Δεκαπέντε ποιήματα του Γιάννη Νικολόπουλου

Δεκαπέντε ποιήματα του Γιάννη Νικολόπουλου

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" έχω προσκαλέσει τον λογοτέχνη και δημοσιογράφο Γιάννη Νικολόπουλο. Ο καλεσμένος μου γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας και σπούδασε Δημοσιογραφία στην Αθήνα. Είναι εκδότης της εβδομαδιαίας εφημερίδας "Παρατηρητής" και του φιλολογικού περιοδικού "Νουμάς". Στο παρελθόν εξέδιδε την Πανελλήνια Λογοτεχνική Εφημερίδα "Φιλολογική". Συνεργάζεται με πολλές εφημερίδες και τηλεοπτικά κανάλια. Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών, της Εταιρείας Λογοτεχνών Νοτιοδυτικής Ελλάδας και πολλών πολιτιστικών σωματείων. Έχει τιμηθεί για το λογοτεχνικό και συγγραφικό του έργο. Το 2004 κυκλοφόρησε ο συλλογικός τόμος Ποίηση του Γιάννη Νικολόπουλου με πέντε θεματικές ενότητες που γράφτηκαν σε  διάστημα 35 χρόνων.  Η ποίησή του είναι λυρική, προσωποκεντρική,συχνά εξομολογητική. Ο λόγος του είναι  σμιλεμένος, στακάτος, καίριος. Τα γραπτά του δημιουργού διακρίνονται για τη διαύγεια των διανοημάτων , τα ανθρωπιστικά μηνύματα και τη γνήσια συγκίνηση. Εκφράζεται συνήθως σε α'ενικό και σε α'πληθυντικό πρόσωπο,περνώντας από το ατομικό του σύμπαν στο οικουμενικό περιβάλλον. Η νοσταλγία , η μελαγχολία για το ματαιωμένο όνειρο,αλλά και μια υποφωτισμένη ελπίδα αποτελούν βασικούς πυλώνες της ποίησής του. Θ'απολαύσουμε δεκαπέντε διαλεχτά ποιήματά του!

Από την ποιητική συλλογή "Μοναξιά",1967

Μικρή συμφωνία

     Της αδερφής μου

Κάτω απ'τον ίσκιο σου
ύψωνα σαν κυπαρίσσι
με την πικρή γεύση των καιρών
που εισχωρούσε
απ'την απαλή αφή μου
βαθιά ως τις ρίζες μου.

Κάτω απ'τα σιωπηλά βλέμματα της μοναξιάς
περπατήσαμε χρόνια
κουβαλώντας την αισιοδοξία και τα χαμόγελα
μες σε απέραντους θερισμένους καλαμιώνες
κι από αναρίθμητα ξεριζωμένα δέντρα.

Πίσω μας ακολουθούσαν
πρόσωπα,γεγονότα και μνήμες
τυλιγμένα στο αχλύ πέπλο της ερήμωσης
με τη ζωή που δεν γνωρίσαμε
με τα όνειρα που δεν πλάσαμε
χωμένοι στη δίνη του ποταμιού
που κύλαγε παρασέρνοντας
προσπάθειες,ιδέες και συναισθήματα.

Πηγαίναμε στο μεγάλο άγνωστο
κι οι μπόρες έπεφταν
κι οι άνεμοι ούρλιαζαν δίπλα μας
σαν πεινασμένοι λύκοι.

Ευαισθησία

Με τα πλοία,
τα τραίνα και τα λεωφορεία
ταξιδεύουν οι ματαιότητες
ντυμένες την φαινομενική ηρεμία των πραγμάτων
που παρακολουθούν τις μεταθέσεις τους
με την βεβαιότητα της αλλαγής
κι αδιαφορούν δήθεν για την τύχη τους.

Δεν υπάρχει καιρός να ελπίζουμε.
Η μελαγχολία έγινε κοινό σημείο επαφής μας
κι οι δρόμοι που οδηγούσαν στην καρδιά μας
είναι αγνώριστοι.

