Θα γνωρίσουμε το ποίημα "Ο γεροβοσκός" του ποιητή-γιατρού Στέλιου Σπεράντσα που σημάδεψε τα Χριστούγεννα των σχολικών μας χρόνων!
Ο γεροβοσκός-ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΠΕΡΑΝΤΣΑΣ
Δύο κάποιοι με τα ολόλευκα φτερά
στου στάβλου στέκουν άγρυπνοι τη θύρα
-Μην άδικα το δρόμο τούτον πήρα;
Ω αφήστε με για να'μπω μια φορά.
Αφήστε με και με. Είμαι γεροντάκι.
Τ'αστέρι μ'οδηγάει από κει κάτου.
Δε λόγιασα το λόγγο,τα στοιχειά του.
Θεριά δε με τρομάξαν κι ούτε Δράκοι.
Το νιώθω.Είναι στη φάτνη το Παιδί.
Κι η μάνα του η ολόγλυκη στο πλάι.
Κι αχόρταγα το βλέπει,Του γελάει
και σκύβει κι απαλά του τραγουδεί.
Ω,αφήστε με. Η λαχτάρα μου είναι τόση
να ιδώ κι εγώ τ' ολόμορφο Παιδάκι.
Αφήστε με.Του φέρνω αυτό το αρνάκι,
να παίξει,όταν λιγάκι μεγαλώσει...
Ο γέρος μπαίνει...θάμπωμα άλλου κόσμου.
Τα μάτια του ξαφνιάζει.Γονατίζει.
Σαν κάτι εκστατικά να ψιθυρίζει.
Και λέει σκυφτός.Ο Κύριος και Θεός μου.
Πηγή: Μεγάλη σχολική ποιητική ανθολογία, Εκδόσεις Μητρέλη,Πάτραι


