Ποιητικές κονταρομαχίες (Β΄ μέρος) - ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΑΡΑΠΑΝΟΥ

Ποιητικές κονταρομαχίες (Β΄ μέρος) - ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΑΡΑΠΑΝΟΥ

Ως συνέχεια του χθεσινού μου άρθρου θα δούμε και κάποια άλλα ποιήματα που γνωστοί ποιητές επιτίθενται λεκτικά σε ομοτέχνους τους.

Παρακάτω βλέπουμε μια παρωδία του Κώστα  Βάρναλη σε ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Η παρωδία πρωτοδημοσιεύτηκε στο αριστερό περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», με το ψευδώνυμο Καρχαρίας Παπαφαταούλας.  Εδώ ο Βάρναλης στηλιτεύει τη διάθεση του Ζαχαρία Παπαντωνίου  να πάρει τόσες πολλές θέσεις εξουσίας, έτσι που το ποίημά του « Η προσευχή του ταπεινού» να φαντάζει παράταιρο. 

Η προσευχή του ταπεινού (παρωδία)- ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ  

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά και μάτι δεν μας βλέπει
βρέχε σωρό διορισμούς στην ταπεινή μου τσέπη.
Την προσευχή μου, Κύριε, σου λέω με προθυμία
καμιά ψυχή δεν έβλαψα, μονάχα τα Ταμεία.  

Εκείνοι που με πλήγωσαν ήσαν αγαπημένοι.
Που να μην την εβούτηξα θέση καμιά δε μένει.
Ήσυχα εγώ κι αθόρυβα τα έργα μου έχω πράξει
κι από Γραικύλους και Γραικούς το σύμπαν έχω αρπάξει  

Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ’ τον αέρα
κι όλες εγώ τις χτύπησα (δουλειά μου κάθε μέρα).
Ήμουνα των μικρών παιδιών και των σκυλιών ο φίλος
κι όλων εγώ των αρχηγών πιστός χαδιάρης σκύλος.  

Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.
Αφού το κράτος πλήρωνε, ζήτω η γλυκειά Πατρίδα!
Σ’ ευχαριστώ που μου’ δωκες χωρίς να μου ανήκει
τη θέση της Εκδοτικής και την Πινακοθήκη.  

Για την καπατσοσύνη μου οι εχθροί θα με μισήσουν.
Ευδόκησε ν’ αφανιστούν χωρίς να ξαναζήσουν.
Με τρόπο της Ποιήσεως δώσε μου, Κύριε, τώρα
τα πενήντα χιλιάρικα, τ’ αληθινά «θεία δώρα». 

Το ποίημα του Παπαντωνίου είναι το ακόλουθο: 

Η προσευχή του ταπεινού –ΖΑΧΑΡΙΑΣ  ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ 

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω την προσευχή μου:
Άλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο απ' τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήσαν αγαπημένοι.
Την πίκρα μου τη βάσταξα, μου δίνεις και την ξένη.
 
Μ' απαρνηθήκαν οι χαρές. Δε τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Είν' αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στην πόρτα μ' άλλος δε χτυπά κανείς, απ' τον αγέρα. 

Δεν έχω δόξα. Είν ' ήσυχα τα έργα που 'χω πράξει.
Άκουσα τη γλυκειά βροχή, τη δύση 'χω κοιτάξει,
έδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι,
ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδυ. 

Τώρα δεν έχω τίποτε να διώξω ή να κρατήσω.
Δε περιμένω ανταμοιβή, πολλή 'ναι τέτοια ελπίδα!
Ευδόκησε ν' αφανιστώ, χωρίς να ξαναζήσω.
Σ' ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.

 Ο Γιώργος Σαραντάρης ,στα δυο ποιήματα που παραθέτω παρακάτω, περιφρονεί την ποίηση του Καβάφη αφήνοντας σαφείς υπαινιγμούς και για την ιδιαίτερη ερωτική του ζωή.

ΚΑΒΑΦΗΣ

Κάτι λείπει στον Αλεξανδρινό ποιητή:
είναι το άρωμα και η γυναικεία θέρμη
που δεν αγάλλιασαν την ψυχή του
δεν φαίδρυναν την επιθυμία του
να χαρεί τη ζωή·
ο πόθος του είναι πόθος αλλιώτικος,
του αντρικού έρωτος
δεν έχει τη θρασύτητα μα ούτε και τη θυσία.
Είναι Έλληνας αυτός ο αριστοκράτης·
αλλά μοιάζει σχεδόν βάρβαρος
όταν νιώθει τη θλίψη του χρόνου:
πνιγμένη στη νύχτα
ζητάει την ηδονική στιγμή,
γυρεύει «το δέρμα καμωμένο σαν από ιασεμί»
τα μάτια που «ήσαν, θαρρώ, μαβιά»
και που δεν ζωντανεύει ένα δάκρυ,
ή, τέλος, φαντάζεται μ’ εξαίσια ειλικρίνεια
«απ’ τα παράθυρα ολάνοικτα
το ωραίο του σώμα φώτιζεν η σελήνη»
βλέπει «το ηδονικό το πρόσωπο»
χωρίς ένα χαμόγελο στα χείλη...

 Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Η πόλη όπου γεννήθηκες είναι η Κωνσταντινούπολη,
Πόλη του μέλλοντος,
Ενώ εσύ, πολύ προτού πεθάνεις,
Μέσα στο παρελθόν έπαιζες ζάρια

Όχι, η ζωή σου δεν είταν ωραία
Με τα μυρωδικά
Με τα βιβλία
Με τις εξαίσιες εκείνες
Αλλά ψεύτικες οπτασίες

Αγάπησες ποτέ σου μια Ρωξάνη;
Ο Αντώνιος της ποίησής σου η Αλεξάνδρεια. 

Απ’ όλα τα παραπάνω αποσπάσματα έμμετρου λόγου ήρθαμε σ’ επαφή με τα ποιητικά ραπίσματα γνωστών ποιητών σε ομοτέχνους τους που γέννησαν σπουδαία ή αδιάφορα ποιήματα. Πάντως αυτή η συνομιλία έχει ιστορικό ενδιαφέρον.

Πηγές: https://www.sarantakos.com
https://www.stixoi.info
https://el.wikisource.org