Ας επιστρέψουμε.
Σκλήρυναν πια οι φωνές των ποιητών,
δεν τις αντέχουμε
κι οι ορίζοντες τελείωσαν
στα μάτια μας μπροστά.
Τα χέρια μας μίκρυναν πολύ,
δεν φτάνουν ν'αγκαλιάσουμε το φως.
Ας επιστρέψουμε...

Με τα πλοία,τα τραίνα και τα λεωφορεία,
έρχονται οι ξένοι.
Αυτοί που μένουν πάντα ξένοι
και δεν αγνοούνται από κανέναν.
Αυτοί που δεν έχουν άλλη ζωή να ζήσουν
κι αναζητούν μία θέση μες στους άλλους
να πείσουνε τον εαυτό τους
πως γεννηθήκαν για να υπάρχουν.

Από την ποιητική συλλογή "Ώρες αγάπης",1972

Έτσι καθώς

Ήρθαμε ένα πρωί
εδώ,
στον ξένο τούτο τόπο...
Όταν ξεκινήσαμε
ήταν πάντα νύχτα.
Μας είχαν διαβεβαιώσει
για πολλά πράγματα.
Δεν βρήκαμε τίποτα δικό μας...
Μια πολιτεία χωρίς δρόμους,
εκκλησίες και δημόσια κτίρια,
χωρίς όνομα και ιστορία!

Είναι αλήθεια
πως πλανηθήκαμε πολύ
ψάχνοντας για τα σπίτια μας
που δεν υπήρχαν,
αναζητώντας τη συνοικία
που προοριζότανε για μας
προς την μεσημβρινή πλευρά
και προς τα δυτικότερα...

Όσοι μπορούσαν να χτίσουν
έχτισαν...

Μικρή βιογραφία

Άφηνε πάντα,
τα παράθυρα ανοιχτά
ο κύριος Ερνέστος...
Ήταν άνθρωπος,
που αγαπούσε υπερβολικά το φως
κι εξαιρετικά ευγενικός.

Τα παράθυρα,
ήταν τόσο μεγάλα
που μπορούσαν να χωρέσουν
τον ήλιο
και χιλιάδες,πολλές χιλιάδες,άστρα.

Ο κύριος Ερνέστος,
αγαπούσε κι άλλα πράγματα...
Είχε υπερβολικά ανεπτυγμένες
τις αισθήσεις του
κι ένιωθε συνεχώς.
Αντιλαμβανόταν,ας πούμε,τα πράγματα
που τον περιστοίχιζαν.
Ένιωθε μέχρι απελπισίας...

Βέβαια,η ζωή του
έπασχε ομολογουμένως.
Έπασχε δηλαδή υπέρ το δέον
ώστε ο πόνος
ήταν η μοναδική του βεβαιότητα...

Τώρα ο κύριος Ερνέστος
ο άνθρωπος που έπασχε τόσο πολύ,
που ένιωθε τόσο ακατανόητα,
δεν υπάρχει πια...
Κάποια μέσα
πήδησε απ'ανοιχτά παράθυρα
μέσα στο φως
κι αυτοκτόνησε.

Υπέφερε πολύ,
από μοναξιά...

Από την ποιητική συλλογή "Ρωγμές",1981

Εμάς που μας βλέπετε...

Εμάς που μας βλέπετε
με κομμένους αγκώνες,
και τσακισμένους ώμους,
κρατούσαμε κάποτε τις σημαίες
στις μεγάλες παρελάσεις
και κουβαλούσαμε
τις πιο μεγάλες πέτρες
για να χτίσουμε τα σπίτια μας,
που μένουν τάχα
άδεια κι ερειπωμένα...

Εμείς που μας βλέπετε
να περιμένουμε,
σε ώρες περασμένες
στους έρημους σταθμούς,τα τραίνα,
Ταξιδεύαμε κάποτε
από όνειρο σε όνειρο
κι από ελπίδα σε ελπίδα,
διαβαίνοντας μικρές και μεγάλες πολιτείες
με μια δρασκελιά.

