η βασική σου επαγγελματική ενασχόληση δεν σχετίζεται με τη μουσική, γνωρίζω ότι δραστηριοποιείσαι στον τομέα της πληροφορικής. Το επάγγελμά σου πιστεύεις πως βοηθά την καλλιτεχνική σου ιδιότητα ή της κλέβει χρόνο;

Και με βοηθά, οικονομικά κυρίως, αλλά και μου κλέβει χρόνο. Αυτό βέβαια δυστυχώς είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο, η τέχνη δηλαδή, να μην μπορεί να εξασφαλίσει από μόνη της, τα απαραίτητα προς το ζην.

- Θα μας φανερώσεις κάποια μελλοντικά σου μουσικά σχέδια;

Αυτή την περίοδο, αφιερώνομαι αποκλειστικά στην προώθηση του νέου μου CD, να πληροφορηθεί δηλαδή ο κόσμος σχετικά με αυτή την παραγωγή. Στις επιλογές μου φυσικά είναι και η παρουσίασή της μέσα από συναυλίες και μικρότερες εμφανίσεις, αλλά με τα γεγονότα της πανδημίας δυστυχώς έχουν όλα παγώσει, για να μην πω ακυρωθεί. Ξέρεις είναι εξαιρετικά δύσκολο και έχει πολύ μεγάλο ρίσκο, να προετοιμάζεις κάτι, έχοντας μπροστά σου ένα σχετικά αβέβαιο μέλλον, σε ό,τι αφορά διοργανώσεις. Δημιουργικά, βεβαίως και συνεχίζω. Όσο υπάρχει διάθεση, αλλά και πηγές που μπορούν να σε παρακινούν και να σε εμπνέουν, η δημιουργία αποτελεί μονόδρομο για εμένα. Είναι όμως αρκετά νωρίς  να αρχίζουμε να μιλάμε για νέες ενδεχομένως δισκογραφικές παραγωγές. Όταν ωριμάσουν σε αυτόν τον τομέα τα πράγματα περισσότερο, θα χαρώ πάρα πολύ να τα ξαναπούμε.

-Σ’ευχαριστώ πολύ γι’αυτή τη συζήτηση, που μας έδωσε την ευκαιρία να σε γνωρίσουμε καλύτερα! Σου εύχομαι κάθε όνειρό σου να πάρει σάρκα κι οστά! 

Εγώ σε ευχαριστώ και πάλι Αγγελική, καθώς και να σου εκφράσω για ακόμη μία φορά το θαυμασμό μου για όλο αυτό που έχεις κτίσει. Για να ξεκινήσει κάποιος και να διατηρεί ζωντανό έναν ιστότοπο σαν τον δικό σου, απαιτεί πρωτίστως πραγματική αγάπη για την τέχνη και ψυχή. Μπράβο σου και χαίρομαι πραγματικά που σε γνώρισα. Σίγουρα δεν θα χαθούμε. Σου εύχομαι καλή συνέχεια και επιτυχία σε κάθε σου προσπάθεια.