Υπέρ των νεκρών της Ένωσης- ΡΟΜΠΕΡΤ ΛΟΟΥΕΛ

Υπέρ των νεκρών της Ένωσης- ΡΟΜΠΕΡΤ ΛΟΟΥΕΛ

Στις 12 Σεπτεμβρίου 1977, αποχαιρετά τα εγκόσμια ο Αμερικανός ποιητής Ρόμπερτ Λόουελ. Θεωρείται ο ιδρυτής της εξομολογητικής ποίησης. Δίδαξε τις ποιήτριες Σίλβια Πλαθ και  Αν Σέξτον. Κατά τη διάρκεια του Β΄παγκοσμίου πολέμου μπήκε στη φυλακή ως αντιρρησίας συνείδησης, ενώ τάχθηκε ανοιχτά κατά της εμπλοκής των ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ. Ένα  βαθιά αντιπολεμικό ποίημα είναι το "Υπέρ των Νεκρών της Ένωσης"! 

Υπέρ των νεκρών της Ένωσης- ΡΟΜΠΕΡΤ ΛΟΟΥΕΛ

Το παλιό Ενυδρείο της Νότιας Βοστόνης στέκει
σε μια Σαχάρα από χιόνι τώρα. Τα σπασμένα του παράθυρα καπακωμένα.
Ο ανεμοδείκτης-μπακαλιάρος από μπρούντζο έχει χάσει τα μισά του λέπια.
Οι άνετες δεξαμενές είναι στεγνές.

Κάποτε η μύτη μου σούρθηκε σαν σαλιγκάρι στο γυαλί·
το χέρι μου σπάραξε
να σπάσει τις φουσκάλες
που ξέφευγαν απ’ τα ρουθούνια των βλοσυρών, ενδοτικών ψαριών.

Το χέρι μου τραβιέται πίσω. Φορές λουφάζω
για το κάτω σκοτεινό, μαργωμένο βασίλειο
των ιχθύων κι ερπετών. Ένα πρωί τον περασμένο Μάρτη,
καταπάτησα το νέο γαλβανιζέ συρματόπλεγμα

του φράχτη στο Κοινό της Βοστόνης. Πίσω απ’ το κλουβί τους,
κίτρινοι δεινόσαυροι ατμεκσκαφείς μουγκρίζαν
καθώς απέσκαβαν τόνους μάζας και χόρτου
ν’ ανοίξουν το υπόγειο γκαράζ τους.

Χώροι πάρκινγκ αφθονούν όπως κι οι αστικοί
αμμόλοφοι στην καρδιά της Βοστόνης.
Μια ζώνη ευσεβών οπωρόχρωμων ατσάλινων δοκών
περισφίγγει το σπαρασσόμενο Βουλευτήριο,

που σείεται απ’ τις εκσκαφές, ως αντικρίζει τον Συνταγματάρχη Σω
και το καμπανομάγουλο Νέγρο πεζικό του
στου Σαιντ-Γκώντενς το σειόμενο ανάγλυφο του Εμφυλίου,
σε νάρθηκα από μαδέρια για το σεισμό του γκαράζ.

Δυο μήνες μετά την παρέλαση μέσ’ από τη Βοστόνη,
το μισό σύνταγμα ήταν νεκρό·
κατά την αφιέρωση,
ο Ουίλιαμ Τζέιμς σχεδόν άκουγε τους μπρούντζινους Νέγρους ν’ αναπνέουν.

Το μνημείο τους κάθεται σαν ψαροκόκαλο
στο λαιμό της πόλης.
Ο Συνταγματάρχης τους στητός, ισχνός
σαν βελόνα πυξίδας.

Έχει μια θυμωμένη εγρήγορση τρυποφράχτη,
άνετη ετοιμότητα λαγωνικού·
δείχνει να μορφάζει απόλαυση,
να πνίγεται για ησυχία.

Είναι έξω από τα νερά του τώρα. Απολαμβάνει την ωραία,
ιδιάζουσα εξουσία τού άνδρα να επιλέγει τη ζωή και να πεθαίνει―
όταν οδηγεί τους μαύρους στρατιώτες του στον θάνατο,
δεν μπορεί να σκύψει πλάτη.

Σε μυριάδες μικρές πόλεις η Νέα Αγγλία πρασινίζει,
οι παλιές άσπρες εκκλησιές κρατούν έναν αέρα
αραιής, ειλικρινούς εξέγερσης· ξεφτισμένες σημαίες
σκεπάζουν τα νεκροταφεία της Μεγάλης Στρατιάς της Δημοκρατίας.

Τα πέτρινα αγάλματα του αφηρημένου Στρατιώτη της Ένωσης
γίνονται κάθε χρόνο πιο αδύνατα και πιο νέα―
με τη σφηκοειδή μέση σκύβουν πάνω στα μουσκέτα
και ρυτιδώνουν τους κροτάφους…

Ο πατέρας του Σω δεν ήθελε μνημείο
εκτός το λάκκο,
όπου ρίχτηκε το σώμα του γιου του
και χάθηκε με τους «νέγρους» του.

Ο λάκκος είναι πιο κοντά.
Δεν έχει αγάλματα για τον τελευταίο πόλεμο εδώ·
στην Οδό Μπόιλστον, μια διαφήμιση
δείχνει τη Χιροσίμα στον ατμό

σ’ ένα χρηματοκιβώτιο Μόουζλερ, ο «Βράχος των Αιώνων»
που επιβίωσε της έκρηξης. Το διάστημα είναι πιο κοντά.
Όταν ζαρώνω μπρος στην τηλεόρασή μου,
τα στεγνά πρόσωπα Νέγρων παιδιών του σχολείου υψώνονται σαν μπαλόνια.

Ο Συνταγματάρχης Σω
υψώνεται στο μπαλόνι του,
περιμένει
το ευλογημένο διάλειμμα.

Το Ενυδρείο πάει. Παντού,
γιγάντια αυτοκίνητα με πτερύγια ξεμυτίζουν σαν ψάρια·
μια αδαής δουλικότητα
γλιστράει πάνω στο γράσο.

Μετάφραση: Κώστας Μπέης
Πηγές: https://www.oanagnostis.gr
&
 https://el.wikipedia.org

https://greek_greek.enacademic.com