Μη ρωτάτε
πώς κόπηκαν τα χέρια μας,
γιατί τσακίστηκαν οι ώμοι μας
ή πώς έφυγαν αγύριστα
τα τραίνα,οι πολιτείες και τα όνειρα

Συγχωρέστε μας...

Μείναμε άθαφτοι νεκροί ανάμεσά σας
και ψάχνουμε για λίγα μέτρα γης

Ν'αναπαυθούμε.
Για λίγα μόνο μέτρα,μην απορείτε,
που δεν κερδίσαμε ποτέ
κι ας πολεμήσαμε
κι ας ιδρώσαμε πολύ
κι ας πεθάναμε ήρωες...
Αιωνία μας η μνήμη...

Και ζεις

Κάποια στιγμή
ακούγοντας φωνές αγαπημένες
κι άλλοτε το ποδοβολητό
των χρόνων που μακραίνουν
θέλεις να κοιτάξεις πίσω

Όμως ένας φόβος
μέσα σου θεριεύει
μη μαρμαρώσεις ξαφνικά
σαν τη γυναίκα του Λοτ,και δεν κοιτάζεις...

Και ζεις με τις φωνές
και τον αχό των περασμένων χρόνων
με τη λαχτάρα μιας στιγμιαίας αναπόλησης
όπως ο γέρος ναυτικός
που ζει με τη βουή της θάλασσας
και σβήνει με τον καημό του γυρισμού του
στα ταξίδια...

Μέσα στη νύχτα

Κάποια στιγμή
ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα
Είχε νυχτώσει πια
και δεν περίμενε κανέναν
Ήταν καιρός
που όλοι είχαν φύγει παντοτινά
κι έμενα σαν ένα κυπαρίσσι
στην κόγχη ενός βουνού
τ'απόβραδο...

Ακολούθησαν κι άλλα χτυπήματα
ώσπου πήγα κι άνοιξα
Ήταν η νύχτα κι ο άνεμος,
που μπήκαν μέσα αμίλητα
σαν απόσπασμα που με καταζητούσε
Άλλος κανείς...

Ύστερα,ήρθε κι η βροχή
μ'εκείνο το γνώριμο τραγούδι της
και μπήκε κι αυτή
κι άρχισε τότε της μοναξιάς η λιτανεία
Πέρασαν πολλές στιγμές
κι ώρες μακρινές
νιώθοντας τη ζωή μου ξεχασμένη
πολύ μακριά
μέχρι που άφησα την καρδιά μου
να ταξιδέψει σιωπηλά μέσα στη νύχτα
σαν το ζητιάνο που δεν έχει
πού να μείνει...

Από την ποιητική συλλογή "Γυμνό τοπίο",1990

Αναζήτηση

Και να που μας εκούρασε
αυτό το πλατύ
και πονεμένο πέλαγος,
η ζωή μας...
Κι αναζητάμε
ένα ήσυχο μέρος
με λίγο φως,
με λίγη προσπάθεια,
για να ζήσουμε...

Απ'τα μεγάλα κι ατέρμονα
ταξίδια μας,
φορτωθήκαμε τον καιρό
και την πίκρα του
και κάπου θέλουμε ν'αράξουμε
όπως τα πλοία που ξεπέρασαν
τα όρια του βίου τους
και παροπλίζονται
στην αποβάθρα...

Επιβεβαίωση

Ψάχνοντας
μες στα παλιά ξεθωριασμένα αισθήματα
και μες στην πληγωμένη μνήμη,
βρίσκεις κομμάτια
του ακρωτηριασμένου εαυτού σου
όπως κάποια λείψανα
αρχαίων αγαλμάτων,
γεμάτα μύθους και εκπλήξεις,
θαυμάζοντας ή απορώντας
τις πολλαπλές διαστάσεις σου
και το μεγάλο θρίαμβο του θανάτου σου,
που μέχρι εκείνη τη στιγμή
τον αγνοούσες...

Ψάχνοντας
στη σιωπή του παρελθόντος,
ακούς ήχους μακρινούς και ξεχασμένους,
που σε φοβίζουν και σε τυραννούν,
σαν ερινύες...
Είναι,των περασμένων γεγονότων,
η πλημμύρα και ο θόρυβος
και η επιδρομή του χρόνου,του αδυσώπητου
που σ'εκδικείται καταλυτικά.

Ψάχνοντας,
βρίσκεις το κενό
της ακατοίκητης ψυχής σου...

Παιδί μου

   Στη Ντένη μου

Παιδί μου,
Είσαι η ρίζα μου,
που ταξιδεύει μέσα στο χρόνο,
σαν το φως και σαν τη σιωπή των δέντρων,
μες στο σύμπαν

Η φωνή σου,
είναι το αλλαλάζον κύμβαλο
που ηχεί το εμβατήριο της ζωής μου,

Το θείο σου μέτωπο
ανατέλλει στα μάτια μου
όπως ο πρωινός γλαυκός ορίζοντας
με τη φωτεινή του μεγαλοπρέπεια.

Παιδί μου,
Είσαι η διάρκειά μου,
καθώς εσύ υπάρχεις πρώτα από μένα,
μαζί με μένα
κι ύστερα από μένα...

Σε προσκυνώ...

Βουλιάζουμε

Είναι κάτι μεγάλες πέτρες
που συντρίβουν σιγά,σιγά
τις μέρες και τις νύχτες μας,
καταλυτικά...

Κι εκείνος ο σκοτεινός καθρέφτης
στην είσοδο του σπιτιού,
που δείχνει
το πεπρωμένο μας πρόσωπο,με τις βαθιές χαραματιές
σημάδια του καιρού και της μοίρας μας.

Είναι τα κλειστά παράθυρα της ψυχής μας
μέσα στα χρόνια
κι ένα ποτάμι που κυλάει σιωπηλά
στη μοναξιά και στη μνήμη.

Κι από το μεγάλο,
αδειανό πηγάδι
το στέρνο μας,
που άλλοτε ήταν η καρδιά μας,
να βαθαίνει απίστευτα,
σαν το λυπημένο τραγούδι

Εδώ βουλιάζουμε...
Αγνώριστοι σαν τις σκιές,
και σαν σβησμένα
αστέρια μες στο φως...

Ω πανύμνητη μητέρα...

Ιδού η έρημος
της ζωής μου Μητέρα,
άνυδρη και εμποτισμένη
από την απέραντη απουσία σου...

Στους μεγάλους όρθους
της αρίφνητης μοναξιάς μου
επόθησε η ψυχή μου
το φωτοστέφανο της μορφής σου
ν'ασπασθώ
κι απ'της καρδιάς σου
τον ηδύπνοο κρίνο
το άρωμά του ν'αναπνεύσω.

Ιδού Μητέρα,
γυμνωμένος
απ'τον θεοφόρο χιτώνα
τη στοργής σου,
πορεύομαι στα χρόνια
περίλυπος και μόνος
ως τον θάνατο...

Ω πανύμνητη Μητέρα...
πλατυτέρα της γης
και των ανθρώπων
αναζητώ τον ίσκιο σου
ν'αναπαυθώ πεπληρωμένος,
το ουράνιο βλέμμα σου
να λυτρωθώ
απ'την αχλύ του ύπνου
της αμαρτίας...

Σκεπασθήσομαι στη σκέπη
των πτερύγων σου
και σώσε με
απ'της ορφάνιας
τη φωτιά
την απέσβετη...

Ποιητική συλλογή "Μικρές συμφωνίες", 1990-2002

*********************

Το φθινόπωρο έχει το δικό μας πρόσωπο. Τα βράδια η πλήξη του μας πολιορκεί και μας πληγώνει. Όλες οι στιγμές της ζωής μας είναι τόσο εύθραυστες που φεύγουν ανυποψίαστες χωρίς να μας αγγίζουν. Μέσα με όλα έχουν μείνουν ακατοίκητα. Μόνο ο ήχος της φωνής των λατρευτών,ακούγεται από μακριά σαν μουσική και σαν γλυκιά παραίσθηση ευτυχίας...
************************

Λέω να ταξιδέψω μια νύχτα... Κάπου ανάμεσα στ'όνειρο και στην ελπίδα. Ν'αφήσω πίσω μου όλες τις μοναξιές μου κι όλες τις μάταιες αγωνίες μου. Τη φαντάζομαι αυτή τη νυχτερινή αποστασία σαν μια ηρωική έξοδο της φυλακισμένης ψυχής μου. Να ταξιδέψω,να τυλιχθώ στην αχλύ των τρυφερών πόθων μου. Και να'ναι πλάι μου η ιδανική μορφή,η αγαπημένη όλων των στοχασμών μου. Λέω να ξεκινήσω κάποτε για το ασύγκριτο ταξίδι των ανεκπλήρωτων αναζητήσεων. Προτού με προλάβει το φως,το καταλυτικό,που τόσα χρόνια με πληγώνει...

Η ερχόμενη

Το Καλοκαίρι μου φέρνει πάντα τους αγαπημένους ήχους,τις φωτεινές ανταύγειες των λατρευτών ονείρων μου, τις γλυκές παραισθήσεις μιας ζωής και μιας προσδοκίας ανεκπλήρωτης. Κι αυτό το Καλοκαίρι υψώνεται μέσα μου,σαν γαλάζιο κύμα ορμητικό η ελπίδα ενός λυτρωτικού ερχομού της ιδανικής κι αγέρωχης μορφής που αγαπώ και δέομαι στο φωτοστέφανό της. Τι εξαίσια προσμονή,τι θεία εσώτατη συγκίνηση... Η ερχόμενη,μέσα στα ρημαγμένα χρόνια μου,στην αμετάθετη μοναξιά της περίλυπης ψυχής μου. Η ερχόμενη,των αρωμάτων και τρυφερών αισθήσεων,με την αβασίλευτη αγνότητα της μορφής της,τη βαθιά γαλήνια ματιά της...Η ερχόμενη των οραμάτων και των στοχασμών,σαν βόρειο σέλας προβάλλει στους σκοτεινούς ορίζοντες των χαμένων ελπίδων μου. Κι αυτό το Καλοκαίρι είναι σαν το ουράνιο τόξο μες στο σύμπαν της καρδιάς μου.Θεέ μου,πόσο δίπλα μου νιώθω την πνοή της,τον κυματισμό των μαλλιών της,τη λάμψη του μετώπου της,την τρυφερή ματιά της.

Βιογραφικό σημείωμα

Γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του, παρακολούθησε μαθήματα Δημοσιογραφίας στην Αθήνα. Εκδίδει επί 37 χρόνια την εβδομαδιαία εφημερίδα "ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ". Είναι Πρόεδρος της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Πύργου και συνεργάτης πολλών Εφημερίδων και Τηλεοπτικών καναλιών. Διετέλεσε Υποδιευθυντής της ΝΕΛΕ, Διευθυντής Γραφείου Τύπου Υπουργείου Προεδρίας της Κυβέρνησης και Νομαρχιακός Σύμβουλος Ηλείας. Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών, της Εταιρείας Λογοτεχνών Νοτιοδυτικής Ελλάδας και της Ένωσης Ιδιοκτητών Επαρχιακού Τύπου. Ιδρυτής του Συλλόγου "Ηλειακός Παρνασσός". Το 1974 εξέδωσε την Πανελλήνια Λογοτεχνική Εφημερίδα "ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ" και από το 1991 μέχρι σήμερα εκδίδει το Φιλολογικό Περιοδικό "Νουμάς". Επίσης, είναι μέλος σε πολλά Πολιτιστικά Σωματεία και έχει βραβευτεί για το λογοτεχνικό και συγγραφικό του έργο.

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;